Έντυπη Έκδοση

Ταξίδι στην ουτοπία

«Δέρμα»
* ΣΥΛΛΗΨΗ - ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ελλη Παπακωνσταντίνου
ΟΔC Ensemble - Βυρσοδεψείο

Το «Βυρσοδεψείο» στον Βοτανικό, σήμερα πλέον θεατρική στέγη της ομάδας OΔC Ensemble, υπήρξε το μεγαλύτερο βυρσοδεψείο των Βαλκανίων το 19ου αιώνα, διαστάσεων 3.000 τετραγωνικών μέτρων. Το παλιό βιομηχανικό κτήριο φιλοξενεί ποικίλες θεατρικές ή μουσικές δράσεις και πρώτιστα τις περφόρμανς που υλοποιεί η Ελλη Παπακωνσταντίνου και η ομάδα της (με βασικά μέλη τον ηθοποιό Adrian Frieling και τη χορογράφο Βάλια Παπαχρήστου, αλλά και το μουσικό Τηλέμαχο Μούσα).

Η επίσκεψη στο βιομηχανικό αυτό χώρο αποτελεί μια εμπειρία, η περιπλάνηση του θεατή στις εκάστοτε δράσεις ένα ταξίδι γεμάτο εκπλήξεις. Είναι ευτύχημα που ο χώρος αυτός αξιοποιήθηκε και λειτουργεί, ενώ η πρόσφατη δρομολόγηση ειδικού λεωφορείου με αφετηρία τη στάση του Μετρό «Ελαιώνας» λύνει το βασικό πρόβλημα προσέγγισής του για ένα ευρύτερο κοινό.

Αν το θέατρο είναι ένας άδειος χώρος που δομείται εξαρχής, η Παπακωνσταντίνου αναδομεί σε κάθε της παράσταση στο «Βυρσοδεψείο» ολόκληρο το χώρο, υποτάσσοντάς τον στη θεατρική της σύλληψη. Με αυτή την έννοια, το κτήριο αναδιαμορφώνεται εσωτερικά για να υποδεχτεί μια site specific performance με νέα δομικά υλικά, νέους χώρους περιπλάνησης του κοινού, νέες ιδέες.

Το «Δέρμα» εκτυλίσσεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη, εντυπωσιακή, ξεκινά με την επιλογή από έναν ηθοποιό κάποιων, διαδοχικά, θεατών που περιμένουν την έναρξη της παράστασης στο φουαγέ και τους οποίους οδηγεί σε μια ενδότερη αίθουσα με μια μικρή αποβάθρα. Μπροστά τους η στην προηγούμενη παράσταση -το «Μετά»- έχουσα χρήση θεατρικής σκηνής αίθουσα, τώρα γεμάτη νερό, αναλαμβάνοντας ρόλο Αχέροντα ποταμού. Οι θεατές επιβιβάζονται σε μια μικρή βάρκα-σχεδία με οδηγό στο κουπί τον Χάροντα αυτοπροσώπως, ενώ, καθώς διασχίζουν αμήχανοι την απόσταση εν πλω, αντικρίζουν στα πλάγια διάφορα ανησυχητικά αντικείμενα έως ότου φθάσουν στην απέναντι όχθη-πόρτα που ανοίγει στην κυρίως θεατρική αίθουσα, με διακριτή τη σκηνή και τις καρέκλες της «πλατείας» σκόρπιες στο χώρο και σε διαφορετικά επίπεδα.

Η όλη διαδικασία αποτελεί μια πραγματική εμπειρία, καθώς η βάρκα κάνει συνεχή δρομολόγια έως ότου μεταφέρει όλους τους θεατές στα άδυτα ενός παράλληλου κόσμου: εκείνου όπου το καπιταλιστικό σύστημα έχει μετατρέψει τους πολίτες σε μηχανοποιημένα όντα, σε άτομα πρόσφορα για σφαγή.

Οι δράσεις αρχίζουν με τους περφόρμερ να κινούνται ως απαθή, μηχανικά όντα που επιτελούν τις «εργασίες» τους, ενώ ένας απρόσωπος κρατικός μηχανισμός καθορίζει τις τύχες τους, τη ζωή ή το θάνατό τους. Στο μεγάλο τραπέζι του βάθους θα βρεθούν διαδοχικά, υποτακτικά, με ρούχο τους το δέρμα, σημαδεμένοι με σταυρό, έτοιμοι για τη σφαγή, όπως ακριβώς τα ζώα.

Ενδιάμεσα ακούγονται κείμενα από φιλοσόφους και κοινωνικούς στοχαστές ή τραγούδια όπως το παραδοσιακό ποντιακό «Πάρθεν η Ρωμανία» κ.ά. σε διασκευή και μουσική του Τηλέμαχου Μούσα, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην όλη παράσταση. Η κινησιολογία των ηθοποιών, εξίσου βασικό στοιχείο, οφείλεται στη Βάλια Παπαχρήστου και στη Χριστίνα Σουγιουλτζή, ενώ η πολυσύνθετη σκηνογραφία και τα πολύμορφα, ευφάνταστα, άκρως θεατρικά κοστούμια σχεδιάστηκαν από τους Τέλι Καρανάνο και Αλεξάνδρα Σιάφκου, δύο καλλιτέχνες που καταθέτουν πάντοτε το ιδιαίτερο στίγμα τους σε παραστάσεις που αναλαμβάνουν.

Το πρώτο αυτό μέρος του δρώμενου είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, με μήνυμα ανατρεπτικό και ταυτόχρονα καταγγελτικό του όλου πολιτικού συστήματος: η κινησιολογία και οι πράξεις των ηθοποιών ιδιαίτερα εύγλωττες, τόσο ώστε σε κάποια σημεία τα αποσπάσματα λόγου να ηχούν περιττά. Και πράγματι, η ανάγκη της σκηνοθέτιδος αλλά και του δραματουργού της Στάθη Γραφανάκη να αναγάγουν την όλη περφόρμανς στον «Λεβιάθαν» του Χομπς μάλλον τεχνητή και επίπλαστη φαντάζει παρά ουσιαστική. Η εικόνα είναι ήδη ενδεδυμένη με αρκετή δύναμη, οι περφόρμερ τσαλακώνονται δίχως όρια, προσφερόμενοι κυριολεκτικά στο βωμό της σκηνής, καθιστώντας το μήνυμα ικανοποιητικά σαφές ώστε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί να καθίστανται ξένο, βίαια επικολλημένο σώμα και κυρίως αναχρονιστικοί.

Για τα θέματα που θίγει η παράσταση έχει χυθεί έκτοτε πολύ μελάνι και έχουν διατυπωθεί πολλές σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες που ερμηνεύουν καλύτερα τις σύγχρονες καταστάσεις.

Το ίδιο ισχύει και για τις σχετικές προσεγγίσεις που διαβάζει κανείς στο προσεγμένο πρόγραμμα της παράστασης: εκβιαστική ερμηνεία, αβάσιμη θεωρητικά από τη στιγμή μάλιστα που γίνεται αναφορά σε διακείμενα - η διακειμενικότητα προκύπτει από την ανάγνωση του θεατή, δεν επιβάλλεται εκ των προτέρων από τον καλλιτέχνη.

Το δεύτερο μέρος διαδραματίζεται στην εφαπτόμενη αίθουσα και αρκεί η αναστροφή των καθισμάτων από τους θεατές ώστε να έχουν την οπτική πρόσβαση προς αυτή. Ενα μεγάλο αλώνι με χώμα φιλοξενεί ένα ξέφρενο μουσικό πανηγύρι με αιωρήσεις και ποικίλες μορφές σχεδόν ακροβατικών δράσεων, ενώ ακούγονται στα αγγλικά επαναλαμβανόμενα λόγια του Δαλάι Λάμα που τονίζουν ακριβώς ότι «δεν υπάρχει ανάγκη από περίπλοκες φιλοσοφίες ή ναούς».

Για τους συντελεστές, το πανηγύρι αυτό είναι συνυφασμένο με το πένθος, με άταφους νεκρούς (του Ελληνοαλβανικού πολέμου), με επικήδειους. Φοβάμαι όμως ότι μοιάζει σαν να προέρχεται από άλλο έργο ή ότι οι συντελεστές θέλησαν βεβιασμένα να ενσωματώσουν μιαν άλλη ιδέα στο προϋπάρχον παραστασιακό σύστημα. Νομίζω ότι λειτουργεί σε βάρος του πρώτου, ιδιαίτερα δυνατού πρώτου μέρους.

Η όλη περφόρμανς πάντως, με τις εκπλήξεις της, έστω κι αν κάποιες λιγότερο ευτυχείς, αποτελεί μια δυνατή εμπειρία και προσφέρεται για εξίσου έντονες συζητήσεις. Κι αυτό αξίζει, αφού σπανίζει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου