Έντυπη Έκδοση

ΕΔΕΣίτες οπλαρχηγοί στην Ηπειρο

Στόχος του βιβλίου αυτού, το οποίο αποτελεί επεξεργασμένη έκδοση της διδακτορικής διατριβής του Βαγγέλη Τζούκα, είναι η διερεύνηση των διαδικασιών συγκρότησης ενόπλων σωμάτων σε δεδομένο κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο.

Πιο αναλυτικά, διερευνά τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας των ενόπλων σωμάτων του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ) στο χώρο της Ηπείρου κατά την περίοδο 1942-1944.

Ο ιστορικός, στην εισαγωγή του, περιγράφει και εξηγεί το εγχείρημά του με τα ακόλουθα ερευνητικά προαπαιτούμενα:

«Αναφέρεται στη γενικότερη προβληματική γύρω από την ιστορία της ελληνικής Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. Υπό την έννοια αυτή, φιλοδοξεί να συνεισφέρει στην εκτεταμένη συζήτηση γύρω από τα χαρακτηριστικά του ένοπλου αγώνα κατά την περίοδο της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου, που έχει αναχθεί τελευταία σε ένα από τα κεντρικά πεδία αντιπαράθεσης των ερευνητών στην ιστοριογραφία, αλλά και σε άλλες κοινωνικές επιστήμες, στη χώρα μας».

Ο Βαγγέλης Τζούκας σκιαγραφεί το ιδεολογικό και πολιτικό προφίλ του ΕΔΕΣ, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τις ομοιότητες και τις διαφορές από άλλες αντίστοιχες οργανώσεις, αλλά και τις εσωτερικές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το λόγο και τις πρακτικές τής εν λόγω οργάνωσης. Δεν τον απασχολούν η δομή και η λειτουργία των άλλων οργανώσεων και κυρίως του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), παρά μόνο δευτερευόντως: κυρίως -όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας- ως μέρος του περιβάλλοντος στο οποίο αναπτύσσει τη δράση του το ΕΔΕΣσίτικο αντάρτικο. Αυτός είναι ο πρώτος άξονας της εργασίας.

Ο δεύτερος αναφέρεται στα χαρακτηριστικά του προτύπου ηγεσίας των ενόπλων σωμάτων του ΕΔΕΣ. Το συγκεκριμένο πρότυπο, περιγράφει ο Βαγγέλης Τζούκας, «παίρνει τη μορφή της οπλαρχηγίας» και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική οργάνωση, τη λειτουργία αλλά και τις σχέσεις των διαφόρων αντιστασιακών ομάδων μεταξύ τους. Αντλώντας από μια μακρά παράδοση οργάνωσης των ενόπλων του ελληνικού χώρου, ο συγκεκριμένος τύπος ηγεσίας αποδεικνύεται αποτελεσματικός κατά την περίοδο της Αντίστασης, μέσα από την προσαρμογή του στις απαιτήσεις της συγκυρίας.

Ο ρόλος της συγγένειας

Ο τρίτος άξονας του βιβλίου «Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ηπειρο 1942-1944» αναφέρεται στη διερεύνηση του ρόλου των τοπικών κοινωνικών δομών στη μορφή, την οργάνωση και τη λειτουργία των συγκεκριμένων ένοπλων τμημάτων. Υπό αυτή τη γωνία προσέγγισης, διερευνάται ο ρόλος της συγγένειας, αλλά και των τοπικών δικτύων στη μορφή και την εσωτερική δομή των ομάδων, στη σχέση τους με άλλες αντίστοιχες ομάδες, αλλά και στην επιλογή ένταξής τους στη μια ή την άλλη αντιστασιακή οργάνωση.

Με βάση τους τρεις προαναφερθέντες άξονες, η ιστορική εργασία κινείται σε δύο επίπεδα. Ιδού πώς τα περιγράφει ο Βαγγέλης Τζούκας:

Το πρώτο επίπεδο αναφέρεται στη γενική αντιπαράθεση και τις συγκρούσεις ανάμεσα στον ΕΔΕΣ και στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως αυτές αποτυπώνονται μέσα από τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, τη διαφορά στην οργανωτική τους φιλοσοφία και κατά συνέπεια στις αντίστοιχες πολιτικές και στρατιωτικές πρακτικές. Το δεύτερο, επικεντρώνεται στην ανάλυση των τοπικών διεργασιών που καθορίζουν, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, τις μορφές ένταξης και συμμετοχής στις συγκρούσεις.

Η έρευνα δεν «χάνεται» σε μια συνολικότερη ερμηνεία για τις διαδικασίες συγκρότησης των ενόπλων ομάδων του ΕΔΕΣ στην Ηπειρο. Μελετώνται τέσσερις περιοχές: Ξηροβούνι, Λάκκα Σουλίου, Τζουμέρκα και Ραδοβίζι. Γιατί αυτές οι συγκεκριμένες;

«Οι γεωγραφικές αυτές ενότητες μοιράζονται ορισμένα κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν μια συγκριτική προσέγγιση. Επιπλέον, εμφανίζοντας αναλογίες με την πλειοψηφία των άλλων εδαφικών ενοτήτων της Ηπείρου, μπορούν να θεωρηθούν ως τυπικά παραδείγματα για το σύνολο της περιοχής. Στην κατεύθυνση αυτή, αποκλείσαμε περιοχές όπως αυτή της Θεσπρωτίας, όπου παρά την εμφάνιση αντίστοιχων φαινομένων, δηλαδή οπλαρχηγών και τοπικών σχηματισμών, αποφασιστικό ρόλο για την πολιτική ένταξη επιμέρους ομάδων έπαιξαν ιδιαίτεροι παράγοντες, όπως οι εθνοτικές ταυτότητες».

Κλείνοντας, θα σταθούμε σ' ένα σημαντικό στοιχείο που αφορά τις διαφορές μεταξύ των εξεταζόμενων γεωγραφικών ενοτήτων.

Οι ορεινές επαρχίες της Αρτας (Ραδοβίζι και Τζουμέρκα) είχαν ενσωματωθεί στο εθνικό κράτος το 1881. Στις περιοχές αυτές, οι παλαιές ηγετικές οικογένειες εντάχθηκαν απρόσκοπτα στις νέες δομές. Επιπλέον, κυρίως στα Τζουμέρκα, άρχισε ένα άνοιγμα προς τον κόσμο της νεοτερικότητας, χωρίς η συγγένεια και η τοπικότητα να πάψουν να καθοδηγούν τους τοπικούς πληθυσμούς.

Εξ αντιθέτου, οι περιοχές του Ξηροβουνίου και της Λάκκας Σουλίου ενσωματώθηκαν στο εθνικό κράτος μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Χώροι άγονοι και φτωχοί, βρίσκονταν μακριά από τις διαδικασίες εκσυγχρονισμού, έστω και αν δεν ήταν πολύ απομακρυσμένοι γεωγραφικά από την πόλη των Ιωαννίνων. Η ληστεία ήταν παρούσα στο Μεσοπόλεμο, ως απάντηση των κοινοτήτων στις ενοποιητικές διαδικασίες του σύγχρονου κράτους. Στο Ξηροβούνι και τη Λάκκα, τα συγγενικά δίκτυα ήταν ισχυρά, οι κουμπαριές εκτεταμένες και η τοπική ταυτότητα ιδιαίτερη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Κριτική βιβλίου
Παρουσίαση βιβλίου