Έντυπη Έκδοση

ΒΑΘΥ ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Παιδεία ανισοτήτων για... προλετάριους με διδακτορικό

Το «αδειανό πουκάμισο» του εθνικού διαλόγου και η κρισιμότητα της συγκυρίας για το μέλλον της νέας γενιάς

Σε μια συγκυρία που τα φώτα της επικαιρότητας είναι εστιασμένα στο ζήτημα της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η διαφαινόμενη αδυναμία του εθνικού διαλόγου να συνθέσει τις επιμέρους ιδεολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις υποδηλώνει το βαθύ χάσμα που χωρίζει τα πολιτικά κόμματα και τις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής κοινότητας με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ.

Αναμφίβολα, τα αποθέματα εμπιστοσύνης και ανοχής απέναντι στη διαχρονική αναποτελεσματικότητα των ιθυνόντων φαίνεται να έχουν εξαντληθεί, με συνέπεια την αδυναμία συνεννόησης ακόμα και για τα αυτονόητα. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν αρκεί για να δικαιώσει όσους απέχουν από τον διάλογο, αφού στο τέλος κάθε δημόσιας διαβούλευσης η εκάστοτε πολιτική εξουσία, έστω και με απουσίες, θεσμοθετεί τη μετριότητα και επιβάλλει το γραφειοκρατικό της έλεγχο έχοντας ως ισχυρό της άλλοθι την απουσία σημαντικών κοινωνικών ομάδων από τα θεσμικά κέντρα διαλόγου και εν τέλει αποφάσεων. Αν το δούμε όμως πιο σφαιρικά, η εκάστοτε πολιτική ηγεσία αναζητεί το άλλοθί της άλλοτε στη συμμετοχή κι άλλοτε στην αποχή των κοινωνικών ομάδων και για τον λόγο αυτό και οι δύο στάσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή και ετοιμότητα.

***Η κρισιμότητα του εξεταστικού, οι «δωρεάν»... εκπαιδευτικές ανισότητες και η συμμετοχή στη βάσανο του διαλόγου

Παρ' όλα αυτά, με δεδομένη την επικείμενη μεταρρύθμιση και παρά τη λανθασμένη επιλογή να εκκινήσει ο διάλογος από το σύστημα πρόσβασης, η κρισιμότητα του εξεταστικού ζητήματος έγκειται στο ότι αποτελεί θεμελιακό κεφάλαιο για τον τόπο αφού συνδέεται άμεσα με την κοινωνική και επαγγελματική ανάπτυξη αλλά και κινητικότητα των νέων.

Επιπλέον, η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί την κορύφωση μιας διαδικασίας μέσω της οποίας αναπαράγονται αλλά και διευρύνονται οι ταξικές ανισότητες, με συνέπεια τα κοινωνικά αδύναμα στρώματα να αποκλείονται συστηματικά από την παροχή και αξιοποίηση των ίσων ευκαιριών για κοινωνική προκοπή και ευημερία μέσω της μόρφωσης.

Το πρόβλημα όμως των ανισοτήτων στην εκπαίδευση, πέρα από το ταξικό του υπόβαθρο, αφορά και την ευρύτερη γεωγραφία της χώρας, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται κραυγαλέες ανισότητες ανάμεσα σε νομούς, περιφέρειες, αλλά ακόμα και σε περιοχές εντός του ίδιου δήμου ή του ίδιου νομού. Το γεγονός αυτό στερεί από σημαντικά στρώματα του πληθυσμού την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, δυσχεραίνει την ισόρροπη ανάπτυξη της χώρας, υποθηκεύει αρνητικά το μέλλον της νεολαίας και εγκυμονεί κινδύνους για τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας.

Οι εκπαιδευτικές ανισότητες καταργούν στην πράξη την ουσία της δημόσιας εκπαίδευσης υποβαθμίζοντας καθημερινά το κοινωνικό κεκτημένο της δωρεάν παιδείας, αφού είναι στατιστικά αποδεδειγμένο ότι η σχολική επιτυχία συναρτάται με το κόστος της εκπαίδευσης και ειδικότερα με τις υψηλές δαπάνες για εκπαιδευτική ενίσχυση και απόκτηση εκπαιδευτικών αγαθών και υπηρεσιών.

Χωρίς αυταπάτες, λοιπόν, σε μια συγκυρία που η προοπτική του εθνικού διαλόγου διαγράφεται αμφίβολη και ομιχλώδης, η ποιότητα της δημόσιας δωρεάν παιδείας καταρρέει, ενώ οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί βυθίζονται στη δίνη της κρίσης. Δυστυχώς, η παρακμή του εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν τεκμηριώνει εύκολα την πολυτέλεια της απουσίας από τις διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης, έστω κι αν αυτές έχουν πληγωθεί ανεπανόρθωτα σε μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να συζητά και να συναποφασίζει. Παρ' όλα αυτά, η συμμετοχή στους δημόσιους θεσμούς ανταλλαγής πολιτικών θέσεων και απόψεων είναι αναγκαία για τους εξής λόγους: α) δημιουργεί ένα ισχυρό ανάχωμα στις διαδικασίες αυθαίρετων αποφάσεων και πολιτικών επιλογών,

β) προβάλλει την εικόνα μιας υπεύθυνης πολιτικής στάσης σε επίπεδο προτύπων, ενώπιον της κοινωνίας και κυρίως των νέων ανθρώπων,

γ) ενισχύει την αξία του κοινωνικού διαλόγου που, όσα πλήγματα κι αν έχει δεχτεί, δεν παύει να αποτελεί μια κατάκτηση των κοινωνικών αγώνων για συμμετοχική δημοκρατία στην οποία δεν μπορούμε να γυρίσουμε την πλάτη,

δ) απομονώνει τον ανέξοδο καταγγελτικό λόγο, σε μια φάση που απαιτούνται συγκεκριμένες προτάσεις.

Η συμμετοχή βέβαια σε ένα θεσμοθετημένο διάλογο δεν μπορεί, ούτε χρειάζεται να εκχωρείται άνευ όρων. Απλώς η θεσμική υπευθυνότητα βρίσκεται εγγύτερα στη συμμετοχή και στην ενδεχόμενη αποχώρηση (αν θεμελιώδεις και εκ των προτέρων δεδηλωμένες αρχές παραβιαστούν) παρά στην εκ του ασφαλούς αναχωρητική απουσία.

***Η κρίση της εκπαίδευσης και τα αδιέξοδα της νέας γενιάς

Ακόμα και σήμερα η εκπαίδευση δεν έχει αναγνωριστεί στην πράξη ως ο βασικότερος μοχλός της περιφερειακής και εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής. Η χώρα υπολείπεται αισθητά στον τομέα δράσεων καταπολέμησης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, καθώς και σε πολιτικές εκσυγχρονισμού του εκπαιδευτικού συστήματος και διασύνδεσης της εκπαίδευσης με την απασχόληση.

Το χειρότερο είναι ότι το αδιέξοδο αυτό πλήττει ευθέως την ελληνική νεολαία που βλέπει εφιαλτικά το μέλλον της να βυθίζεται στην αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Η ανεργία, το υπαρξιακό άγχος, η ετερο-απασχόληση και η απασχολησιμότητα δημιουργούν την αίσθηση μιας κοινωνίας εχθρικής απέναντι στη νέα γενιά, με συνέπεια την απαξίωση της γνώσης και της κοινωνικής της λειτουργίας.

Η νεολαία βαδίζει τραγικά μόνη της στην αναζήτηση δημιουργικών προτύπων, έχοντας γύρω της μια κοινωνία γερασμένων και αναξιόπιστων συμβόλων. Χαρακτηριστικά της δυσθυμίας που προκαλεί η εποχή αυτή στη νέα γενιά είναι η απογοήτευση, η δυσπιστία, η περιφρόνηση απέναντι στα συλλογικά αγαθά και τις αξίες του δημόσιου βίου. Καθημερινά στη συνείδηση των νέων ανθρώπων επιβεβαιώνεται η πικρή αλήθεια ότι παντού κυριαρχούν η ευνοιοκρατία, ο ωχαδερφισμός, η εκμετάλλευση, η οικογενειοκρατία, η αναξιοκρατία.

***Το σύνδρομο της νέας φτώχειας: οι «προλετάριοι» με master και διδακτορικό

Τι μέλλον μπορούν να έχουν οι νέοι σήμερα, όταν στην ηλικία των τριάντα, με βασικό μισθό 700 ευρώ δεν καταφέρνουν να αυτοσυντηρηθούν οικονομικά; Τι μπορεί να νιώθουν οι νέοι όταν βλέπουν τους γονείς τους να δαπανούν το μισό οικογενειακό εισόδημα για τις σπουδές τους σε μια προοπτική αμφίβολη και εχθρική; Σε ποιον να πιστέψουν όταν ως υπερ-εκπαιδευμένοι ενήλικες έχουν διανύσει όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και δεν έχουν κατορθώσει το αυτονόητο: να ζουν από την εργασία τους δημιουργικά και με αξιοπρέπεια;

Δυστυχώς, την ίδια στιγμή που η κοινωνική ζήτηση για σπουδές είναι τεράστια, το περιεχόμενο και η προοπτική των σπουδών αυτών φαίνεται να μην μπορούν να τροφοδοτήσουν το μέλλον της νέας γενιάς με αισιοδοξία και ασφάλεια. Παράγωγο της πραγματικότητας αυτής είναι ότι όσο η μόρφωση θα απαξιώνεται, αποτελώντας κενό γράμμα χωρίς αντίκρισμα στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή, τόσο η νέα γενιά θα καταλήγει βορά είτε στη λαιμαργία της τηλεοπτικής υποκουλτούρας και της ασημαντότητας του lifestyle είτε στην απελπισία της τυφλής βίας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς.

***Η παιδεία ως πολιτισμικό αγαθό και η δυναμική του κοινωνικού διαλόγου

Οδιάλογος για την εκπαίδευση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στις αίθουσες της θεσμικής εκπροσώπησης. Επιβάλλεται να διαχυθεί σε κάθε πεδίο κοινωνικών σχέσεων, σε κάθε γωνιά του ελληνικού χάρτη, σε κάθε ζωντανό κύτταρο της νεοελληνικής κοινωνίας. Οι κοινωνικές ομάδες έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να καταθέσουν την άποψή τους για την παιδεία ακόμα κι αν τυπικά ή για λόγους σκοπιμότητας αποκλείονται από τη θεσμική διαδικασία.

Αναμφίβολα το δικαίωμα της άρνησης της συμμετοχής στις θεσμικές διαδικασίες είναι σεβαστό, με τη μόνη διαφορά ότι η «γοητεία» του «θεσμικού αναχωρητισμού» ουδέποτε συνέβαλε ουσιαστικά στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων.

Η ζωντανή κοινωνία που αγωνιά για την επόμενη μέρα, στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου, αναμένει υπεύθυνα και σθεναρά την ανάδειξη των αντιφάσεων, την επισήμανση των ανορθολογισμών, την αποτύπωση της κρίσης και εν τέλει την ολοκλήρωση της ερμηνείας του αδιεξόδου που διέπει το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Από εκεί και πέρα, απαιτείται το πέρασμα στην πράξη, η χάραξη πορείας και η υλοποίηση πολιτικών με αίσθημα ευθύνης και αξιοπιστίας.

Ωστόσο, η παιδεία απαιτείται να (ξανα)ιδωθεί ως εκείνο το νεωτερικό πολιτισμικό πρόταγμα που δύναται να βελτιώνει καθημερινά, αθόρυβα και ουσιαστικά την ποιότητα της κοινωνικής ζωής, το περιεχόμενο της δημοκρατίας, την αξία των συλλογικών αγαθών και του δημόσιου βίου συμβάλλοντας ενεργητικά στην απελευθέρωση του ανθρώπου απ' το σκοτάδι του σύγχρονου «σπηλαίου» της ημιμάθειας, της φτώχειας και του αποκλεισμού. Εν κατακλείδι, σ' αυτή την περιπέτεια ούτε η συστηματική άρνηση ούτε η ιδιώτευση βοηθούν.

* Δρ Κοινωνιολογίας και ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Εκπαίδευση
Για το ίδιο θέμα
Η Παιδεία απαιτεί ουσιαστικό διάλογο