Έντυπη Έκδοση

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΛΤΣΑΣ

«Δεν ήθελα να φύγω από τον Ολυμπιακό»

«Θυμάμαι ακόμα την ημέρα που πήγα στην Αρτζες Πιτέστι και ενσωματώθηκα στους μικρούς της ομάδας. Ημουν 10 ετών, αλλά από τις πρώτες προπονήσεις ξεχώρισα. Στα 15 μου, όμως, η μητέρα μου πήρε την απόφαση να φύγουμε από τη Ρουμανία και να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη. Πήγα στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο και παράλληλα εντάχθηκα στην ομάδα του, τον Μελητέα. Εκεί έμεινα 2,5 χρόνια.

Το 1971 προπονητής στον Αρη ήταν ο Στάνκοβιτς, που με είχε δει σε αρκετά παιχνίδια και εισηγήθηκε στη διοίκηση την απόκτησή μου. Πήγα στα γραφεία και ο Καμπάνης, ο πρόεδρος, μου είπε: "Θα σε πάρουμε ως ερασιτέχνη". Αν και ήμουν 18 ετών, απάντησα: "Υπογράφω μόνο ως επαγγελματίας". Ο Στάνκοβιτς πετάχτηκε και είπε στον Καμπάνη: "Πρόεδρε, πάρ' τον, μην τον χάσουμε", αλλά ο τελευταίος είχε εκνευριστεί. "Δεν με παρατάτε; Θα παρακαλάω ένα πιτσιρίκι;" είπε και μόλις το άκουσα, σηκώθηκα και έφυγα.

Το 1973 ήρθε ένας κυνηγός ταλέντων από τη Βόρεια Ελλάδα, που είχε καλές σχέσεις με τον Πανσερραϊκό και μου ζήτησε να πάω στις Σέρρες για να με δοκιμάσει ο Ζέκοβιτς. Ηταν Τετάρτη, θυμάμαι, και ο Πανσερραϊκός είχε φιλικό παιχνίδι. Ο προπονητής της ομάδας με έβαλε στο δεύτερο ημίχρονο, πέτυχα δύο γκολ και μόλις τελείωσε ο αγώνας, μου είπε: "Σε θέλω, πήγαινε στα γραφεία και υπόγραψε". Πρόεδρος ήταν ο Γιάννης Οικονόμου, που μου φέρθηκε πολύ καλά. Μου έδωσε 120.000 δραχμές και κατέθεσε άλλες 90.000 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων επειδή προερχόμουν από ερασιτεχνικό σωματείο, χρήματα τα οποία εισέπραξε ο Μελητέας.

Εμεινα πέντε χρόνια στον Πανσερραϊκό και ήμουν σαν βασιλιάς, μου είχαν αδυναμία. Δεν ξέρω, μπορεί να έπαιξε ρόλο και το ότι ήμουν ορφανός και ίσως να ήθελαν να είναι πιο κοντά μου. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το καλοκαίρι του 1978.

Συμφωνία

»Με ζήτησε ο ΠΑΟΚ, που έδινε μάλιστα 100.000 δραχμές περισσότερα από τον Ολυμπιακό, αλλά ο Οικονόμου είχε συμφωνήσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα με τον Λεωνίδα Θεοδωρακάκη, που εκτελούσε χρέη προέδρου στον Ολυμπιακό εκείνη την εποχή. Ηταν η περίοδος που έφυγε ο Δεληκάρης και πήγαμε εγώ και ο Μίχος στην ομάδα.

Το εκπληκτικό στην όλη υπόθεση ήταν ότι μέναμε με τη μητέρα μου στην Κάτω Τούμπα, δίπλα από το γήπεδο του ΠΑΟΚ, και πήγαινα στα περισσότερα παιχνίδια. Την πρώτη χρονιά, λοιπόν, που ανέβηκα με τον Ολυμπιακό στη Θεσσαλονίκη για να παίξουμε με τον ΠΑΟΚ, είπα στη μητέρα μου να έρθει να με δει. Ηταν η πρώτη και τελευταία φορά που πήγε σε γήπεδο. Με αποδοκίμαζαν, με έβριζαν, έλεγαν διάφορα για τη μάνα μου και όταν την είδα αργότερα, μου είπε: "Δεν έχω ξανακούσει αυτά τα πράγματα. Μη μου πεις άλλη φορά να έρθω στο γήπεδο".

Ημουν γρήγορος, δυνατός, πετύχαινα γκολ και, ως αριστεροπόδαρος, έπαιζα αριστερό χαφ. Υπήρξαν και παιχνίδια όπου ο Τόζα Βεσελίνοβιτς με χρησιμοποίησε, λόγω απουσιών, και σαν αριστερό μπακ. Το καλοκαίρι του 1980 ο Ολυμπιακός ήθελε να πάρει τον Νίκο Αναστόπουλο από τον Πανιώνιο και η ομάδα της Νέας Σμύρνης, πέρα από χρήματα, ζήτησε και έμψυχα ανταλλάγματα από τον Σταύρο Νταϊφά και συγκεκριμένα εμένα ή τον Λεμονή ή τον Περσία. Ο Πανιώνιος με ήθελε πολύ, αλλά δεν ήθελα να φύγω από τον Ολυμπιακό, καθώς είχα φτάσει ψηλά, είχα ζήσει ωραίες στιγμές, αγωνίστηκα δίπλα σε σπουδαίους παίκτες, όπως οι Λοσάντα, Κρητικόπουλος, Κελεσίδης, Γαλάκος, Κυράστας, αγάπησα και αγαπώ την ομάδα και είπα στον πρόεδρο: "Δεν φεύγω".

Εγινε σίριαλ, όπως σίριαλ έγινε και τον Δεκέμβριο, αλλά τελικά τον Ιανουάριο του '81 ο Αναστόπουλος πήγε στον Ολυμπιακό και εγώ στον Πανιώνιο. Δεν κρύβω ότι απογοητεύτηκα πολύ και παρόλο που ο Νταϊφάς μου έλεγε "είσαι καλός παίκτης, μπορεί να ξαναγυρίσεις", ήξερα μέσα μου ότι δεν θα συμβεί. Επαιξα δύο σεζόν στον Πανιώνιο με προπονητή τον Λάκη Πετρόπουλο και το 1983 πήγα στη Ρόδο, όπου έμεινα ενάμιση χρόνο.

Παράλληλα, είχα ανοίξει μία καφετέρια στο Πασαλιμάνι, την οποία διατηρώ μέχρι σήμερα, και από το 1985 έως το 1988, όταν και σταμάτησα την καριέρα μου, αγωνίστηκα σε ομάδες της Γ' Εθνικής. Τα τελευταία 13 χρόνια είμαι πρόεδρος του ερασιτεχνικού σωματείου "Φίλαθλοι" του Πειραιά, στο οποίο αγωνίζονται οι δύο γιοι μου Αλέξανδρος και Κωνσταντίνος και επίσης είμαι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του συνδέσμου των βετεράνων ποδοσφαιριστών του Ολυμπιακού».

Ο Χρήστος Καλτσάς γεννήθηκε στο Πιτέστι της Ρουμανίας στις 9 Δεκεμβρίου 1953. Οι γονείς του μετανάστευσαν στη βαλκανική χώρα κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1946-49). Ηταν μόλις ενός έτους όταν ο πατέρας του έφυγε από τη ζωή. Η μητέρα του αποφάσισε το 1968 να επιστρέψουν στην Ελλάδα, κάνοντας μια νέα αρχή.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Αθλητισμός
Στη στήλη
Σαν παλιό σινεμά