Έντυπη Έκδοση

Τρομερές αποκαλύψεις και ατέλειωτες, οδυνηρές οδύσσειες

Πολλές οι καλές ταινίες της νέας αυτής κινηματογραφικής βδομάδας. Ξεκινώντας με δύο εξαιρετικές ελληνικές ταινίες, τη βραβευμένη στο Φεστιβάλ Βενετίας «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά και τη βραβευμένη στο περσινό 25ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου «Η 10η μέρα» του Βασίλη Μαζωμένου, που περιγράφει την οδύσσεια ενός Αφγανού μετανάστη στην Αθήνα.

Δύο ακόμη οδύσσειες περιγράφουν οι ταινίες «Gravity» του Αλφόνσο Γκουαρόν -την οδύσσεια δύο αστροναυτών στο Διάστημα- και το «Ολα χάθηκαν» του Τζέι Σι Τσάντορ, γύρω από την οδύσσεια ενός άνδρα χαμένου στη θάλασσα. Στο πρόγραμμα και η πρόσφατη ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι «Εγώ κι εσύ».

**** Miss Violence

Ελλάδα, 2013. Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς. Σενάριο: Αλέξανδρος Αβρανάς, Κώστας Περούλης. Ηθοποιοί: Θέμις Πάνου, Ελένη Ρουσσινού, Ρένη Πιττακή, Σίσσυ Τουμάση, Μαρία Σκουλά, Μηνάς Χατζησάββας. 99'

«Miss Violence» σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Αβρανά «Miss Violence» σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Αβρανά Η σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας (και όχι μόνο) είναι στο επίκεντρο της συγκλονιστικής ταινίας «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά, βραβευμένης διπλά στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας, με το Αργυρό Λιοντάρι καλύτερης σκηνοθεσίας και το βραβείο Βόλπι καλύτερης ανδρικής ερμηνείας στον πρωταγωνιστή της, Θέμι Πάνου. Η κοινωνία μέσα από μια «αγία» οικογένεια, σαν και πολλές άλλες που έφτιαξε πρόσφατα η τρόικα. Οικογένεια φαινομενικά ήρεμη, αγαπημένη, πειθαρχημένη, που πίσω από την ωραία, λουστραρισμένη βιτρίνα της, κρύβει μιαν άλλη, άγρια, χωρίς ηθικούς ή άλλους φραγμούς, εικόνα.

Η ταινία αρχίζει με μια αρχικά ωραία γιορτή γενεθλίων της 11χρονης κόρης της οικογένειας. Μόνο που ενώ τα υπόλοιπα μέλη της γιορτάζουν ξέγνοιαστα, το 11χρονο κορίτσι προχωρεί προς τη βεράντα του σπιτιού και, με ένα συνωμοτικό χαμόγελο προς το θεατή, πηδά στο κενό. Σταδιακά, μέσα από διάφορες ενδείξεις στην αρχή, πιο άμεσα προς το τελευταίο μέρος της ταινίας, ανακαλύπτουμε πως ο προστατευτικός, καλοκάγαθος παππούς (ένας εξαιρετικός Θέμις Πάνου, που δίκαια κέρδισε το βενετσιάνικο βραβείο), που ελέγχει την οικογένεια -τη γιαγιά, τις δύο κόρες και τα δύο μικρά παιδιά της μεγαλύτερης κόρης, που ίσως να είναι και δικά του παιδιά!- είναι ένα φριχτό τέρας, με παιδοφιλικές ορέξεις και με κύρια ενασχόλησή του τη σεξουαλική εκμετάλλευση των δύο κοριτσιών.

Σιωπηλός, παθητικός μάρτυρας η γιαγιά, που δεν θέλει να ξέρει τι γίνεται στην οικογένεια (αν και κάποια στιγμή είναι έτοιμη να αναλάβει τα ηνία)· και με τη μεγαλύτερη κόρη να ακολουθεί υπάκουα τον πατέρα που την εκδίδει αδιάντροπα (από τις πιο ενδιαφέρουσες, δοσμένη με λεπτή ειρωνεία, σκηνές είναι εκείνη όπου την οδηγεί στο σπίτι ενός φίλου, με τον Μηνά Χατζησάββα σ' ένα σύντομο απολαυστικό ρόλο), ενώ ο ίδιος δεν χάνει την ευκαιρία να έχει και σεξουαλικές σχέσεις μαζί της.

Στη δεύτερη αυτή ταινία του και με βάση ένα αληθινό γεγονός, ο Αβρανάς (δημιουργός του πολύ καλού αν και άδικα παραγνωρισμένου «Without») έφτιαξε μια συγκλονιστική παραβολή πάνω στη σύγχρονη Ελλάδα, την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, την Ελλάδα του Μνημονίου και της τρόικας, και κατάφερε, σ' ένα πολύ μεγάλο βαθμό, να μας δώσει μια ολοκληρωμένη ταινία, βουτηγμένη σε μια ζοφερή, κατάμαυρη ατμόσφαιρα - στο νου έρχεται η «Βιριδιάνα» και άλλες, με παρόμοιες οικογένειες, ταινίες του Μπουνιουέλ, χωρίς όμως εδώ να υπάρχουν το λυτρωτικό χιούμορ και η σάτιρα (η μόνη ίσως αδυναμία της ταινίας) που συναντάμε στο μεγάλο Ισπανό σουρεαλιστή σκηνοθέτη.

**** Η 10η Μέρα

Ελλάδα, 2012. Σκηνοθεσία - σενάριο: Βασίλης Μαζωμένος, Νίκος Απειρανθίτης. Ηθοποιοί: Αλί Χαϊντάρι, Ιόλη Δημητρίου, Χοσίν Αχμάντι. Νίκος Αρβανίτης. 83'

«Η 10η Μέρα» σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαζωμένου «Η 10η Μέρα» σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαζωμένου «Γιατί ήρθαμε εδώ; Πώς καταλήξαμε εδώ;», θυμάται ο βασανισμένος, λαθρομετανάστης Αφγανός ήρωας της ταινίας του Βασίλη Μαζωμένου, ενώ σπρώχνει το καροτσάκι με τα διάφορα σκουπίδια που μαζεύει από τους κάδους της Αθήνας. Η σκηνή αυτή που βλέπουμε σε φλας-μπακ εκτυλίσσεται στην Τουρκία, όπου ο ανώνυμος ήρωας, μαζί με έναν συμπατριώτη του, συλλαμβάνονται και βασανίζονται φριχτά εκεί, απ' όπου περνούν για να καταλήξουν στην Ελλάδα, με στόχο να προχωρήσουν πιο βόρεια.

Το ερώτημά τους, όμως, θα μπορούσε να αναφέρεται και στην Ελλάδα. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι έρχονται μετανάστες στη χώρα μας (με πολλούς απλώς να θέλουν να περάσουν σε άλλες, βόρειες και οικονομικά καλύτερα χώρες) με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής για να βρεθούν τελικά σε μια κόλαση.

Ο Μαζωμένος καταγράφει την πορεία του τραγικού του ήρωα μέσα από εικόνες επιλεγμένες με σκέψη· εικόνες εικαστικά θαυμάσιες, με φωτισμούς που υποβάλλουν ή και σχολιάζουν συχνά την ψυχολογική κατάσταση των προσώπων (όπως στη σκηνή στην τούρκικη φυλακή, με το κάθε τι τέλεια επιλεγμένο, αλλά και φωτισμένο, από το ψυχρό, απέριττο ντεκόρ, με τους γυμνούς μουντούς τοίχους μέχρι το μισοβρεγμένο πάτωμα), και πάντα στο πλαίσιο της εξέλιξης του προσωπικού δράματος του κεντρικού του χαρακτήρα.

Η πορεία αυτή του Αφγανού μετανάστη δίνει στο σκηνοθέτη την ευκαιρία να μας δώσει, με μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη θα έλεγα καταγραφή, και με πάντα στημένες με ξεχωριστή φροντίδα και έμπνευση εικόνες, τη θλιβερή ζωή των μεταναστών στη χώρα μας, ατόμων περιθωριοποιημένων, που ζουν συχνά σε στενά βρόμικα υπόγεια, κυνηγημένοι από στυγνούς ακροδεξιούς και φασίστες, αλλά και από δήθεν αριστερούς που την κατάλληλη στιγμή κάνουν πίσω: σκηνές άλλοτε οδυνηρές και άλλοτε ευχάριστες, όταν αναζητούν κάποιο διάλειμμα μικρής διασκέδασης, όπως στη σκηνή του αγώνα πάλης, που διεξάγεται σ' ένα είδος χώρου που μοιάζει περισσότερο με κατακόμβη (αναφορά στα χριστιανικά καταφύγια την εποχή των διωγμών των χριστιανών - δεν πρέπει να ξεχνάμε τον μαύρο Χριστό που ο Μαζωμένος μας παρουσίαζε στο «Λόγοι και αμαρτήματα»).

Για να καταλήξει στις εκπληκτικές, συγκλονιστικές, σκληρές σκηνές στο φινάλε, που κάποιες φορές σε κάνουν να γυρίσεις το βλέμμα σου αλλού - σκηνές από θρησκευτική γιορτή των Αφγανών όπου, παρασυρμένοι από το θρησκευτικό πάθος, αυτομαστιγώνονται και αυτοτραυματίζονται με σίδερα και αιχμηρά αντικείμενα, σε ένα είδος μυστικιστικής τελετουργίας, που εκφράζει μια ανάγκη λύτρωσης. Υστερα από μια σειρά από πρωτοποριακές ταινίες («Ο θρίαμβος του χρόνου», «Το χρήμα», «Η μνήμη»), ο Μαζωμένος κατάφερε με αυτή του την ταινία να στραφεί, με την ίδια πάντα προσωπική ματιά, σ' έναν κινηματογράφο πιο προσιτό, για να μας δώσει μια δυνατή ταινία, που μας μιλά, με τρόπο πάντα κινηματογραφικό και πρωτότυπο, για ένα πολύ καυτό κοινωνικό θέμα.

**** Gravity

ΗΠΑ, 2013. Σκηνοθεσία: Αλφόνσο Κουαρόν. Σενάριο: Αλφόνσο Κουαρόν, Γιόνας Κουαρόν, Τζορτζ Κλούνι. Ηθοποιοί: Σάντρα Μπούλοκ, Τζορτζ Κλούνι, Εντ Χάρις. 91'

«Gravity» σε σκηνοθεσία Αλφόνσο Κουαρόν «Gravity» σε σκηνοθεσία Αλφόνσο Κουαρόν Μια συναρπαστική, τρομακτική, με μπόλικο σασπένς και αγωνία ταινία κατάφερε να γυρίσει ο Μεξικανός σκηνοθέτης Αλφόνσο Κουαρόν («Τα παιδιά των ανθρώπων») στο Χόλιγουντ, πράγμα που πέτυχε χωρίς τις συνηθισμένες παρεμβάσεις, χάρη στη βοήθεια του Τζορτζ Κλούνι, που ήταν και παραγωγός της ταινίας.

Ο Τζορτζ Κλούνι και η Σάντρα Μπούλοκ ερμηνεύουν δύο αστροναύτες που, ενώ βγαίνουν στο Διάστημα για να επιδιορθώσουν το διαστημόπλοιό τους, ξαφνικά το σκάφος τους καταστρέφεται από τα συντρίμμια ενός ρωσικού δορυφόρου έπειτα από πυρηνική έκρηξη. Αποστολή τους τώρα είναι να καταφέρουν να φτάσουν σ' ένα εγκαταλειμμένο ρωσικό διαστημόπλοιο και από εκεί σ' ένα κινέζικο, για να μπορέσουν να φτάσουν σώοι στη Γη. Ολη σχεδόν η ταινία καταπιάνεται με τις προσπάθειες των δύο αστροναυτών να καταφέρουν να σωθούν, με τον Κουαρόν, με μία κάμερα που τους ακολουθεί από πολύ κοντά, να καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια και τρόπο καθαρά ρεαλιστικό (που σε κάνει να πιστεύεις πως βρίσκεσαι μαζί τους στο Διάστημα) τις διάφορες αυτές επίπονες προσπάθειές τους, σ' ένα αχανές, σκοτεινό, βουτηγμένο στη σιωπή Διάστημα, δημιουργώντας, με τους φωτισμούς, τις συνεχείς κινήσεις της μηχανής και το νευρώδες μοντάζ, μια ατμόσφαιρα καθαρά κλειστοφοβική. Ο σκηνοθέτης ξέρει να δημιουργεί με τον καλύτερο τρόπο το σασπένς και να εκμεταλλεύεται την όλη κατάσταση για να καταγράψει, σε μεγάλης διάρκειας πλάνα, το ατελείωτο περπάτημα των δύο είτε στο Διάστημα είτε όταν αιωρούνται μέσα στο διαστημικό σταθμό, σε βαθμό που κυριολεκτικά σε ζαλίζει.

Η Σάντρα Μπούλοκ, που έχει και το μεγαλύτερο ρόλο, αποδεικνύεται ηθοποιός με μεγάλη γκάμα, εκφράζοντας τέλεια τα διάφορα αισθήματα της ηρωίδας, από το φόβο της όταν ξαφνικά κόβεται το σχοινί που τη δένει με τον Κλούνι και βρίσκεται αβοήθητη στο χάος του Διαστήματος ή όταν αντιμετωπίζει μια διαστημική θύελλα ώς τις στιγμές εκείνες που είναι αποφασισμένη να κάνει το ακατόρθωτο για να φτάσει στη Γη - ερμηνεία που θα είναι φαβορί στα Οσκαρ, μαζί, μάλλον και με την ταινία του Κουαρόν.

***½ Ολα χάθηκαν

All is Lost. ΗΠΑ, 2013. Σκηνοθεσία - σενάριο: Τζέι Σι Τσάντορ. Ηθοποιοί: Ρόμπερτ Ρέντφορντ. 106'

«Ολα χάθηκαν» σε σκηνοθεσία - σενάριο Τζέι Σι Τσάντορ «Ολα χάθηκαν» σε σκηνοθεσία - σενάριο Τζέι Σι Τσάντορ Τη θαλασσινή περιπέτεια ενός σύγχρονου Οδυσσέα αφηγείται στην ταινία του αυτή ο Τσέι Σι Τσάντορ, δημιουργός του κοινωνικού θρίλερ με θέμα την οικονομική κρίση του 2008, «Ο δρόμος του χρήματος». Η ταινία του, με σενάριο του ίδιου, κινείται ανάμεσα στη νουβέλα «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ και τις ταινίες «Ο ναυαγός» του Ρόμπερτ Ζεμέκις και «Jeremiah Johnson» του Σίντνεϊ Πόλακ - στην τελευταία μάλιστα πρωταγωνιστούσε και πάλι ο Ρέντφορντ.

Ο ανώνυμος καπετάνιος ήρωάς του (ένας ώριμος, εξαίρετος, σε μια λιτή, συγκρατημένη ερμηνεία, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, που σίγουρα θα είναι υποψήφιος στα Οσκαρ) βρίσκεται ξαφνικά σε ένα γιοτ που κινδυνεύει να βουλιάξει και αγωνίζεται με κάθε μέσο ενάντια στις καταιγίδες και άλλες δυσκολίες για να σωθεί. Ακόμη κι όταν το γιοτ του βουλιάζει και βρίσκεται σε μια σωσίβιο λέμβο στη μέση του Ινδικού ωκεανού, 2.700 χιλιόμετρα από την ξηρά, ο ήρωας αγωνίζεται παρά τις συνεχείς αντιξοότητες (ανάμεσά τους και καρχαρίες), με κάθε δυνατό τρόπο, με επιμονή και ευρηματικότητα, συχνά ιδιοφυώς, να επιβιώσει.

Πρόκειται για μια τολμηρή για το Χόλιγουντ ταινία, με ένα μοναδικό ηθοποιό (αυτός βέβαια είναι ο χαρισματικός Ρέντφορντ) και με λιγοστό, σχεδόν καθόλου θα έλεγα, διάλογο (ο πιο μεγάλος διάλογος παραμένει εκείνος στην αρχή, στο αποχαιρετιστήριο γράμμα που αφήνει ο Ρέντφορντ στους δικούς του), που δίνει στον ηθοποιό την ευκαιρία να δείξει τις ερμηνευτικές του ικανότητες μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου και την όλη συμπεριφορά του αλλά και να εκτελεί ο ίδιος, χωρίς κασκαντέρ, πολλές από τις δύσκολες σκηνές του. Η ταινία αποφεύγει να μας παρουσιάσει οτιδήποτε σχετικά με το παρελθόν ή την κοινωνική κατάσταση του ήρωα, προτιμώντας να τον παρουσιάσει ως έναν απλό, με κεφαλαίο άλφα, άνθρωπο. Ανθρωπο που τον μετατρέπει σε αντιπροσωπευτικό του καθενός μας, ο οποίος, παρά τα διάφορα δύσκολα, συχνά αξεπέραστα εμπόδια της ζωής, δεν παύει να αγωνίζεται και να πιστεύει στον εαυτό του και στις δυνάμεις του. Με μια μινιμαλιστική σκηνοθεσία, ο Τσάντορ έφτιαξε μια ταινία ύμνο στον άνθρωπο, μια περιπέτεια γεμάτη σασπένς, που σου δημιουργεί τα συναισθήματα εκείνα που περιμένεις να σου δημιουργεί μια καλή, με στόχο τον ίδιο τον άνθρωπο, ταινία.

Εγώ κι εσύ

Ιο e te. Ιταλία, 2012. Σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Σενάριο: Ουμπέρτο Κονταρέλο, Νικολό Αμανίτι (με βάση το μυθιστόρημά του). Ηθοποιοί: Τέα Φάλκο, Τζάκομπο Ολμο Αντινόρι, Σόνια Μπεργκαμάσκο. 103'

Ιο e te. Ιταλία, 2012 σε σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι Ιο e te. Ιταλία, 2012 σε σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι Δέκα χρόνια μετά την ταινία του «Οι ονειροπόλοι», και ύστερα από μια σοβαρή αρρώστια που τον άφησε ημιπαράλυτο, ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι επιστρέφει, παρ' όλο που παραμένει καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα, με μια «μικρή», κλειστοφοβική, απ' ό,τι φαίνεται, ταινία που παρακολουθεί δύο παιδιά -έναν έφηβο και τη μεγαλύτερή του σε ηλικία ετεροθαλή αδερφή του- κλεισμένα για μία βδομάδα σε ένα υπόγειο. Δυστυχώς, εξαιτίας του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, δεν προλάβαμε να δούμε την ταινία, γι' αυτό επιφυλάσσομαι για κριτική την επόμενη βδομάδα.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική κινηματογράφου
Κινηματογράφος