Έντυπη Έκδοση

Υποτίμηση δραχμής και λαϊκό εισόδημα

Στη συζήτηση που έχει ανοίξει, για τις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε μία επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, ο καθηγητής Στάθης Κουβελάκης εξέφρασε πρόσφατα την άποψη πως η σημαντική διολίσθηση που θα ακολουθούσε την έξοδο από το ευρώ θα βοηθούσε στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας και την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, χωρίς, ωστόσο, να βλάψει το λαϊκό εισόδημα (βλ. «Εθνικό νόμισμα και λαϊκό εισόδημα», «Ε» 18/4/13).

Γιατί σύμφωνα με μελέτη των Θ. Μαριόλη και Α. Κάτσινου, μία διολίσθηση της δραχμής κατά 50% θα είχε αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να «τσιμπήσει» μόλις 9%, για να μειωθεί τα επόμενα χρόνια στο 6%, το 4% και το 3%, ενώ η ανταγωνιστικότητα θα βελτιωνόταν 37% και το ΑΕΠ θα αύξανε 7%-8%, με συνακόλουθη αύξηση της απασχόλησης και του εργατικού εισοδήματος.

Μία μικρή διόρθωση: οι ερευνητές δεν μιλάνε για σταδιακή διολίσθηση, αλλά για απότομη υποτίμηση της δραχμής. Ομως, αυτό που θέλω να θίξω εδώ είναι πως τα ιστορικά δεδομένα από τις επιπτώσεις στο λαϊκό εισόδημα, που είχαν οι 4 μεταπολεμικές υποτιμήσεις της δραχμής, δεν συνάδουν με τα συμπεράσματα του κ. Κουβελάκη.

Συγκεκριμένα, από την πρώτη δραχμική υποτίμηση κατά 50% του 1953, την οποία στήριξαν ΗΠΑ και ΔΝΤ, προέκυψε ένα κύμα ανατιμήσεων στην αγορά και αθρόες απολύσεις εργαζομένων στη βιομηχανία, ιδίως μετά την κατάργηση του νόμου 2222/52, που προστάτευε τους εργαζομένους από τις αυθαίρετες απολύσεις. Υπολογίστηκε τότε ότι το κόστος ζωής στους τρεις πρώτους μήνες μετά την υποτίμηση έχει ανεβεί κατά 12%, ενώ το ψωμί κατά 33%. Ακόμη, οι ανατιμήσεις και απολύσεις προκάλεσαν πανεργατικές απεργίες με αίτημα την αναπροσαρμογή των μισθών και κατάληξη την υποχώρηση της κυβέρνησης, που υποσχέθηκε επίδομα ακρίβειας από 7% ώς 12%. Ομως, κι αυτό θεωρήθηκε ανεπαρκές από την ΑΔΕΔΥ, που κήρυξε 48ωρη απεργία στο δημόσιο τομέα, με συνέπεια η κυβέρνηση Παπάγου να βρει ευκαιρία και να απολύσει πλεονάζοντες δημοσίους υπαλλήλους...

Ακολούθησαν οι δύο δραχμικές υποτιμήσεις (15% περίπου κάθε μία) το 1983 και το 1985, οι οποίες μέχρι το 1988 είχαν προκαλέσει τη μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες (από 71% σε 66%) και τη μείωση των κατώτατων πραγματικών αποδοχών το διάστημα 1984-87 κατά 16%.

Αντίθετα, στην κατά 12,3% υποτίμηση της δραχμής το 1998 και μέχρι το 2001 οι κατώτατες πραγματικές αποδοχές αυξήθηκαν αθροιστικά 2,4%. Αυτό δεν εμπόδισε, ωστόσο, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ να μειωθεί κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες (από 63,5% σε 60%) την ίδια περίοδο.

Το πόσο πρόσθεσαν οι 3 τελευταίες υποτιμήσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας το δείχνει ο λόγος εξαγωγών/ΑΕΠ: από 11% το 1982 αυξήθηκε σε 14% το 1985, για να πέσει σε 8% το 1988 και 9% την περίοδο 1998-2001. Παρομοίως, η ανεργία από 5,8% το 1982 ανήλθε σε 7,7% το 1988 και 10,9% το 1998-2001.

Νομίζω πως τα σχόλια περιττεύουν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Εν-στάσεις