Έντυπη Έκδοση

Φτωχότερος ο ελληνικός πολιτισμός μετά το θάνατο του Λευτέρη Βογιατζή

Ταγμένος άνευ όρων στο θέατρο

Μέχρι το τέλος εργαζόταν. Κάνοντας πρόβες. Μέχρι το τέλος τελειοποιούσε την ήδη τέλεια σκηνοθεσία του· την ήδη τέλεια ερμηνεία του στο πιντερικό «Θερμοκήπιο», που ποτέ δεν έμελλε να ξανανεβεί στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Αυτός ήταν ο Λευτέρης Βογιατζής, που «έφυγε» χθες το απόγευμα στα 68 του χρόνια..

Από την ταινία του Ν. Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο συνδέθηκε κυρίως στο σινεμά, «Ονειρεύομαι τους φίλους μου» (1994) Από την ταινία του Ν. Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο συνδέθηκε κυρίως στο σινεμά, «Ονειρεύομαι τους φίλους μου» (1994) Τελειομανής. Αν και άρρωστος και υποβαλλόμενος σε επώδυνες θεραπείες, ονειρευόταν θέατρο. Ετοίμαζε έναν «Οιδίποδα» για κλειστό χώρο, με νέους ηθοποιούς, που θα φιλοξενούσε ο ιερός βράχος της Ακροπόλεως στο παλιό της μουσείο. Δεν εκπλήσσει κανέναν. Λευτέρης Βογιατζής ήταν αυτός. Πάντα δοσμένος άνευ όρων στην τέχνη του. Από χθες ο εμπνευσμένος θεατράνθρωπος, που έθεσε σε άλλη τροχιά την ελληνική θεατρική σκέψη και πράξη, υπέκυψε στον καρκίνο, που τον ταλαιπωρούσε. Κάνοντας φτωχότερο και το ελληνικό θέατρο και τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Είχε πάρα πολλά ακόμη να δώσει. Μέχρι την ώρα που γραφόταν το κείμενο, δεν είχε επιβεβαιωθεί αν η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη ή την Τετάρτη

Γεννημένος το 1945 στην Αθήνα (Καλλιθέα), παιδί συνεσταλμένο, αρχικά οδηγήθηκε στην Αγγλική Φιλολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερα θα δηλώσει μετανιωμένος που έχασε το χρόνο του για να πάρει το πτυχίο. Κι όμως, το ψηλόλιγνο αγόρι που δήλωνε «ήμουν δειλός» και μικρός ήθελε μάλλον να γίνει μουσικός βρήκε το θάρρος να οδηγηθεί στον αληθινό προορισμό της ζωής του: το θέατρο. Τον είχαν σημαδέψει κυρίως οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης - κάποιες τις παρακολουθούσε ακόμη και δύο φορές. Θα σπουδάσει στη δραματική σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη και για δύο χρόνια θα φοιτήσει στο Ράινχαρντ Σέμιναρ στη Βιέννη, όπου όμως βρέθηκε για να φοιτήσει στην Ιατρική.

Στο «Θερμοκήπιο» του Πίντερ Στο «Θερμοκήπιο» του Πίντερ «Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έκανα τη δουλειά που κάνω», έλεγε. Σε παράσταση πρώτη φορά έπαιξε στο στρατό, ούτε καν στο σχολείο. Το επαγγελματικό ντεμπούτο του θα το κάνει το 1973 στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη, για να συνεχίσει συνεργαζόμενος με τον Σπύρο Ευαγγελάτο στο Αμφιθέατρο, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος - την ίδια περίοδο ήλπιζε να συνεργαστεί με τον Κάρολο Κουν. Επαιξε σε όλες τις παραστάσεις του Αμφιθεάτρου που αφήσαν εποχή: στον «Ερωτόκριτο», στη «Λυσιστράτη» -την οποία υποδύθηκε φορώντας ένα αλησμόνητο ψαθάκι-, στους «Βατράχους», στον «Πλούτο», στην «Οδύσσεια», στη «Γενοβέφα», στη «Βαβυλωνία». Την ίδια εποχή, ξεκινά η συνεργασία του με την Ελεύθερη Σκηνή στο Αλσος Παγκρατίου (στην ιστορική επιθεώρηση «Αναντάμ-παπαντάμ», 1980). Μια χρονιά μετά θα ξεχωρίσει ως Τζέιμς Λιντς δίπλα στην Ελλη Λαμπέτη στη «Σάρα: τα παιδιά ενός κατώτερου θεού».

Η μεγάλη ώρα του όμως ακόμη δεν έχει έρθει. Την ίδια χρονιά ιδρύει τη θρυλική «Σκηνή», μαζί με τον Β. Παπαβασιλείου, τον Τ. Μπαντή, τον Γ. Καταλειφό, τη Ράνια Οικονομίδου, την Αννα Κοκκίνου και τη Σμαράγδα Σμυρναίου, συνδημιουργώντας ή σκηνοθετώντας παραστάσεις-ορόσημα όπως η εναρκτήρια «Σπασμένη στάμνα» του Κλάιστ (σκηνοθεσία: Β. Παπαβασιλείου), οι «Αγροίκοι» του Γκολντόνι, η «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Γκριμπογιέντοφ, το «Σε φιλώ στη μούρη» του Διαλεγμένου (για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολος Κουν 1986-87). «Ενα νέο είδος ηθοποιού γεννιέται εκεί, στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων», έγραφαν τα έντυπα την εποχή των «Αγροίκων». Είχε διαρρεύσει ότι οι πρόβες μπορούσαν να διαρκέσουν χωρίς σταματημό και ένα 20ωρο.

Ηρθε όμως η ρήξη. Και μαζί η διάσπαση της Σκηνής. Και η γέννηση της Νέας Σκηνής (το '88). «Ο τρόπος που σκηνοθετώ είναι αποκλειστικός», δήλωνε ο Λ. Βογιατζής, προσθέτοντας: «Νέα Σκηνή, όπως νέα ζωή». Ολη του τη ζωή αρνούνταν πάντως την ταμπέλα, την ιδιότητα του σκηνοθέτη. «Δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση -όχι μόνο με σένα», έλεγε το 2005 στον Διαλεγμένο, «με κανένα, ούτε με τον Πίτερ Μπρουκ ή τον Πίτερ Χολ, να συνεργαστώ. Εγώ θέλω να είμαι μόνος μου και με τη λευκή σελίδα και κανένας, απολύτως κανένας άλλος».

Στις πρόβες, πάντα παθιασμένος Στις πρόβες, πάντα παθιασμένος Στη Νέα Σκηνή τόλμησε κι ανέβασε τα πάντα: σε πανελλαδική πρώτη Σάρα Κέιν («Καθαροί πια», 2001), αλλά και νέα ελληνικά κείμενα (Διαλεγμένο, Λούλα Αναγνωστάκη: «Σ' εσάς που με ακούτε» - Κεχαΐδη-Χαβιαρά: «Με δύναμη απ' την Κηφισιά», '95), Πίντερ, Μίλερ, Μπάρκερ. Το θέατρο της οδού Κυκλάδων πάντα ήταν ένα εργοτάξιο - γκρεμιζόταν και ξαναφτιαχνόταν πριν από την πρεμιέρα.

Για τη «Νύχτα της Κουκουβάγιας» του Διαλεγμένου (1998) τιμήθηκε με τα βραβεία σκηνοθεσίας Φώτος Πολίτης και το βραβείο Κάρολος Κουν. Το 2000 ξεκινά η σχέση του στη σκηνή με τον Πίντερ, με το «Τέφρα και σκιά».

Υπήρξαν χρονιές υπερπαραγωγικές, όπως το 1996 που ανεβάζει «Μισάνθρωπο» (παίζει τον Αλσέστ) και το καλοκαίρι υποδύεται τον Μενέλαο στην «Ελένη» του Γιάννη Χουβαρδά, αλλά και το 2003, που ανεβάζει Λούλα Αναγνωστάκη μαζί με το «Crave» της Κέιν. Το 2005 ανέβασε ένα ακόμη αριστούργημα του Διαλεγμένου, το «Bella Venezia», για το οποίο θα τιμηθεί ξανά με το βραβείο Κάρολος Κουν.

Κρέων με την Αμαλία Μουτούση, στην Επίδαυρο (2006) Κρέων με την Αμαλία Μουτούση, στην Επίδαυρο (2006) Το 2006 ήταν η χρονιά του στα Επιδαύρια: η «Αντιγόνη» του, σημαντική πρόταση για το ανέβασμα και την εκφορά του αρχαίου δράματος σήμερα, έκανε τέτοια επιτυχία (υποδυόταν τον Κρέοντα) που επαναλήφθηκε και «άνοιξε» και την επόμενη χρονιά του φεστιβάλ. Στην ίδια τραγωδία είχε ξαναδοκιμαστεί σε κλειστό χώρο το '92. Ηταν ο καρπός του εργαστηρίου Αρχαίου Δράματος που ίδρυσε το 1989.

Σκηνοθέτησε κι εκτός του θεάτρου της οδού Κυκλάδων με ανάλογα σπουδαία αποτελέσματα τους «Πέρσες» στο Εθνικό (1999), τις «Δούλες» του Ζενέ στο θέατρο οδού Κεφαλληνίας (1995) κ.ά.

Στο σινεμά «έγραψε» στο «Ακροπόλ» του Π. Βούλγαρη το '96. Για το «Ονειρεύομαι τους φίλους μου» του Ν. Παναγιωτόπουλου τιμήθηκε με το α' βραβείο ανδρικού ρόλου στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο (1994). Με τον Παναγιωτόπουλο μετά τα φιλμ «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη» και «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» γύρισε τη «Λιμουζίνα» (θα βγει τον Οκτώβριο).

Θα τον θυμόμαστε καταβεβλημένο, αδυνατισμένο αλλά πανευτυχή πέρσι τον καλοκαίρι, να τον χειροκροτούν όρθιο το κοινό της Επιδαύρου για την παράσταση του «Αμφιτρύωνα». Το κύκνειο άσμα του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Για το ίδιο θέμα
Τελευταίο αντίο στον Λευτέρη Βογιατζή
Απεβίωσε ο Λευτέρης Βογιατζής