Έντυπη Έκδοση

Η ΙΣΧΥΡΗ ΣΕΙΣΜΙΚΗ ΔΟΝΗΣΗ ΣΤΙΣ 4.11 ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ, ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ 58 ΧΛΜ. ΔΥΤΙΚΑ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ, ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΠΡΟΣΕΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ Η ΜΙΚΡΗ ΜΕΤΑΣΕΙΣΜΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ

Τα 6,4 Ρίχτερ δεν μέτρησαν λόγω εστιακού βάθους και γερών κτηρίων

Το 1856, βόρεια του Ηρακλείου είχε σημειωθεί ο μεγαλύτερος γνωστός σεισμός στον ελληνικό χώρο, 8,2 Ρίχτερ

Σχετικά με την περιοχή, όπου εκδηλώθηκε ο σεισμός, ο κ. Μακρόπουλος εξηγεί ότι βρίσκεται στο λεγόμενο «Ελληνικό Τόξο» όπου συγκρούονται οι δύο τεκτονικές πλάκες της Ευρασίας και της Αφρικής

Το επίκεντρο στη θαλάσσια περιοχή, περίπου 58 χιλιόμετρα δυτικά των Χανίων, το ενδιάμεσο εστιακό βάθος των 48 χιλιομέτρων και οι καλές και ανθεκτικές κατασκευές στην Κρήτη ήταν οι τρεις βασικοί λόγοι που δεν μετρήσαμε υλικές ζημιές από την ισχυρή σεισμική δόνηση 6,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που σημειώθηκε στις 4.11 το απόγευμα του Σαββάτου, μία ημερα πριν απ' την 13η Οκτωβρίου, Διεθνή Ημέρα για τη Μείωση των Επιπτώσεων των Φυσικών Καταστροφών (International Day for Natural Disaster Reduction). Ο σεισμός δεν είχε προσεισμούς και προκάλεσε μία μικρή φυσιολογική μετασεισμική ακολουθία.

Σύμφωνα με τον ΟΑΣΠ, σαν προχθές, το 1856, βόρεια του Ηρακλείου είχε σημειωθεί ο μεγαλύτερος γνωστός σεισμός στον ελληνικό χώρο, 8,2 Ρίχτερ, ενδιάμεσου βάθους με θύματα: στην Κρήτη 538 νεκρούς και 638 τραυματίες, στη Ρόδο 60 νεκρούς και στην Κάρπαθο 20. Οι μεγαλύτερες εντάσεις παρατηρήθηκαν στο Ηράκλειο, όπου μόνο 18 σπίτια παρέμειναν κατοικήσιμα από τα 3.620 της πόλης. Τα χωριά Καλέσα, Πετροκέφαλο, Πενταμόδι, Αγιος Μύρων, Κιθαρίδα, Ασσίτες και Βούτες καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Ευτυχώς μεγάλου βάθους

Το μεγάλο εστιακό βάθος του σεισμού, στα δυτικά των Χανίων, μειώνει τις πιθανότητες μεγάλων και πολλών μετασεισμών, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μακρόπουλο, διευθυντή του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ο ίδιος εξηγεί πως «όσο μεγαλύτερο είναι το βάθος ενός σεισμού τόσο πιο μακριά επεκτείνεται - εξαπλώνεται το κύμα και τόσο μικρότερους και λιγότερους μετασεισμούς προκαλεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο συγκεκριμένος σεισμός έγινε αισθητός ακόμη και από κατοίκους του Φαλήρου, αν και το επίκεντρό του απέχει 274 χλμ. από την Αθήνα, ενώ συγχρόνως σημειώθηκαν δεκάδες μετασεισμοί. Σχετικά με την περιοχή, όπου εκδηλώθηκε ο σεισμός, ο κ. Μακρόπουλος εξηγεί ότι βρίσκεται στο λεγόμενο «Ελληνικό Τόξο» όπου συγκρούονται οι δύο τεκτονικές πλάκες της Ευρασίας και της Αφρικής. Το τόξο αυτό ξεκινά από τη Λευκάδα, διασχίζει τα νησιά του Ιονίου, διαπερνά τη δυτική Πελοπόννησο, εκτείνεται στο νότιο θαλάσσιο χώρο της Κρήτης και ανεβαίνει ανάμεσα από τα Δωδεκάνησα. Είναι γεγονός, σημειώνει ο κ. Μακρόπουλος, ότι η περιοχή είναι σεισμολογικά επιβαρημένη και έχουν συμβεί αρκετά σημαντικοί σεισμοί, με κυριότερο αυτόν του 365 μ.Χ. μεγέθους 8,2 βαθμών και συγχρόνως το μεγαλύτερο τσουνάμι στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αλλά και στον 20ό αι. συνέβησαν αρκετοί σημαντικοί σεισμοί.

Την εκτίμηση ότι ο ισχυρός σεισμός το απόγευμα του Σαββάτου στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης και Αντικυθήρων ήταν ο κύριος σεισμός, προσδιορίζοντας και το τελικό του μέγεθος στα 6,4 Ρίχτερ, έκανε το βράδυ του Σαββάτου από τα Χανιά ο αντιπρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας, Ευθύμης Λέκκας, καθηγητής Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο κ. Λέκκας προήδρευσε στη συνεδρίαση του νομαρχιακού συντονιστικού οργάνου για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, κατά τη διάρκεια της οποίας ενημερώθηκε για τη γενική εικόνα των ζημιών που άφησε πίσω του ο Εγκέλαδος.

Οπως δήλωσε ο κ. Λέκκας, «ήταν ένας σεισμός που ανησύχησε ιδιαίτερα τον πληθυσμό, αλλά είχε περιορισμένες βλάβες για το μέγεθός του. Κατέδειξε ότι ο δομημένος ιστός της Κρήτης αντεπεξέρχεται και σε πολύ μεγάλα σεισμικά γεγονότα. Πέρα από τα χαρακτηριστικά του σεισμού μπορώ να πω ότι η κρατική μηχανή κινήθηκε άμεσα», είπε και συμπλήρωσε ότι «οι κάτοικοι δεν πρέπει να ανησυχούν, να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους και πρέπει βεβαίως τα σπίτια που έχουν υποστεί κάποιες ζημιές και είναι παλιά σπίτια, να μην κατοικηθούν απόψε, όπως επίσης να μην περνάμε από απόκρημνες περιοχές όπου είναι πιθανό ακόμα και μια μικρή δόνηση να δημιουργήσει κάποιες κατολισθήσεις. Συνολικά, πιστεύω ότι ανταποκριθήκαμε πάρα πολύ καλά και όλα θα εξελιχθούν ομαλά».

«Ο σεισμός του Σαββάτου», σημειώνει ο δρ Αθανάσιος Γκανάς, γεωλόγος-σεισμολόγος του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, «δεν έδωσε τσουνάμι.Αυτό το μεγάλο βάθος σε σχέση και με το μέγεθος απέκλεισε τη δυνατότητα γένεσης τσουνάμι. Ο σεισμός έσπασε ένα κομμάτι μήκους 20 - 25 χιλιομέτρων από το μεγάλο, ανάστροφο ρήγμα που βρίσκεται στην επαφή των δύο πλακών, Αφρικής και Ευρασίας. Η συνολική επιφάνεια που έσπασε υπολογίζεται σε 400 - 500 τετραγωνικά χιλιόμετρα με βάση εμπειρικές σχέσεις για τέτοιους σεισμούς. Ο σεισμός αυτός είναι ο μεγαλύτερος μετά το 2008 και έρχεται να προστεθεί στη σειρά μεγάλων σεισμών που έγιναν την τελευταία πενταετία στο ελληνικό τόξο: 1/7/2009 Μ=6,3 (ανοιχτά Ιεράπετρας), 1/4/2011 Μ=6,0 (Κάρπαθος), 10/6/2012 Μ=6,0 (ανατολικά της Ρόδου) και 15/6/2013 (ανοιχτά Γαύδου), Μ=6.1. Η σεισμικότητα πάνω στο τόξο αποδεικνύει ότι η σύγκλιση των δύο πλακών δεν είναι :ασεισμική", όπως πιστεύεται από αρκετούς επιστήμονες, αλλά συνοδεύεται από ισχυρούς σεισμούς με συμπιεστικό χαρακτήρα και με φορά κίνησης της πάνω πλάκας (του Αιγαίου) από Βορρά προς Νότον».

Ενας τέτοιος σεισμός κάθε χρόνο

«Ο σεισμός της 12ης Οκτωβρίου», προσθέτει ο Αθανάσιος Γκανάς, «είναι σημαντικός διότι: α) μας επιβεβαιώνει ότι το βάθος της αφρικανικής πλάκας δυτικά της Φαλάσαρνας του Νομού Χανίων βρίσκεται το πολύ στα 60 χιλιόμετρα (και ίσως στα 45-50 χιλιόμετρα), β) μας δείχνει ότι η γωνία κλίσης του σεισμικού ρήγματος είναι μικρή (μικρότερη των 20 μοιρών από την οριζόντια) όπως δείχνει η πλειονότητα των λύσεων των μηχανισμών γένεσης που έχουν δημοσιεύσει τα μεγάλα σεισμολογικά κέντρα διεθνώς. Ο σεισμός δεν είχε προσεισμούς και προκάλεσε μία μικρή μετασεισμική ακολουθία (με 38 μετασεισμούς το πρώτο 24ωρο), όπως συμβαίνει για μεγάλους σεισμούς του τόξου».

«Η ισχυρή σεισμική δόνηση μεγέθους 6,4 Ρίχτερ που σημειώθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, στον υποθαλάσσιο χώρο δυτικά του Νομού Χανίων, στατιστικά είναι το μέσο αναμενόμενο μέγεθος σεισμού που συμβαίνει στον ελληνικό χώρο κάθε χρόνο», προσθέτει ο δρ Σταύρος Τάσσος, σεισμολόγος. «Αυτό που μπορούμε να πούμε και για το σεισμό αυτό είναι ότι για άλλη μία φορά η απόσταση, τόσο οριζόντια (58 χλμ. από τα Χανιά) όσο και κατακόρυφα λόγω του σχετικά μεγάλου εστιακού βάθους (60 χλμ.), από κατοικημένη περιοχή μας έσωσε από τα χειρότερα».

Η τιτάνια μάχη των λιθοσφαιρικών πλακών στο νότιο Αιγαίο

Το ελληνικό τόξο, ξεκινώντας από την Κεφαλονιά, διασχίζει το νότιο Ιόνιο ανατολικά της Πελοποννήσου και περνώντας νότια της Κρήτης καταλήγει στη Ρόδο. Εδώ τα Ρίχτερ χτυπούν με μεγέθη που φθάνουν ακόμη και τους 7,5 βαθμούς. Είναι το όριο επαφής και σύγκλισης της αφρικανικής με την ευρασιατική λιθοσφαιρική πλάκα, που η πρώτη βυθίζεται με ταχύτητα περίπου 4,5 εκατοστών το χρόνο κάτω από τη δεύτερη, και είναι αυτή η τιτάνια «μάχη» των πλακών στο νότιο Αιγαίο η κύρια αιτία εκδήλωσης των περισσότερων σεισμών στην Ελλάδα.

Η μεγαλύτερη σεισμική δραστηριότητα παρουσιάζεται στο δυτικό τμήμα του ελληνικού τόξου, όπου και σημειώθηκαν οι πρόσφατες ισχυρές δονήσεις στο θαλάσσιο χώρο νοτίως της Καλαμάτας και μεταξύ Λευκάδας - Πρέβεζας. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, η Ελλάδα, από άποψη σεισμικότητας, κατέχει την πρώτη θέση στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη καθώς και την έκτη θέση σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά τις Ιαπωνία, Νέες Εβρίδες, Περού, Νησιά Σολομώντα και Χιλή. Βασικό τεκτονικό γνώρισμα του ελληνικού χώρου είναι το ελληνικό τόξο. Το ελληνικό τόξο (τόξο του Αιγαίου) αποτελεί το όριο επαφής της ευρασιατικής λιθοσφαιρικής πλάκας -τμήμα της οποίας είναι το Αιγαίο- και της αφρικανικής πλάκας -τμήμα της οποίας είναι η λιθόσφαιρα της ανατ. Μεσογείου. Οι δύο λιθοσφαιρικές πλάκες συγκλίνουν στην περιοχή αυτή με σχετική ταχύτητα 2,5 εκατοστά το χρόνο, με συνέπεια την καταβύθιση της ωκεάνιας πλάκας της ανατολικής Μεσογείου, λόγω μεγαλύτερης πυκνότητας, κάτω από την ηπειρωτική πλάκα του Αιγαίου.

Ελληνικό τόξο

Το τόξο που δημιουργείται στην περίπτωση αυτή αποτελείται από την ελληνική τάφρο, το νησιωτικό τόξο, την οπισθοτάφρο και το ηφαιστειακό τόξο. Η τάφρος δημιουργείται κατά μήκος της επαφής των δύο πλακών. Πρόκειται για ένα σύστημα τάφρων, μία σειρά από βαθιές θαλάσσιες λεκάνες από τη Ρόδο έως και την Κεφαλονιά (γνωστή και ως ελληνική δίαυλος) Το μέγιστο βάθος της εντοπίστηκε νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου στο Ιόνιο πέλαγος (βάθος περίπου 4.500 μ.). Αυτό είναι το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου. Το νησιωτικό τόξο αποτελείται από μια σειρά διαδοχικών νησιών, όπως η Ρόδος, η Κρήτη, τα Κύθηρα, και από την Πελοπόννησο. Τοποθετείται παράλληλα ως προς την τάφρο και σε μικρή απόσταση από αυτήν. Το τόξο αυτό δημιουργείται από την παραμόρφωση και ανύψωση πετρωμάτων (κυρίως ιζηματογενών) του περιθωρίου της ευρασιατικής πλάκας και περιλαμβάνει πολύ παραμορφωμένα πετρώματα της αλπικής πτύχωσης. Η οπισθοτάφρος είναι μία θαλάσσια λεκάνη (Κρητικό πέλαγος), μικρότερου βάθους από την τάφρο. Το μέγιστο βάθος της φτάνει περίπου τα 2.000 μ. Η λεκάνη αυτή βρίσκεται μπροστά από το νησιωτικό τόξο και πάνω στην ευρασιατική πλάκα. Το ηφαιστειακό τόξο αποτελείται από διαδοχικά ηφαίστεια (ενεργά και ανενεργά): Σουσάκι, Μέθανα, Μήλος, Σαντορίνη, Νίσυρος. Η δημιουργία τους οφείλεται σε ανάτηξη υλικού της υποβυθιζόμενης αφρικανικής πλάκας. Κατά την άνοδό του το υλικό αυτό διαπερνά την Ευρασιατική πλάκα και σχηματίζει τα ηφαίστεια.

Σεισμοί ενδιάμεσου βάθους

Οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους (βάθος εστίας μεγαλύτερο των 60 χλμ. και μικρότερο των 180 χλμ.) εκδηλώνονται στην περιοχή του Ν. Αιγαίου. Τα επίκεντρα διατάσσονται σε μία ζώνη παράλληλη με το ελληνικό τόξο, ενώ οι εστίες βρίσκονται πάνω στη ζώνη Benioff (μια περιοχή δηλαδή πίσω από το νησιωτικό τόξο, που δίνει σεισμούς με αυξανόμενο εστιακό βάθος όσο απομακρυνόμαστε από το τόξο. Η ζώνη αυτή εμφανίζεται λόγω της καταβυθιζόμενης πλάκας, που κατεβαίνει σε όλο και μεγαλύτερο βάθος πίσω από το τόξο, και της αποκόλλησης τμημάτων της καθώς λιώνει) η οποία κλίνει με γωνία περίπου 35 μοιρών από το κυρτό προς το κοίλο μέρος του τόξου, από την Ανατ. Μεσόγειο προς το Αιγαίο πέλαγος. Τα εστιακά τους βάθη φτάνουν περίπου έως 160 χλμ.

Στην ευρύτερη περιοχή της Κρήτης δύο κατηγορίες σεισμών λαμβάνουν χώρα. Οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους στο θαλάσσιο χώρο βόρεια του νησιού και οι επιφανειακοί σεισμοί βάθους εστίας μικρότερου των 60 χλμ., που τα επίκεντρά τους τοποθετούνται πάνω στο νησί ή στο νότιο γειτονικό θαλάσσιο χώρο. Ο μεγαλύτερος σεισμός του αιώνα μας έγινε το 1903 στα Κύθηρα, ΒΔ και σε μικρή απόσταση από την Κρήτη, και είχε μέγεθος 8,0 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ. Πριν από περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια η αφρικανική πλάκα άρχισε να κινείται βόρεια προς την Ευρώπη και να γλιστράει κάτω από την ευρασιατική, η οποία φτάνει μέχρι τη νότια Ελλάδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι βαθιές τάφροι Πιλινίου και Στράβωνος και οι οροσειρές Δειναρίδες (Σερβία και Πίνδος) και Ελλγηνίδες (Πελοπόννησος, Κρήτη και Ρόδος). Την ίδια εποχή, το Αιγαίο πέλαγος άρχισε να επεκτείνεται με σχετικά ταχύ ρυθμό. Αυτή η κίνηση έσπρωχνε την Πελοπόννησο νοτιοδυτικά και την Κρήτη νότια. Η ευρασιατική πλάκα γλιστρούσε πάνω από την αφρικανική, με αποτέλεσμα να ανυψώνεται περισσότερο. Αυτές οι κινήσεις συνεχίζονται ακόμα και σήμερα καθώς η αφρικανική πλάκα κινείται βόρεια κατά 1,5 εκατοστό το χρόνο, ενώ η ευρασιατική νοτιοδυτικά κατά 2,9 εκατοστά το χρόνο.

Ηφαίστεια και τσουνάμι

Ετσι η Κρήτη μεταβάλλεται ακόμα και σήμερα, καθώς η βόρεια πλευρά βυθίζεται σταδιακά, ενώ αντίθετα η νότια ανυψώνεται. Καθώς η αφρικανική πλάκα αναγκάζεται να κατεβεί σε μεγαλύτερο βάθος προς το κέντρο της Γης, συναντά υψηλότερες θερμοκρασίες και αρχίζει να λιώνει. Αυτό δημιουργεί εκρηκτικές καταστάσεις μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βόρεια της Κρήτης, όπου υπάρχουν αρκετά ηφαίστεια σε νάρκη. Το πιο γνωστό είναι αυτό της Σαντορίνης, που εξερράγη πριν από 3.500 χρόνια. Η έκρηξη, όπως γνωρίζουμε, είχε σημαντικές συνέπειες για την Κρήτη. Εκτιμάται ότι το παλιρροϊκό κύμα έφτασε πολλά μέτρα ύψος ύψος και σάρωσε τις βόρειες ακτές του νησιού, ενώ η σεισμική δόνηση προξένησε μεγάλες καταστροφές σε όλο το νησί.

ΠΗΓΗ: ΟΑΣΠ

Δύο τραυματίες και κατάρρευση σπιτιού στα Χανιά

Ζημιές αλλά και ανησυχία προκάλεσε η ισχυρή σεισμική δόνηση 6,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που σημειώθηκε στις 4.11 το απόγευμα του Σαββάτου στη θαλάσσια περιοχή δυτικά των Χανίων.

Τραυματίστηκαν δύο άνθρωποι, ο ένας όταν πήδησε από το παράθυρο πρώτου ορόφου και ο άλλος οδηγός αυτοκινήτου που διερχόταν το φαράγγι του Θερίσου όταν έπεσαν πέτρες. Ο τραυματίας μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Χανίων. Τμήμα σπιτιού κατέρρευσε στο Ελος Κισσάμου.

Σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, ο σεισμός ήταν μεγέθους 6,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και το εστιακό του βάθος ήταν 48 χιλιόμετρα.

Το επίκεντρο του σεισμού, σύμφωνα με το Εργαστήριο Γεωφυσικής και Σεισμολογίας του ΤΕΙ Κρήτης, εστιάζεται στη θαλάσσια περιοχή περίπου 30 χιλιόμετρα δυτικά του Πλατάνου Κισσάμου Χανίων.

Ο σεισμός έγινε αισθητός σε μεγάλο τμήμα της νότιας Ελλάδας, σχεδόν σε ολόκληρη την Πελοπόννησο -Σπάρτη, Ηλεία, Πάτρα- και στην Αττική.

Στα Χανιά οι κάτοικοι πετάχτηκαν στους δρόμους ενώ σε σούπερ μάρκετ και άλλες επιχειρήσεις έπεσαν από τα ράφια εμπορεύματα. Στον επαρχιακό δρόμο Χανιά - Θέρισο σημειώθηκε πτώση βράχων στο οδόστρωμα και στο σημείο έσπευσε όχημα της Πυροσβεστικής.

Ζημιές σημειώθηκαν στο εσωτερικό πολλών σπιτιών, ενώ αρκετά μάρμαρα έπεσαν και στο εμπορικό κέντρο Ερμής στην οδό Μπουνιαλή στο κέντρο των Χανίων.

Πέτρες έπεσαν στο δρόμο από Περβόλια προς Θέρισο, ενώ ζημιές αναφέρθηκαν στο υδροαρδευτικό δίκτυο της περιοχής.

Επίσης, ένας ελαφρύς τραυματισμός σημειώθηκε όταν εργάτης που βρισκόταν στο μπαλκόνι, πήδησε στο δρόμο από τον πρώτο όροφο και έπεσε σε οροφή σταθμευμένου Ι.Χ.

Πτώση βράχων αναφέρθηκε στο δρόμο ανάμεσα σε Παλιόχωρα και Κουντούρα.

Συντρίμμια έγινε τμήμα του διώροφου σπιτιού μιας 75χρονης στο Ελος Κισσάμου, καθώς κατέρρευσε το βορειοδυτικό τείχος και μέρος της όροφής του. Τη στιγμή του σεισμού τόσο η 75χρονη όσο και ο γιος της ευτυχώς έλειπαν από το σπίτι.

Τέλος, στο φαράγγι της Σαμαριάς αναφέρθηκε πτώση πετρών και χωμάτων χωρίς να τραυματιστεί κανείς. Οι επισκέπτες που ήταν μέσα στο φαράγγι απομακρύνθηκαν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Δύο άτομα που είχαν μπει καθυστερημένα προκειμένου να περάσουν το φαράγγι, οδηγήθηκαν πίσω στην είσοδό του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Ερευνες & μελέτες
Συνεντεύξεις
Σεισμοί
Κρήτη