Έντυπη Έκδοση

Μια χώρα που θα καταπιεί τον εαυτό της

Αν κάποιος επισκεφθεί την ιστοσελίδα του υπουργείου Εσωτερικών και ακολουθήσει τις ενημερωτικές υποδείξεις για τις ευρωεκλογές, θα νομίσει ότι σε αυτές μπορούν να ψηφίσουν μόνον Ελληνες πολίτες.1 Αντιθέτως, και οι αλλοδαποί πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης μπορούν, όχι μόνο να ψηφίσουν, αλλά και να εκλεγούν συμμετέχοντας στα ψηφοδέλτια των ελληνικών κομμάτων, όπως συχνά συμβαίνει με Ελληνες που έχουν την τύχη να ζουν σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να συμμετέχουν στα ευρωψηφοδέλτια κομμάτων άλλων χωρών.

Αυτή η προφανής γκάφα αναδεικνύει την πραγματική στάση της ελληνικής διοίκησης, που οχυρωμένη πίσω από μια ψυχωσική ψευδαίσθηση εθνικής ομοιογένειας ανθίσταται σε κάθε θετική βούληση πολιτών άλλης χώρας για συμμετοχή σε μια κοινή συλλογικότητα. Αυτή η σταθερά έως τώρα έχει ισχύσει, αδιακρίτως του κόμματος που έχει τη διακυβέρνηση. Ενυπάρχει ακόμη και στη ρητορική άλλων «προοδευτικών» κομμάτων, όπως του ΚΚΕ, με μια ανοικονόμητη και μονολιθική περιφρόνηση κάθε τι ευρωπαϊκού. Οι εκφάνσεις αυτής της στάσης ποικίλλουν από τη δραματικά εξευτελιστική ή βίαιη μεταχείριση μεταναστών και προσφύγων έως την απλά υποτιμητική και απαξιωτική αδιαφορία απέναντι στους Ευρωπαίους πολίτες που ζουν στη χώρα. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το ότι ένας Ευρωπαίος πολίτης που διαμένει στην Αθήνα, εφόσον θέλει να δηλώσει τη διαμονή του στην Αθήνα, δυνάμενος έτσι να ασκήσει και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις ευρωεκλογές, υποχρεώνεται να συνωστιστεί από την προηγούμενη νύχτα και τα χαράματα μιας εργάσιμης μέρας πίσω από την Πέτρου Ράλλη, όπως ακριβώς οι αιτούντες άσυλο το Σαββατοκύριακο, για να πάρει «χαρτάκι» προτεραιότητας και, εφόσον είναι τυχερός, κάποια στιγμή της ημέρας να εξυπηρετηθεί. Αν μάλιστα ρωτήσει στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς πώς μπορεί να δηλώσει τη διαμονή του στην Ελλάδα, οι αστυνομικοί υπάλληλοι το πιο πιθανό είναι ότι θα δηλώσουν άγνοια. Γι' αυτό και οι περισσότεροι πολίτες της Ε.Ε., που διαμένουν στη χώρα, απαξιούν καν να δηλώσουν τη διαμονή τους και άρα στερούνται των δικαιωμάτων που αυτή τους παρέχει, ενώ συνεχίζουν να φορολογούνται κανονικά ως κάτοικοι και εργαζόμενοι, για το οποίο φυσικά δεν απαιτείται καμιά δήλωση.

Αυτή η στάση κάποτε παίρνει τις διαστάσεις της αυτοχειρίας. Αν η μετανάστευση της δεκαετίας του '90 ήταν θησαυρός που η Ελλάδα βρήκε στον δρόμο, σωσίβιο για την οικονομική της ανάπτυξη και την επιβίωσή της σε μια περίοδο έντονης ανταγωνιστικότητας της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, σήμερα έχει τον θησαυρό μέσα στο σπίτι και ονομάζεται «μιάμιση» και δεύτερη γενιά μεταναστών. Και η Ελλάδα ετοιμάζεται να τον πετάξει από το παράθυρο.

Η πιο σημαντική πτυχή της σημερινής μεταναστευτικής εμπειρίας είναι εκείνη των παιδιών μεταναστών που μετανάστευσαν ανήλικα ή γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Αυτοί οι νεαροί ταξιδιώτες της Ιστορίας, που δικαίως αρνούνται τον χαρακτηρισμό μετανάστες, είναι η «μιάμιση» και η «δεύτερη γενιά» μεταναστών. Μεγάλωσαν ή ενηλικιώθηκαν στη χώρα φέρνοντας έναν αέρα ανανέωσης στην αποπνικτική ατμόσφαιρα μιας μονοδιάστατα και συγκυριακά προσλαμβανόμενης «ελληνικότητας», όπως σε έναν κλειστοφοβικά γεμάτο ανελκυστήρα, όπου κανείς δεν μπορεί να μπει ή να βγεί και που συχνότερα βυθίζεται στο σκοτάδι παρά ανυψώνεται στο φως.

Η πρόταση της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου για έναν Νέο Κώδικα Ιθαγένειας (www.hlhr.gr/index.htm), νιώθοντας τον άνεμο της αλλαγής και αφουγκραζόμενη την κοινωνία και τη δίψα για συμμετοχή χωρίς αποκλεισμούς, φέρνει το επιτακτικό αίτημα της εισαγωγής του δικαίου του εδάφους. Της αναγνώρισης του δικαιώματος στην ιθαγένεια ως του βελτίστου μέσου για την ικανοποίηση του πλέον σημαντικού χρέους και ευθύνης των πολιτών μιας συνταγματικής οντότητας: την πλήρη συμμετοχή στην πολιτική και κοινωνική ζωή.

Αναντίρρητα η διεκδίκηση αλλά και η απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων των παιδιών των μεταναστών και όσων θέλουν να γίνουν Ελληνες πολίτες, επενδύοντας σε ένα συνταγματικό όραμα συμμετοχής και συλλογικότητας, θα οδηγήσει στον μετασχηματισμό αυτού που μέχρι τώρα ξέρουμε και προσλαμβάνουμε ως δεδομένη σταθερά για τη μορφή της ελληνικής Πολιτείας και κοινωνίας. Ισως αυτό ακριβώς να φοβούνται και όσοι επικαλούνται -ομολογώ με σοκαριστική περιφρόνηση του «λαού», δηλαδή αυτών που τους νομιμοποιούν- την «ανωριμότητα» της τελευταίας. Λένε δηλαδή ότι η κοινωνία προτιμά μόνο να εκμεταλλεύεται τη δυσμενή εργασιακά και διοικητικά (ως προς τη διαμονή και τη γραφειοκρατία) θέση των μεταναστών που μπορούν μόνο να συνεχίζουν να εργάζονται και να συμμετέχουν στην ευημερία της χώρας, ενώ δεν θέλει να συναποφασίζουν για το παρόν και το μέλλον της. Είναι, βέβαια, γνωστόν ότι η συμπίεση των μισθών και του εργατικού κόστους στο διηνεκές με βάση την εκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστών έχει βλάψει και θα συνεχίσει να το κάνει, την ούτως ή άλλως επισφαλή θέση όλων των εργαζομένων της χώρας. Και πιστέψτε με, οι Ελληνες εργαζόμενοι αυτό το έχουν καταλάβει, ενώ οι νέοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το παρόν και το μέλλον τους χωρίς διακρίσεις εθνικότητας, φυλής ή άλλης μορφής. Ευτυχώς που αυτοί δεν παραδίδονται στη θλιβερή αυτοεικόνα των κρατούντων.

Στα τέλη Μαρτίου του 2009 το αρμόδιο υπουργείο Εσωτερικών προκήρυξε επιτέλους τα προγράμματα ένταξης πολιτών τρίτων χωρών (με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και εθνική συμμετοχή) «Εστία» για τα έτη 2007 και 2008. Μόνο που φρόντισε να το κάνει με έναν γνώριμο τρόπο, που παραπέμπει σε κακοδιοίκηση και αδιαφάνεια. Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος, όπως εγκρίθηκε από την Ε.Ε., αποδέκτες της χρηματοδότησης είναι η τοπική αυτοδιοίκηση και η κοινωνία πολιτών, μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις μεταναστών. Παρ' όλα αυτά οι προκηρύξεις των επιμέρους προγραμμάτων, εμμέσως πλην σαφώς, αποκλείουν το μεγαλύτερο μέρος των οργανώσεων μεταναστών και των δικαιωμάτων. Επιτρέπουν, αντιθέτως, τη συμμετοχή ιδιωτικών εταιρειών. Κάποια από αυτά είναι εξαιρετικά, αν όχι υπερβολικά δαπανηρά (700.000 ευρώ για μια καμπάνια στα media) και αδόκιμα. Αντιθέτως, πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο θα είχαν πολλά περισσότερα μικρότερα στοχευμένα προγράμματα σε όλη την Ελλάδα με τα ίδια χρήματα. Προβλέπονται, εκτός των άλλων, προϋποθέσεις συμμετοχής, όπως ετήσιος τζίρος και εγγυητικές επιστολές ίσες προς το 10% της δαπάνης (π.χ.70.000 ευρώ στο παραπάνω πρόγραμμα) και ύπαρξη προσωπικού οικονομικής διαχείρισης, ενώ ζητείται μισθωτήριο ή τίτλος κυριότητας έδρας, κάτι που άλλωστε έχουν ήδη, εφόσον έχουν καταστατικό και έναρξη στην Εφορία. Σε μια χώρα όπου οι εθελοντικές ΜΚΟ προάσπισης των δικαιωμάτων αλλά και η ελεύθερη έρευνα δεν χρηματοδοτούνται συστηματικά από το κράτος -πόσω μάλλον οι οργανώσεις των μεταναστών- αυτές οι προϋποθέσεις αποτρέπουν τη συμμετοχή τους, επιφέροντας το αντίθετο του διακηρυκτικά επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Ομως, το πιο πρόδηλα προβληματικό στοιχείο είναι η εξαιρετικά βραχεία προθεσμία υποβολής προτάσεων που είχε τεθεί αρχικά (20 μέρες). Η διαμαρτυρία φορέων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέβαλε στην παράταση μίας εβδομάδας, που ανακοινώθηκε 3 μέρες πριν από τη λήξη της αρχικής προθεσμίας.

Σε άλλους τομείς, αυτό που λείπει, ανάμεσα σε άλλα, για μια σοβαρή επένδυση είναι τα χρήματα, όπως στην υγεία και την εκπαίδευση. Εδώ τα χρήματα υπάρχουν, έστω και μέσα από την Ευρωπαϊκή Ενωση, τους πολίτες της οποίας δεν πολυθέλουμε στα πόδια μας και αποτρέπουμε τη συμμετοχή τους στις ευρωεκλογές.

* Διευθυντής Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού & της Ξενοφοβίας ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ www.hlhr.gr

1 http://www.ypes.gr/ekloges/content/gr/europ_fr.htm

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα
Στο διαδίκτυο