Έντυπη Έκδοση

Αναγνώσεις πάνω στη σκηνή και εκτός

Αθολ Φούγκαρντ «Χαίρετε κι αντίο»
* ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλέξης Ρίγλης
Θέατρο «Εκατοντέσσερα»

Από την παράσταση «Χαίρετε κι αντίο» του Αθολ Φούγκαρντ Από την παράσταση «Χαίρετε κι αντίο» του Αθολ Φούγκαρντ Ο Νοτιοαφρικανός Αθολ Φούγκαρντ (1932-) δεν είναι άγνωστος στην ελληνική σκηνή. Προβλήματα λευκών συμπατριωτών του με οικονομικο-ψυχολογικά προβλήματα συναντώνται και σε άλλα του έργα με επίκεντρο τις συγγενικές σχέσεις. Στο συγκεκριμένο έργο, που μετέφρασε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, οι σχέσεις αφορούν σε δύο αδέλφια και την υλική ή πνευματική κληρονομιά των γονιών τους, ανάλογα με τους δεσμούς που ο καθένας από τους δύο διατηρούσε με αυτούς. Η κόρη, απούσα χρόνια και με συσσωρευμένη πίκρα, μένει δεμένη με τη μητέρα που έχει πεθάνει πολλά χρόνια πριν, ενώ ο μικρότερος αδελφός παρέμεινε να φροντίζει τον ανάπηρο πατέρα, για τον οποίο θυσίασε σημαντικό μέρος της ζωής του και των επιθυμιών του.

Οι ψυχολογικοί δεσμοί αλλά και η απώλεια του πατέρα λειτουργούν καθοριστικά στη σημερινή συμπεριφορά του, αντιμετωπίζοντας την αδελφή του ως παρείσακτη σε μια ζωή που δεν έζησε αλλά που διεκδικεί το ανύπαρκτο υλικό κομμάτι της. Δράμα δωματίου, με ρεαλιστική και έντονα ψυχολογική φόρτιση, μπορεί εύκολα να διολισθήσει στο μελό, κάτι που, προς τιμήν του, απέφυγε ο νεαρός σκηνοθέτης Αλέξης Ρίγλης. Μεγάλο ποσοστό στην επιτυχή του προσέγγιση οφείλει στους δύο ηθοποιούς του, τη Σοφιάννα Θεοφάνους και, κυρίως, σε αυτό το εύπλαστο κι αεικίνητο σωματικό εργαλείο που λέγεται Μιλτιάδης Φιορέντζης: ένας ηθοποιός που ντύνει τους ρόλους του με σωματική εκφραστικότητα πριν ακόμη αρθρώσει λόγο, που κινείται με μέτρο και ουδέποτε ξεφεύγει σε συναισθηματικές ευκολίες και εντάσεις φωνής. Αντίθετα, ο εσωτερικός παλμός του εκπέμπει δονήσεις προς την πλατεία, μεταδίδοντας συναισθητικά ενέργεια στο θεατή, καθιστώντας τον απόλυτο συμμέτοχο.

Οι σκοτεινοί φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου απάλυναν αισθητά το ρεαλιστικό σκηνικό της Δήμητρας Λιάκουρα, δημιουργώντας του φωτοσκιάσεις. Βρήκα επιτυχή την επιλογή του μαύρου χρώματος στα άπειρα χαρτόκουτα της «περιουσίας» του πατέρα. Μια παράσταση συναισθηματικής έντασης, αλλά που διατήρησε το μέτρο και δεν πόνταρε στην εύκολη συγκίνηση του θεατή του.

 

Αναγνώσεις 2013

* ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Σίσσυ Παπαθανασίου

Εθνικό Θέατρο

«Το Δέντρο» από την ομάδα «Dame Blanche», σε σκηνοθεσία  Χρύσας Καψούλη «Το Δέντρο» από την ομάδα «Dame Blanche», σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη Οι «Αναγνώσεις» σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας εμφανίστηκαν το 2005 με πρωτοβουλία και προσωπική δουλειά της Σίσσυς Παπαθανασίου. Το 2007 υιοθετήθηκαν από το Εθνικό Θέατρο του Γ. Χουβαρδά, συνεχίζοντας να προβάλλουν νέα έργα καθιερωμένων αλλά και πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων με μεγάλη ανταπόκριση. Φέτος, σε κάποιες περιπτώσεις, το κοινό δημιούργησε το αδιαχώρητο στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Κτηρίου Τσίλερ.

Τέτοια περίπτωση ήταν η εναρκτήρια της όλης εκδήλωσης «Ανάγνωση» του νέου έργου της Μαρίας Λαϊνά «Το Δέντρο» από την ομάδα «Dame Blanche», σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη (15/5/2013). Ενα κείμενο που παραπέμπει έντονα στο μπεκετικό «Περιμένοντας τον Γκοντό», αλλά και με εμφανή σουρεαλιστικά στοιχεία, που απελευθερώνει μια στιβαρή ποιητική φαντασία. Η Λαϊνά τέμνει με υπόγειο χιούμορ και ανατρεπτικό πνεύμα κάθε κατεστημένη και επιβεβλημένη οπτική των πραγμάτων, προτείνοντας την πολυεστίαση ως μόνη δημοκρατική προοπτική θέασης του κόσμου μας, ενώ ταυτόχρονα διαλύει την καθιερωμένη σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου, σημείου και αντικειμένου αναφοράς του. Το δέντρο της έτσι μπορεί να υπάρχει, να το φωτογραφίζουν, να το κόβουν ανάλογα με το βλέμμα που ο καθείς θα ρίξει πάνω του, ενώ ακόμη και τα χρώματά του είναι απόρροια της συναισθηματικής κατάστασης του θεατή του. Μήπως έτσι δεν βλέπουμε και τα όσα διαδραματίζονται σε μια σκηνή, θεατρική ή του κόσμου γύρω μας;

Η Χρύσα Καψούλη σεβάστηκε απόλυτα την αρχική «μπεκετική» σύμβαση, άφησε έντονη την αίσθηση του χιούμορ και του παιγνίου, υπερβαίνοντας στη διδασκαλία της την απλή ανάγνωση και προτείνοντας μια εν δυνάμει σκηνοθεσία: τα εμπνευσμένα κοστούμια της Ασης Δημητρακοπούλου με τα μπλε-κόκκινα χρώματα προέκυπταν απευθείας από τα ίδια τα πρόσωπα, τον Α' και Β' που σε ένα μη τόπο, με το αόρατο δέντρο να αποτελεί τη βασική τους ενασχόληση, διασταυρώνονται με διάφορους περαστικούς που στόχο τους έχουν το δέντρο. Οι μουσικές επεμβάσεις του Αποστόλη Λεβεντόπουλου σχολιάζουν το λόγο των ηθοποιών Μαρίας Ριζιώτη, Σπύρου Βάρελη και, των βασικών ρόλων του Βασίλη Βασιλάκη, που κινήθηκε σε πλαίσιο αναλογίου, και ενός εκφραστικού, υπερκινητικού και πρόσφορου σε τσαλάκωμα, δοτικού Στράτου Τζώρτζογλου.

Μια «Ανάγνωση» με απόλυτα συγκεκριμενοποιημένη τη σκηνοθετική της εκφώνηση, που έκανε σαφή τα μηνύματα του κειμένου και θα ήταν ευχής έργο να βρει σύντομα την κατάλληλη θεατρική σκηνή για την πλήρη ανάπτυξή της.

Μη έχοντας τη δυνατότητα να παρακολουθήσω το σύνολο των επτά «Αναγνώσεων» με έργα των Χρύσας Σπηλιώτη, Ζαφείρη Βάλβη, Λείας Βιτάλη, Μιχαήλ Ανθη, Ρούλας Γεωργακοπούλου, θα σταθώ στην τελευταία «Ανάγνωση» του έργου του πρωτοεμφανιζόμενου αλλά γνωστού από παράπλευρες καλλιτεχνικές δραστηριότητες Τσιμάρα Τζανάτου με τίτλο «Η Εκκρεμότητα» (19/5/2013). Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Βασίλης Νούλας της ομάδας «Nova Melancholia», δημιουργώντας σχεδόν ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση, εφόσον προσεχτούν λεπτομέρειες κυρίως πάνω στη διδασκαλία λόγου και εκφοράς του καθ' όλα ενδιαφέροντος ως σκηνικής παρουσίας νεαρού Φίλιππου Παπαχριστοδούλου στον κεντρικό ρόλο. Αυτόν ενός νέου που ένα απλό συμβάν τον οδηγεί σε μια αναδιαπραγμάτευση της πραγματικής του ταυτότητας μέσα από μια φιλοσοφική-υπαρξιακή αναζήτηση. Το όλο διαδραματίζεται εκτός ρεαλιστικού πλαισίου, σε εικαστική εγκατάσταση της παρούσας μουσικά επί σκηνής Σοφίας Σιμάκη, ενώ η Δέσποινα Χατζηπαυλίδου ερμηνεύει κινησιολογικά τις περίπλοκες συναισθηματικές καταστάσεις του ήρωα. Σε διαρκή διάλογο μαζί του, ατού της παράστασης, το παλλόμενο υποκριτικό εργαλείο που λέγεται Βίκυ Κυριακουλάκου, μια ηθοποιός που φωνητικά μπορεί να αποδώσει με την ίδια διαύγεια κάθε πτυχή γλωσσικού ανθρώπινου παράγωγου.

Ενα ακόμη έργο που ευτύχησε στη σκηνοθετική του πρόταση και οφείλει να βρει την ολοκληρωμένη εκδοχή του στη σκηνή.

Ας ελπίσουμε ότι η επιμονή, το μεράκι, η δουλειά της Σ. Παπαθανασίου θα βρουν ανταπόκριση και από τη νέα διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου