Έντυπη Έκδοση

«Ηταν αρχοντόπουλο ο Γιάννης»

Η Καίτη Δρόσου, στενή φίλη του Γιάννη Ρίτσου και μετέπειτα σύζυγος του Αρη Αλεξάνδρου, ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις της με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου έλληνα ποιητή

Πώς ήταν ο Γιάννης Ρίτσος πριν γίνει «ο» Ρίτσος; Τι αύρα εξέπεμπε στις νεανικές συντροφιές επί Κατοχής; Και πώς αυτός, που συνέδεσε τη ζωή και την ποίησή του με το Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν έπαψε ούτε στιγμή να ενθαρρύνει τον Αρη Αλεξάνδρου για να ολοκληρώσει το εμβληματικό «Κιβώτιο», έργο αιρετικό για τη δογματική αριστερά;

Η κυρία Δρόσου σήμερα. Η κυρία Δρόσου σήμερα. H Καίτη Δρόσου με τον Ρίτσο H Καίτη Δρόσου με τον Ρίτσο Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να δώσει αυθεντικές απαντήσεις, δεν είναι άλλος από την Καίτη Δρόσου. Μια γυναίκα που δέθηκε με τον Ρίτσο από την εφηβεία της, που παντρεύτηκε τον Αλεξάνδρου το 1958, και η οποία σήμερα, στα 87 της, μολονότι «κυριευμένη από θλίψη» έπειτα από διαδοχικές απώλειες, στέκεται όρθια και με τεντωμένες τις κεραίες της, απρόσβλητη από το μικρόβιο της νοσταλγίας και του φτηνού συναισθηματισμού.

«Ηταν για μένα τα πάντα»

Στην ίδια χρωστάμε τον τόμο «Τροχιές σε διασταύρωση» (εκδ. «Αγρα»), που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τη φιλολογική φροντίδα της Λίζυς Τσιριμώκου, φέρνοντας σε κοινή θέα τα δελτάρια του Ρίτσου προς την «αγαπημένη του Καιτούλα» από τόπους εξορίας -τη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη- όπως και τα γράμματα του ποιητή στο αυτοεξόριστο στο Παρίσι ζεύγος, τα χρόνια της δικτατορίας.

Ακράδαντα πειστήρια του ήθους, της πληθωρικής προσωπικότητας και των ποιητικών ανησυχιών του Ρίτσου, τα παραπάνω γράμματα πιστοποιούν και τη φιλία που ένωσε τους τρεις τους σε χαλεπούς καιρούς, τότε που οι διώξεις και τα βασανιστήρια βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη και τα συντροφικά μαχαιρώματα έρχονταν να προσθέσουν κι άλλες, συχνά ανεπούλωτες, πληγές της καρδιάς τους.

Kάρτες και επιστολές του Ρίτσου Kάρτες και επιστολές του Ρίτσου «Ακόμα αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που τα δημοσίευσα», λέει η Καίτη Δρόσου. «Αν δεν είχε προηγηθεί η έκδοση των γραμμάτων προς τη Λούλα, την αδελφή του, δεν θα το σκεφτόμουν καν. Γιατί αλλιώς μιλάς σ' ένα συγγενικό σου πρόσωπο κι αλλιώς σε μια φίλη... Ακόμα και τώρα, όταν βλέπω νέες κοπέλλες πλάι σε μεγαλύτερους άντρες, δεν το καταλαβαίνω. Ο Ρίτσος, όμως, που με περνούσε δεκατρία χρόνια, ήταν εξαίρεση. Ηταν τα πάντα για μένα, και πατέρας, και εραστής, και παιδί, και αδελφός, όπως αντίστοιχα ήμουν κι εγώ για εκείνον. Κανείς μας δεν ήξερε από ζήλια, απ' αυτό το εγωιστικό αίσθημα του να κατέχεις. Αλλά και πάλι, καθώς κοίταζα και ξανακοίταζα τα γράμματα, δεν έβλεπα τι θα μπορούσε να προκύψει απ' όλο αυτό το... χαϊδευτικό του Γιάννη. Στην πραγματικότητα, στην κυρία Τσιριμώκου οφείλεται το βιβλίο».

Οπως ισχυρίζεται, «καμία βιογραφία του Ρίτσου δεν θα είναι όπως την ξέρω εγώ». Δηλαδή; «Ενα αρχοντόπουλο ήταν ο Γιάννης, που έχασε τη μισή του οικογένεια απ' την τρέλα και την άλλη μισή απ' τη φυματίωση, ένα χαϊδεμένο παιδί, που από τη μια μέρα στην άλλη είδε τον πατέρα του με πιστοποιητικό απορίας στο δημόσιο ψυχιατρείο.

»Χρόνια αργότερα που πήγαμε μαζί στη Μονεμβασιά, όλες αυτές οι Μαρίες που πέρασαν στην ποίησή του έκαναν ουρές για να τον στολίσουν με κεντήματα, να τον φιλέψουν, να τον προσκυνήσουν! Η πτώση που είχε γνωρίσει ήταν τεράστια. Σ' αυτήν την κατάσταση τον πλησίασαν οι αριστεροί, κι άλλαξε η ζωή του. Ισως γι' αυτό να δυσκολευόταν ν' αρνηθεί τις εντολές τις κομματικές. Κι ενώ δεν θέλησε ποτέ να το παραδεχτεί, υπήρξαν άνθρωποι με όνομα στην ιστορία της Ελλάδας και της τέχνης που τον έβλαψαν. Ούτε εγώ, όμως, πρόκειται να μιλήσω. Θα τα πάρω στον τάφο μαζί μου».

Από εκείνο το καλοκαίρι του '48, άραγε, που μοιράστηκε με τον Γιάννη Ρίτσο και τον συνομήλικό της Αρη Αλεξάνδρου στον Πόρο -«έξω από κάθε κοινωνικοπολιτική σύμβαση», «όλη μέρα μέσα στη θάλασσα, πού να προλάβεις να ντυθείς, δηλαδή να βάλεις το μαγιό σου», «φλογισμένοι, διάτρητοι, ποτισμένοι με αλάτι, ανυστερόβουλοι», όπως γράφει.

- Κράτησε κάτι μυστικό;

«Κράτησα» λέει μ' ένα χαμόγελο. «Αλλά είναι καθαρά πολιτικό! Εχει να κάνει με την πολιτική του Ζαχαριάδη».

Το ίδιο ακριβώς καλοκαίρι, πάντως, την καλεί ν' αναπολήσει απ' τη Λήμνο κι ο εξόριστος ποιητής, τυλιγμένος για τα καλά στη «ζεστασιά της αγάπης»: «Τώρα το ξέρω πιότερο από άλλοτε. Ξέρω πως μ' αγαπάτε, και τούτη η σιγουριά γεμίζει φως και νόημα τη ζωή μου. Μην ανησυχείς, καλή μου, για μένα. Εσύ γράφεις καθόλου;»

Η Καίτη Δρόσου υπήρξε αποδέκτης της αστείρευτης θετικής ενέργειας του Ρίτσου από τα 16 της, πριν ακόμα παντρευτεί, σε πρώτο γάμο, τον ηθοποιό Φάνη Καμπάνη και γίνει μητέρα, πριν κι από τη γνωριμία της με τον Αλεξάνδρου, τότε που οι ερασιτεχνικοί και οι επαγγελματικοί καλλιτεχνικοί κύκλοι λειτουργούσαν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και οι συντροφιές δένονταν ακόμα «με παιχνίδια ποιητικής υφής».

«Ολους τους ωθούσε στο γράψιμο ο Γιάννης, πόσω μάλλον εμένα, μια γυναίκα, που, όπως όλες μας εκείνα τα χρόνια, δεν είχαμε τις ίδιες ευκαιρίες με τους άντρες να βρούμε ένα επάγγελμα να μας στηρίζει και, κυρίως, να μας απασχολεί. "Αν δε μου δείξεις ποιήματά σου, δεν θα σου ανοίξω ξανά την πόρτα", απειλούσε. Τον θυμάμαι ένα βράδι στην πλατεία Συντάγματος, με το βλέμμα του καρφωμένο σε μια συμπαθητική κοπέλα που την περνούσαν για ανόητη επειδή δεν μίλαγε πολύ. "Ακόμη κι ετούτη μου έδειξε" μου λέει με νόημα. Κι έτσι, άρχισα να του δείχνω κι εγώ, μέχρι που έπαψα να γράφω, επειδή, όπως έλεγε κι ο ίδιος, η τέχνη είναι εξομολογητική...»

Εκείνη την περίοδο ο Ρίτσος συμμετείχε σε παραστάσεις αρχαίου δράματος του Βασιλικού Θεάτρου υπό τον Ροντήρη, αλλά νωρίτερα είχε δουλέψει και σ' εμπορικούς θιάσους, σαν αυτόν του Μακέδου, στο Μεταξουργείο, που -«το βάζει ο νους σας, είχε εμφανίσει στην Αθήνα του '30 ανδρικό μπαλέτο επί σκηνής! Τότε άφησε μουστάκι ο Γιάννης -δεν είχαμε γνωριστεί ακόμη. Και από τότε χρονολογούνται οι φήμες περί ομοφυλοφιλίας του.

»Δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά μέσα μου το πιστεύω: πολλές φορές το Κόμμα τις χρησιμοποίησε αυτές τις φήμες, καθώς ποτέ δεν ενέκρινε τον λυρισμό της ποίησής του. Οπως, όμως, διαπίστωσα έκπληκτη, καθώς χάζευα τις φωτογραφίες των προγόνων του σ' εκείνο το ταξίδι μας στη Μονεμβασιά, το ανάστημα του Γιάννη, οι εκλεπτυσμένες κινήσεις του, ο τρόπος που σταύρωνε τα πόδια, χαρακτήριζαν όλο το ριτσέικο...»

Δύο διαφορετικοί χαρακτήρες

Ο Αλεξάνδρου βρέθηκε στην παρέα του Ρίτσου, ανεξάρτητα από την Καίτη Δρόσου, χάρη στον, συμμαθητή του από το Βαρβάκειο, Ανδρέα Φραγκιά.

«Η συμπάθεια ήταν από την αρχή αμοιβαία. Κι έπειτα, βρέθηκαν κι οι δυο στου Γκοβόστη, όπου γίνονταν καταπληκτικές εκδόσεις, σκυμμένοι πάνω από τα τυπογραφικά δοκίμια. Ο Αρης μετέφραζε από τα ρωσικά, κι ο Γιάννης τα ξανακοίταζε μαζί μ' έναν ρωσόφωνο ακόμα, μην τυχόν και τους ξεφύγει κάτι. Η δουλειά τούς έφερε κοντά...»

Πόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες ήταν, όμως! «Σίγουρα. Ο Γιάννης κηρύσσει! Με την καλή έννοια, βέβαια, αλλά κηρύσσει. Ενώ ο Αρης μιλάει μόνο όταν έχει κάτι να πει. Και, όταν έχει κάτι να πει, είναι πάντα σχετικό με την τέχνη. Σαν τον Φραγκιά κι αυτός, όταν διαπίστωνε ότι ο συνομιλητής του έχει αντίθετη άποψη, δεν έμπαινε στη διαδικασία να τον μεταπείσει -"δεν βγάζει πουθενά" έλεγε. Και μεταξύ μας ακόμη, στα λίγα χρόνια που προλάβαμε να ζήσουμε μαζί, τις λέξεις δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, διανόηση δεν τις μεταχειριζόμασταν. Τη χαρά ή τη δυσαρέσκειά μας την εκφράζαμε μέσω λαϊκών γαλλικών τραγουδιών...»

Ο Αλεξάνδρου είχε χάσει από νωρίς την εμπιστοσύνη του στο Κόμμα. «Επιτρέπεται να θαυμάζουν έναν ηγέτη λες και είναι Θεός; με ρώτησε μετά την προβολή ενός ντοκιμαντέρ από τις γιορτές της απελεύθερωσης στη Μόσχα, με τις εικόνες του λαμπροστολισμένου Στάλιν ακόμα νωπές. Η λέξη προσωπολατρία, όμως, εμφανίστηκε πολύ αργότερα...»

Ο συγγραφέας του «Κιβωτίου», έχοντας παραδεχθεί μέσα του την ήττα του Εμφυλίου, διέσχισε τα χρόνια της εξορίας του απομονωμένος από τους συντρόφους του, κι ας είχε σπεύσει ο Ρίτσος να εγγυηθεί γι' αυτόν ότι είναι τίμιος κι ότι δεν θα βλάψει το Κόμμα ποτέ. Ούτως ή άλλως, οι δρόμοι τους χώρισαν. Επρεπε να φτάσει το '58, οπότε επέστρεψε κι ο Αλεξάνδρου από τη Γυάρο στην Αθήνα, για να μιλήσουν ξανά.

«Το θέμα με τον Αρη και τον Γιάννη δεν ήταν να τα βρουν στα ιδεολογικά» συνεχίζει η κ. Δρόσου. «Το θέμα ήταν ποιος θα κάνει πρώτος την κίνηση να βγάλει το χαρτί απ' την τσέπη, ποιος δηλαδή θα προκαλέσει ξανά συζήτηση πάνω σ' ένα γραπτό, όπως θα μιλούσε στον δάσκαλό του». Απ' τη μεριά της, το είχε ξεκαθαρίσει στον Αλεξάνδρου -«δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, εγώ εξακολουθώ να συναντιέμαι με τον Ρίτσο». Κι εκείνος αμέσως της απάντησε: «Τότε γιατί δεν του λες να 'ρθει;»

Η πρόσκληση αφορούσε το διαμέρισμα της οδού Σπετσών, εκεί όπου συνεχίζει να επιστρέφει κι η ίδια κάθε χρόνο από τη Γαλλία, το διαμέρισμα που εγκατέλειψαν οι δυο τους άρον άρον τον Απρίλιο του '67, με μόνο εφόδιο τα ρούχα που φορούσαν.

Οι αποστάσεις που τήρησαν από τους έλληνες αυτοεξόριστους «ήταν επιλογή μας», λέει, «καθώς τότε (σ.σ.: κατά τη διάσπαση του ΚΚΕ) έπρεπε να δηλώσει κανείς πού ανήκει, αν είναι υπέρ του Κολιγιάννη ή κατά».

Με τον Ρίτσο, ωστόσο, ο οποίος γνωρίζει νέες διώξεις τώρα, πιάνουν και πάλι ν' αλληλογραφούν. Ο ποιητής, κάθε φορά που λαμβάνει αποσπάσματα του «Κιβωτίου», δεν σταματά να εγκαρδιώνει τον Αλεξάνδρου και να τον επικροτεί. «Είναι ένα όργιο φαντασίας», θα του γράψει όταν το διαβάσει ολοκληρωμένο, «που καλύπτει την ιστορική πραγματικότητα κι αποκαλύπτει την άλλη πραγματικότητα της πιο πειστικής φαντασίας, της γεννημένης απ' τους καθημερινούς εφιάλτες της ασυνεννοησίας, της καταπίεσης, της υποχρεωτικής συγκατάβασης...»

Μόνη από το 1978, η Καίτη Δρόσου έχει να το λέει: «Εμείς γίναμε αριστεροί μέσα από τα βιβλία. Και για τις ιδέες μας αρνηθήκαμε οικογένειες και καριέρες, δεν προβάλαμε αιτήματα προσωπικά. Και ποιος δεν ήταν μαζί μας! Από τον Στάινμπεκ ώς τον Αϊνστάιν, συνοδοιπόροι όλοι! Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί μια ομάδα φέρθηκε έτσι και μας κατηγόρησε ότι κάναμε κακό στην εργατική τάξη...»

Ομως η ζωή -αλίμονο- συνεχίζεται. «Στο Παρίσι, δεν μ' ενοχλεί κανείς», λέει. «Ζω σε μια σοφίτα, χωρίς πολλά πολλά, κι απολαμβάνω γύρω μου την ησυχία». Η Ελλάδα δεν της λείπει; «Βέβαια. Αλλά είμαι αισιόδοξη. Θα ξανάρθω! Ας είναι καλά τα νέα παιδιά που επιδιώκουν να με γνωρίσουν. Μετά και τον θάνατο του γιου μου, αυτή είναι πια η μόνη μου χαρά». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία