Έντυπη Έκδοση

Τίτλοι τέλους για τη Φοντέιν

Πέθανε στα 96 της η θρυλική «Ρεβέκκα»

Πλήρης ημερών και από φυσικά αίτια, η Τζόαν Φοντέιν, θρυλική φυσιογνωμία του Χόλιγουντ στις χρυσές εποχές του, έφυγε από τη ζωή την Κυριακή σε ηλικία 96 ετών.

Ηταν η μοναδική ηθοποιός που απέσπασε Οσκαρ για πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία του Χίτσκοκ -τις «Υποψίες»- το 1941, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα, ενσαρκώνοντας τη «Ρεβέκκα» στην κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Δάφνης ντε Μοριέ από το μετρ του τρόμου, είχε επίσης προταθεί για Οσκαρ ερμηνείας κι είχε δει την καριέρα της ν' απογειώνεται.

Γεννημένη στην Ιαπωνία από Βρετανούς γονείς ως Τζόαν ντε Μποβουάρ ντε Χάβιλαντ και μεγαλωμένη μεταξύ Τόκιο και Καλιφόρνιας, η Τζόαν Φοντέιν ήταν η μικρότερη αδελφή της διάσημης ηθοποιού Ολίβια ντε Χάβιλαντ και ο έντονος ανταγωνισμός που χαρακτήριζε τη σχέση τους από κοριτσάκια, τις κράτησε σε απόσταση μια ολόκληρη ζωή. Από την Κινηματογραφική Ακαδημία, πάντως, έμελλε να βραβευτούν και οι δύο, γεγονός δίχως άλλο προηγούμενο. Σε ανύποπτη χρόνια η ίδια είχε δηλώσει: «Παντρεύτηκα πριν από την Ολίβια, πήρα πριν από αυτή το Οσκαρ, κι έτσι και πεθάνω πρώτη, σίγουρα θα γίνει έξαλλη που τη νίκησα!». Μένει να επιβεβαιωθεί, μια που η αδελφή της ζει ακόμη, στα 97 της...

Από το 1935

Η καλλιτεχνική πορεία της Φοντέιν ξεκίνησε το 1935, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, με την ίδια να κρατά μικρούς ρόλους πλάι σε ήδη φτασμένους αστέρες όπως η Κάθριν Χέπμπορν και ο Φρεντ Αστέρ. Επειτα από δώδεκα ταινίες που δεν είχαν σταθεί ικανές να τη βγάλουν από την αφάνεια, είχε την τύχη να την προσέξει ο παραγωγός Ντέιβιντ Σέλζνικ που, στη διάρκεια ενός γιορτινού δείπνου, καθόταν συμπτωματικά δίπλα της. Ηταν η εποχή που κυοφορούνταν το σχέδιο της «Ρεβέκκας» κι ο Σέλζνικ τής πρότεινε να περάσει ακρόαση για το ρόλο της ανώνυμης ηρωίδας η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τις παγίδες και τα μυστικά που κρύβει το παρελθόν του άντρα της, διασχίζοντας έτσι την απόσταση από την αθωότητα στην ωριμότητα. Επί ένα εξάμηνο, η Φοντέιν χρειάστηκε να περάσει απανωτές «εξετάσεις» γι' αυτόν το ρόλο που τον διεκδικούσαν δεκάδες άλλες συνάδελφοί της, αλλά πάνω που συμπλήρωνε τα 22 της χρόνια, τον κατοχύρωσε.

Υποψήφια για Οσκαρ άλλη μία φορά, το 1943, για το «Πεθαίνω από αγάπη», η Φοντέιν έλαμψε στο ρομαντικό μελόδραμα «Γράμμα μιας άγνωστης» του Μαξ Οφίλς (1948) και συμμετείχε σε αρκετά φιλμ νουάρ, όπως η «Εχιδνα» και το «Γεννημένη για το κακό». Ο Τζορτζ Κιούκορ («Γυναίκες»), ο Φριτς Λανγκ («Τα ίχνη ήταν ψεύτικα»), ο Μπίλι Γουάιλντερ («Το βαλς του αυτοκράτορα») ήταν μερικοί μόνο από τους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε πέραν του Χίτσκοκ, ενώ μεταξύ των συμπρωταγωνιστών της συναντάμε τους Κάρι Γκραντ («Υποψίες»), Λόρενς Ολίβιε («Ρεβέκκα»), Ορσον Γουέλς («Τζέιν Εϊρ»), Ρόμπερτ Τέιλορ («Ιβανόης»), Μπαρτ Λάνγκαστερ («Φίλησε το αίμα των χεριών μου») και Χάρι Μπελαφόντε («Νησί στον ήλιο»). Από το 1966 οι εμφανίσεις της στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη δεν ήταν παρά σποραδικές.

Με τέσσερις σύντομους γάμους στο ενεργητικό της, μητέρα μίας κόρης και θετή μητέρα ενός κοριτσιού με καταγωγή από το Περού που στην πορεία την εγκατέλειψε, η Φοντέιν δεν ανταποκρινόταν στον ορισμό του... συνηθισμένου θηλυκού. Κάθε άλλο. Ηταν αθλήτρια του γκολφ και μάλιστα αξιώσεων, ήταν πιλότος αεροπλάνου, διέθετε πτυχίο στην εσωτερική διακόσμηση, κι, επιπλέον, φημιζόταν για τις μαγειρικές της ικανότητες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Σινεμά
Hollywood
Κινηματογράφος