Έντυπη Έκδοση

Παράλληλα σύμπαντα στον Νέο Κόσμο

Νικ Πέιν,  «Αστερισμοί»

**Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Νέα Σκηνή Τέχνης

Θέατρο του Νέου Κόσμου -Πάνω Χώρος

Η Σημειωτική θεωρία (Σημαντική) των Πιθανών Κόσμων εμφανίζεται στα τέλη του '70 (με βασικό εισηγητή τον Ουμπέρτο Εκο) ως μια ανανεωτική θεωρία για την προσέγγιση των μυθοπλαστικών-δραματικών κόσμων. Με οφειλές στην κβαντική φυσική αλλά και στην τροπική λογική, οι Πιθανοί Κόσμοι του δράματος διαφοροποιούνται από τα αξιώματα εκείνων: από τους Παράλληλους Κόσμους της κβαντοφυσικής ως προς το γεγονός ότι το αξίωμα της ύπαρξής τους υπόκειται σε επαλήθευση ή διάψευση, ενώ οι Πιθανοί Κόσμοι του δράματος είναι καλλιτεχνήματα που παράγονται από αισθητική δραστηριότητα, ήτοι σημειωτικά συστήματα.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τους Πιθανούς Κόσμους της τροπικής λογικής αυτοί της μυθοπλασίας είναι ατελείς, ανομοιογενείς σημασιολογικά, συχνά λογικά αδύνατοι, παραβιάζοντας μαθηματικούς ή λογικούς νόμους όπως αυτοί της μη αντίφασης, ενώ διατηρούν παρασιτική σχέση με τον πραγματικό κόσμο όντας κατοικημένοι από οντότητες με συγκεκριμένες ιδιότητες. Ο Πιθανοί Κόσμοι του δράματος απεγκλωβίζουν τη φαντασία από τα όρια του μονοσήμαντου (και βαρετού) κόσμου μας και υιοθετούνται από αυτούς που αγαπούν την ελευθερία (Thomas Pavel).

Το παγκόσμιο θέατρο έχει να επιδείξει πλείστα παραδείγματα δραματουργικής-σκηνικής εκμετάλλευσης της λογικής των παράλληλων κόσμων. Θα αναφέρω παραδειγματικά, από την ελληνική παραγωγή, τον πρόσφατο «Κυκλισμό του τετραγώνου» του Δ. Δημητριάδη αλλά και το εμβληματικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Αντόνιο ή το μήνυμα». Και στα δύο έργα, υπό διαφορετικές συνθήκες, παρουσιάζονται εναλλακτικές εκδοχές των ίδιων προσώπων, ως να βιώνουν σε παράλληλα σύμπαντα όπου οι επιλογές και συμπεριφορές τους διαφοροποιούνται οδηγώντας σε διαφορετικές εκβάσεις την ιστορία.

«Η γάτα του Σρέντιγκερ»

Σύμφωνα με τις κβαντικές διακλαδώσεις, ένα «σώμα» που βρίσκεται μπροστά σε αντικρουόμενες επιλογές τις ακολουθεί όλες. Για το «παράδοξο της γάτας του Σρέντιγκερ» το ερώτημα που προκύπτει, με απλά λόγια, είναι αν μια γάτα, τοποθετημένη σε ένα κουτί, πυροβοληθεί θα είναι, όταν ανοίξει το κουτί, ζωντανή ή νεκρή. Κατόπιν εξασφάλισης των κυματοσυναρτήσεων και της αποσυνοχής διατυπώθηκε η έννοια των πολλαπλών κόσμων: η γάτα θα μπορεί να είναι ζωντανή όσο και νεκρή διότι το σύμπαν χωρίστηκε στα δύο, όπου οι δύο ιδιότητες μπορούν να υπάρχουν παράλληλα και εξίσου πραγματικά.

Ο σύγχρονος Αγγλος συγγραφέας Νικ Πέιν δημιουργεί τους «Αστερισμούς» -μια προφανή ανάδειξη του παραπάνω «παράδοξου»- φέρνοντας επί σκηνής ένα ζευγάρι που συναντάται ατέρμονα σε διαφορετικούς, εναλλακτικούς κόσμους, παραλλάσσοντας τις σχέσεις και τη δράση του. Η έννοια της μη ύπαρξης του χρόνου συνομιλεί με τον θάνατο που έρχεται σε έναν από τους πιθανούς κόσμους ενώ το ζευγάρι επαναλαμβάνει, με διαφοροποιήσεις, στιγμιότυπα της ιστορίας του αφού εδώ η λογική της αρχή της μη-αντίφασης δεν ισχύει.

Εργο που επικεντρώνεται στους δύο ηθοποιούς και στη δυνατότητα εκ μέρους τους σκηνικής ανάδειξης των παράλληλων ταυτοτήτων τους στα διαφορετικά σύμπαντα, τόσο λεκτικά όσο και κινησιολογικά, στη λιτή και γεωμετρημένη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και την καίρια μετάφραση του Δημήτρη Κιούση, στηρίζεται ουσιαστικά στις ερμηνείες του Μάκη Παπαδημητρίου και της Στεφανίας Γουλιώτη. Κι αν ο πρώτος δείχνει να κατέχει τη λογική του παιχνιδιού τους και με υποκριτική ακρίβεια διακτινώνεται στα εναλλακτικά σύμπαντα και αναδεικνύει τη διακοσμική του ταυτότητα, η δεύτερη δείχνει μάλλον αβέβαιη, ασταθής φωνητικά και σε αμήχανη προσεγγιστική διάσταση με τον συμπρωταγωνιστή της, με ενδιάμεσες εξάρσεις γερής ερμηνείας στα μονολογικά της μέρη.

Σκηνικό περιβάλλον

Ο σκηνοθέτης επιλέγει ευφυώς άδεια από σκηνικά σκηνή που «γεμίζει» αρχικά από βιντεοπροβολή με μαρτυρίες αστροφυσικών και, στη συνέχεια, με αστρικά πολύχρωμα νεφελώματα ή τέμνουσες τη σκηνή φωτεινές ευθείες σε τοίχο και δάπεδο του Παντελή Μακκά με τη συνδρομή των φωτισμών του Σάκη Μπιρμπίλη. Δημιουργείται έτσι το «συμπαντικό» σκηνικό της ιστορίας στην αίσθηση του οποίου συμβάλλουν αποφασιστικά οι μουσικοί ήχοι του Σταύρου Γασπαράτου.

Τα κοστούμια (Digitaria) δεν με ενέπνευσαν. Βρήκα ότι στην προσπάθεια να τονίσουν χαρακτηρολογικά τα πρόσωπα παραβλέφθηκε η αναγκαία αισθητικά σκηνική αρμονία τους.

Μια αναπτερωτική παράσταση που απελευθερώνει το πνεύμα από το μονοσήμαντο του είναι μας και του εναλλακτικού κόσμου που κατοικούμε.

***

Μαρία Γιαγιάννου, «Εκτός εαυτού»

**Σκηνοθεσία: Γιώργος Γιανναράκος

Θέατρο του Νέου Κόσμου -Δώμα

**Ενας φύλακας και μία διευθύντρια σε Μουσείο Φυσικής Ιστορίας όταν τα φώτα σβήνουν. Ή ένας φύλακας και μία γραμματέας. Ή δύο υπάλληλοι αναγκασμένοι να παίζουν ένα συνεχές παιχνίδι. Ενα θέατρο εν θεάτρω στο διηνεκές αλλάζοντας διαρκώς τους ρόλους των προσώπων, που παραπέμπει εν μέρει διακειμενικά στις «Δούλες» του Ζενέ αλλά και, πιθανότατα, παράλληλοι κόσμοι όπου τα πρόσωπα κατέχουν παρόμοιες αλλά διαφοροποιημένες θέσεις και ακολουθούν ανάλογες συμπεριφορές. Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας εγκλείει μέσα του το παρελθόν αλλά και το παρόν και το μέλλον. Τα δύο πρόσωπα μπορεί να είναι απλά δύο από τα εκθέματα που διανύουν τον ά-χρόνο χώρο του.

Το καλογραμμένο και ενδιαφέρον παραστασιακά έργο τής σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενης Μαρίας Γιαγιάννου σκηνοθετεί ο Γ. Γιανναράκος με έξυπνες λύσεις στον περιοριστικό χώρο του Δώματος του θεάτρου. Ευφυής ο σκηνικός διάκοσμος παράξενων ζώων του Μουσείου, μια ουσιαστικά έκθεση-εγκατάσταση έργων τέχνης του Ιβάν Παπαδόπουλου, γεμίζει τον χώρο με ευφάνταστα αντικείμενα-ζώα φτιαγμένα από καθημερινά υλικά που φέρουν τα αποκαλυπτικά ονόματα όπως «Τσουγκράνουρους Τάκτικους», «Παγουρίνους», «Αυγό Κωδωνόσαυρου» κ.λπ. Το όλο εξω-λογικό σκηνικό συνάδει με την ανατρεπτική διάθεση του έργου.

Σε μια γωνιά της σκηνής, ο Κώστας γ' παρεμβαίνει μουσικά με δυνατούς ήχους και την ίδια παιγνιώδη διάθεση, διανθίζοντας τη δράση. Λιτά και λειτουργικά τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού.

Οι δύο νεαροί ηθοποιοί περνούν από τη μία κατάσταση στην άλλη με πειστικότητα. Λαμπερή αλλά και ειρωνικά υποταγμένη με κατάλληλες φωνητικές διαβαθμίσεις η Μαρβίνα Πιτυχούτη, ευχάριστη σκηνική παρουσία αλλά έχοντας ανάγκη να δουλέψει περισσότερο εναλλαγές και ηχοχρώματα της φωνής του ο Αποστόλης Κουτσιανικούλης.

Ο Γιώργος Γιανναράκος ανέγνωσε με έμπνευση ένα πρωτότυπο έργο που απαιτούσε μεγάλη σκηνή και κατάφερε να το αναδείξει.

* Ο Δ. Τσατσούλης είναι καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου & Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Παν/μιο Πατρών.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Κριτική θεάτρου