Έντυπη Έκδοση

Με πρώην και νυν ...

Επέτειον ενενηκονταεννεαετίας θα εορτάζαμε πιθανότατα, εάν ήμασταν και εμείς πρωταγωνιστές οπερέτας, με αφορμή την αναβίωση του «Πικ Νικ» των Νικόλαου Λάσκαρη και Θεόφραστου Σακελλαρίδη, 99 χρόνια μετά την πρώτη παράσταση του 1915.

Από την οπερέτα «Πικ Νικ» του Θ. Σακελλαρίδη Από την οπερέτα «Πικ Νικ» του Θ. Σακελλαρίδη Την τρίπρακτη οπερέτα παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην πρώτη βραδιά της νέας παραγωγής, στις 19 Φεβρουαρίου, και με ελαφρώς διαφορετική διανομή στις 22 του μηνός.

Ο δικηγόρος Βερδελής πρόκειται να παντρευτεί τη Λόλα Φραμπαλά. Ο γαμβρός υποχρεώνεται να προσφέρει στα πεθερικά του και σε ένα ετερόκλιτο πλήθος καλεσμένων ένα πικνίκ, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στο περιβόλι του φίλου του, Αργυρού, επίσης αρραβωνιασμένου. Στο πικνίκ όμως θα βρεθούν και οι ερωμένες των δύο ανδρών, οι οποίες θα προσπαθήσουν να δυναμιτίσουν τους αρραβώνες.

Η μουσική του Σακελλαρίδη είναι καλογραμμένη, στο πνεύμα κυρίως της δεύτερης βιεννέζικης οπερέτας (Λέχαρ), με κάποιες πινελιές τοπικού χρώματος. Βέβαια πρόκειται μάλλον για θεατρικό έργο με μουσικά κομμάτια, παρά για καθαρή οπερέτα. Το κείμενο του Νικόλαου Λάσκαρη χαρακτηρίζει κυρίως η «μικτή» γλώσσα της εποχής, που αναπαράγει την αστική καθομιλουμένη χωρίς περαιτέρω λογοτεχνικές αξιώσεις.

Ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός επέλεξε, νομίζουμε, να τονίσει αυτές ακριβώς τις αδυναμίες και να επενδύσει στην ανάδειξη του ανοίκειου, παρουσιάζοντας το όλο θέαμα σαν παλιό λεύκωμα. Στους ήδη μακροσκελείς διαλόγους ενσωμάτωσε και τις σκηνικές οδηγίες του κειμένου, όλες σε άπταιστη καθαρεύουσα, τις οποίες οι συντελεστές ανακοίνωναν με «νόημα», αλλά χωρίς κατ' ανάγκην και να τις ακολουθήσουν, ενώ τονίστηκαν και κάποια λανθάνοντα σεξουαλικά υπονοούμενα. Σε ορισμένα πάλι σημεία έγιναν αναφορές στο σήμερα, είτε με μικρές παρεμβάσεις στο κείμενο είτε με τη σκηνοθεσία κάποιων τραγουδιών με όρους σύγχρονης συναυλίας.

Καινούργια για εμάς ήταν η ιδέα να χρησιμοποιηθούν χαρτονένια επίπεδα κοστούμια και φορέματα, τα οποία «φόρεσαν» οι συντελεστές πάνω από τα απλά λευκά ρούχα εποχής, όπως το παλιό παιδικό παιχνίδι με τα χάρτινα ρούχα που εφαρμόζουν επάνω σε επίπεδα φιγουρίνια, μόνο που εδώ τα φιγουρίνια ήταν ζωντανά και τρισδιάστατα. Το χάρτινο φόρεμα της αρραβωνιασμένης αλλά ακόμα ανύπαντρης Λόλας είχε και μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Αντίστοιχης αντίληψης ήταν και τα απλά επίπεδα χάρτινα σκηνικά που θύμιζαν χαλκομανίες για λεύκωμα ή χαρτοκοπτική. Ολα πολύ καλά φτιαγμένα από την Ελένη Μανωλοπούλου.

Το έργο υπηρέτησε μια εξαιρετική διανομή ηθοποιών και τραγουδιστών. Τα λυρικά ζευγάρια ήταν η πραγματικά λαμπερή Μυρσίνη Μαργαρίτη (Λόλα) και ο ευαίσθητος Δημήτρης Ναλμπάντης (Βερδελής), και οι Ειρήνη Καράγιαννη (Νίνα) και Χάρης Ανδριανός (Αργυρός), που μας άρεσαν πολύ, και ο καθένας χωριστά, αλλά περισσότερο και οι δύο μαζί στο υπέροχο βαλς-ντουέτο της Β' πράξης «Σφίξε με» (Θυμίσου εκείνα τα χρόνια). Απολαυστικό και πλήρως στο ύφος της οπερέτας το ζεύγος Φραμπαλά, Λυδία Αγγελοπούλου και Κωστής Ρασιδάκις.

Στη δεύτερη διανομή απολαύσαμε και δύο από τους πιο ταλαντούχους λυρικούς καλλιτέχνες τής ακόμα πιο νέας γενιάς, τη Βάσια Ζαχαροπούλου (Λόλα), με υπέροχη νεανική φωνή και αβίαστη σκηνική παρουσία, και τον Χρήστο Κεχρή (Βερδελής), φωνητικά ακμαίο και δραματικά εκφραστικό. Πολύ καλά ανέλαβαν τους μικρότερους ρόλους οι Ινές Ζήκου, Δέσποινα Σκαρλάτου, Σοφία Καψούρου και Βαγγέλης Αγγελάκης

Τους περισσότερο «διαλογικούς» ήρωες υποδύθηκαν αμιγώς δραματικοί ηθοποιοί. Ο Δημήτρης Ημελλος (Τζον Μπρόουντ), ο οποίος τραγούδησε σωστά και χειρίστηκε με δεξιότητα το χάρτινο κουστούμι του, η Αννα Κουτσαφτίκη («βραδύγλωσσος» Ευανθία Μπερλιναρή), Στέλιος Ιακωβίδης (Πλούταρχος Μπερλιναρής) και Δανάη Σαριδάκη (Ναυκρατούσα Μπερλιναρή), όλοι τους εξαιρετικοί.

Σωστά, αλλά όχι πολύ καθαρά τραγούδησε η Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων (διδασκαλία Σταύρος Μπερής), λίγο χαλαρή ως σκηνική παρουσία, ενώ την καλά προετοιμασμένη Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής διηύθυνε με ροή και ωραίο ήχο ο Γιώργος Πέτρου (στις 22, ο Αναστάσιος Συμεωνίδης). Μακάρι να είχε περισσότερη μουσική να διευθύνει.

Το έργο μαζί με το διάλειμμα διαρκεί κάτι λιγότερο από τρεις ώρες, αλλά η αχανής σκηνή έδινε την αίσθηση ότι επιβραδύνει ακόμη περισσότερο τους ρυθμούς, πρωτίστως στους πεζούς διαλόγους. Το Σάββατο που παρακολουθήσαμε την παράσταση από το βάθος της πλατείας η ακουστική μάς ξένισε. Υποθέτουμε, κάποιος έπαιζε με τα μικρόφωνα. 7

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Οπερα
Παραστάσεις
Θέατρο