Έντυπη Έκδοση

Τι είναι η πατρίδα μας;

Λένα Κιτσοπούλου, «Ο Μουνής» ***Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης Ομάδα 4Frontal Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

Κάτω από το ερώτημα του τίτλου της παρούσης κριτικής στεγάστηκαν τα δύο προηγούμενα χρόνια οι παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Επιστέγασμα, όμως, του ερωτήματος φαίνεται να υπήρξε μία και μόνη παράσταση που συγκίνησε σύσσωμο το πανελλήνιο: η «Γκόλφω» του Περεσιάδη σε σκηνοθεσία Καραθάνου.

Οχι για την ομολογουμένως άψογη αισθητική της, αλλά για τα συναισθήματα που ζωντάνεψε στις ρομαντικές ψυχές μας καθώς εισήλθαμε μεταφορικά, υπό τους ήχους δημοτικών τραγουδιών, στη φύση της αγνής ελληνικής υπαίθρου που υπερπροσδιορίζει τους έρωτες, τις προδοσίες, τους καημούς, την αθωότητα, εν τέλει, του Τάσου και της Γκόλφως που, ενάντια σε κάθε λογική, γερνούν μαζί ευτυχισμένοι μέσω των σημαδεμένων από το χρόνο προσώπων του Γ. Βογιατζή και της Α. Αλεξανδράκη. Αυτή η αγνή, γεμάτη ομορφιά Φύση που μεταγγίζει αισθήματα εξαίσια στους ανθρώπους που ζουν δίπλα της ακόμη κι όταν πονούν από τον άδικο χωρισμό: ποιος ξεχνά τα ρίγη συγκίνησης, τα δάκρυα σκηνής και πλατείας, καθώς η ραγισμένη Γκόλφω-Φωτοπούλου εκφέρει τους στίχους του εμβόλιμου στο έργο ποιήματος «Είναι η αγάπη» της Λένας Κιτσοπούλου;

«Ενας αητός καθότανε...»

Με το γνωστό δημοτικό τραγούδι σε εκκωφαντικό πλέιμπακ και τον ηθοποιό επί σκηνής να το «τραγουδάει» με μικρόφωνο και κιτσάτη εμφάνιση ξεκινάει η παράσταση, βασισμένη στο διήγημα με τον «ανάρμοστο» τίτλο «Ο Μουνής» της ίδιας αυτής Λένας Κιτσοπούλου, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Και αμέσως μετά, οι πέντε ηθοποιοί της Ομάδας 4Frontal ορμούν στη σκηνή και αρχίζουν τη διήγηση της ζωής του ήρωα αλλά και όσων προσώπων του ελληνικού χωριού, στο οποίο ζει, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα μαζί του, χωριού μιας πρόσφατης δεκαετίας. Και η αρχή γίνεται με την επεξήγηση για το παρατσούκλι του, που η συνέχεια θα υπονοήσει, ανάμεσα στα ανείπωτα, μάλλον την πιο πικάντικη εκδοχή του.

Ο λόγος, ρέων, με τη χαρακτηριστική προφορικότητα που διακρίνει τα έργα της Κιτσοπούλου, με την επίσης χαρακτηριστική αθυροστομία της, που όμως εδώ δένει οργανικά στην υπόθεση, με την αφηγηματικά έξυπνη μετάβαση-σύνδεση της ιστορίας του ενός προσώπου με το άλλο και τις εμβόλιμες, εν είδει χορικού, συνευρέσεις στο κομμωτήριο του χωριού όλων των γυναικών που σχολιάζουν και ερμηνεύουν πιπεράτα τα τεκταινόμενα, δίνεται η άλλη, αυθεντική εικόνα της ελληνικής υπαίθρου, πέρα από κάθε «γκολφικό» ρομαντισμό και συγκίνηση: το σκληρό όσο και αηδιαστικό της πρόσωπο.

Ορμώμενη από μαρτυρίες στα ψιλά του Τύπου, άμεσες εμπειρίες της ή άλλες πηγές, η Κιτσοπούλου συνθέτει, στο καλύτερο από όσα εγώ γνωρίζω έργο της, την κρυφή όψη της ειδυλλιακής επαρχίας με την οικογενειακή βία, την υποκρισία, τις δολοφονικές απόπειρες, τα εξώγαμα και τους κατά συνθήκη γάμους που επικυρώνονται με λαϊκά γλέντια και τσάμικους χορούς διογκώνοντας καταστάσεις και προβαίνοντας σε περιγραφές που ανατριχιάζουν το θεατή με τις αηδιαστικές τους λεπτομέρειες. Ο Μουνής, παράδοξος για τους συγχωριανούς του, ένα χούι έχει: ζωγραφίζει τα όσα συμβαίνουν δημοσίως αλλά και στα ενδότερα των σπιτιών του χωριού πάνω στα χάρτινα τραπεζομάντιλα της ταβέρνας, ζωγραφιές αναπαραστατικές, που ο μικρός γιος του ταβερνιάρη συλλέγει και φυλάει προσεκτικά, δημιουργώντας την πινακοθήκη των ακατονόμαστων δραστηριοτήτων των ανθρώπων του χωριού.

Η παντοκρατορία του κιτς

Η σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη ακολουθεί με συνέπεια τα λεκτικά δρώμενα, υιοθετώντας μια αφαιρετική στην αρχή, στη συνέχεια όμως περισσότερο πιστή περιγραφή τους επί σκηνής, εντείνοντας το γκροτέσκο προσώπων και ιστοριών. Το αρχικό γέλιο των θεατών γρήγορα παγώνει. Τα χιουμοριστικά στοιχεία μετατρέπονται σε αφόρητες σε σκληρότητα, εμετικές καταστάσεις, που ξεπερνούν το «καλό γούστο» του θεατή. Τις αντοχές του. Επιτυγχάνεται έτσι ο στόχος του έργου.

Τα απλά σκηνικά της Γεωργίας Μπούρδα αποδεικνύονται λειτουργικά για την κιτς κατάσταση που υπηρετούν, αν και τα σκηνικά αντικείμενα, ειδικά τα πλαστικά φαγητά του γάμου, πιστεύω πως θα έπρεπε να είναι πιο χονδροειδή στην κατασκευή τους, ώστε να μη θυμίζουν σκηνικά «αντίγραφα».

Η επένδυση όλων των τοίχων της σκηνής με απλοϊκά σχέδια αναπαριστά ευρηματικά τα βασικά μοτίβα της ελληνοπρεπούς υπόθεσης. Τα «ευπρεπή» κοστούμια της που μυρίζουν επαρχιωτισμό γρήγορα αποδομούνται μαζί με τους φορείς τους. Τα μουσικά ακούσματα του Κώστα Νικολόπουλου είναι πειραγμένα δημοτικο-λαϊκά άσματα που άδονται παράφωνα ή χορεύονται με επίπλαστο κέφι, ενώ οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη καλύπτουν με νοσηρή φωτεινότητα τη σκηνή.

Οι πέντε νεαροί ηθοποιοί της Ομάδας (Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη), μη αυτο-σκηνοθετούμενοι όπως σε περσινή τους παράσταση, είναι εδώ υπό έλεγχο, ακολουθώντας πειστικά και με διαθεσιμότητα την γκροτέσκα απόδοση που τους έχει ζητηθεί. Από το σημείο του γαμήλιου γλεντιού, όμως, πρόσεξα ότι εγκαταλείπουν εν μέρει αυτή την οπτική και υιοθετούν ένα πιο ρεαλιστικό παίξιμο, που δεν αρμόζει στο ζητούμενο.

Η παράσταση του Δεντάκη, ξένη ως προς την αισθητική των άλλων παραστάσεών του, προσαρμόστηκε στο ύφος του έργου της Κιτσοπούλου με επιτυχία. Παράσταση που απαιτεί γερό στομάχι και διαθέτει δυναμισμό να γίνει «καλτ», αρκεί, βέβαια, ο θεατής να διακρίνει σε αυτήν την ουσία του έργου: την καταγγελία της βίας και του υφέρποντος φασισμού που κρύβει στους κόλπους της η αγία οικογένεια της επαρχίας, πυρήνας της ελληνικής κοινωνίας καθ' όλον τον 20ό αιώνα.

Διότι η ωραιοποιημένη, νοσταλγική εικόνα της Γκόλφως και της ρομαντικο-εθνικιστικής λατρείας της φύσης και του ελληνικού τοπίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί μαζί με το όμορφο παραμύθι της, που κατασκεύαζε επί σειρά ετών μια επιτήδεια μηχανή αποκοίμισης συνειδήσεων.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Παραστάσεις
Κριτική βιβλίου