Έντυπη Έκδοση

Από τη θορυβώδη, στη λιτή σκηνοθεσία

Γουίλιαμ Σέξπιρ, «Τίμων ο Αθηναίος». **Μετάφραση-σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Κοέν Εταιρεία Θεάτρου Υπερίων
Σύγχρονο Θέατρο

Ενα από τα σπάνια παιζόμενα έργα του Σέξπιρ, «Τίμων ο Αθηναίος» (1607), μετέφρασε και διασκεύασε -με περικοπές και συντμήσεις ή αφαιρέσεις προσώπων, όπως επεξηγεί ο ίδιος αναλυτικά, εισάγοντας την μετάφρασή του που δημοσιεύεται στο καλαίσθητο και πλούσιο σε πληροφορίες πρόγραμμα της παράστασης- ο Αλέξανδρος Κοέν. Μια πρόταση που δεν μπορεί παρά να είναι ευπρόσδεκτη.

Το πρόσωπο του Τίμωνα έχει γίνει συνώνυμο της σε ακραίο βαθμό μισανθρωπίας. Ο πάντα καλοπροαίρετος, ευγενής Τίμων παρέχει τα πλούτη και τη φιλοξενία του σε φίλους χωρίς να υπολογίζει τη σπατάλη. Οταν όλα εξανεμίζονται και οι δανειστές πιέζουν θα απευθυνθεί στους φίλους για δανεικά. Ουδείς ευεργετηθείς θα ανταποκριθεί. Απογοητευμένος, θα καταφύγει στην ερημιά βρίζοντας και ρίχνοντας έκτοτε κατάρες σε όλους τους συμπολίτες του, μη δεχόμενος ούτε αυτούς που θέλουν το καλό του.

Οι λόγοι που το έργο δεν έχει γνωρίσει ανεβάσματα αντίστοιχα άλλων σεξπιρικών δραμάτων είναι διότι θεωρήθηκε αδύναμο δραματουργικά, χωρίς ξεκάθαρους χαρακτήρες και αμφίσημο κεντρικό ήρωα, ελάχιστα θελκτικό δραματικό πρότυπο. Επιπλέον, ασάφειες προκύπτουν στην πλοκή ή στον τρόπο θανάτου του Τίμωνα.

Πασαρέλα αβεβαιοτήτων

Τα παραπάνω προβλήματα γίνονται ορατά στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Αλέξανδρος Κοέν. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι εντείνονται λόγω απουσίας συγκεκριμένης σκηνοθετικής γραμμής, αλλά και υποκριτικής.

Ο αναγκαστικά περιορισμένος αριθμός ηθοποιών σε σχέση με τα πρόσωπα του κειμένου δημιουργεί επιπλέον συγχύσεις ως προς τους χαρακτήρες ή τους ρόλους τους. Ο θεατής αδυνατεί να συλλάβει ποιες οι προθέσεις, παραδείγματος χάριν, του στρατηγού Αλκιβιάδη και ακόμη περισσότερο του Ερωτος, υπηρέτη του Τίμωνα. Επιπλέον, η ανάληψη αντρικών ρόλων από γυναίκες (Φλαβία, Γερουσιαστής κ.ά.) εντείνει ακόμη περισσότερο τη σύγχυση, με την ελάχιστη πειθώ που αυτές δημιουργούν δραματουργικά.

Δεν έχω αντίρρηση ως προς την εν είδει πασαρέλας διαμορφωμένη σκηνή (της Χριστίνας Κωστέα) -με ένα διάδρομο από πλάκες να τέμνει διαγώνια τον τεράστιο χώρο του θεάτρου που φωτίζει δημιουργικά η Κατερίνα Μαραγκουδάκη, αλλά δεν εκμεταλλεύεται πάντα η σκηνοθεσία. Ούτε έχω αντίρρηση ως προς τους έντονους, μπιτάτους ρυθμούς που συνοδεύουν εξ αρχής τους καλεσμένους «φίλους» του Τίμωνα, σε ένα από τα πλούσια συμπόσια που αυτός τους παρέχει αφειδώς. Ούτε, τέλος, με τα εξεζητημένα ολόμαυρα κοστούμια όλων των προσώπων (των Celebrity Skin) που παραπέμπουν επαξίως σε μια επίδειξη μόδας.

Ντεσιμπέλ, τρικέφαλοι και πόζες

Η αντίρρηση αρχίζει από τη στιγμή που παρ' όλη την κίνηση που δίδαξε η Φρόσω Κορρού, οι στάσεις και η κινησιολογία των σωμάτων των περισσότερων νεαρών ηθοποιών είναι επίπλαστη, σχεδόν αδέξια, «φορεμένη», ενώ εκείνο που προβάλλεται περισσότερο είναι γυμνασμένα σώματα και επίδειξη τρικεφάλων. Η αντίρρηση εντείνεται από τον εκκωφαντικό θόρυβο της μουσικής που παρεμβαίνει καταιγιστικά σε άκαιρα σημεία, υπερκαλύπτοντας τις αδύναμες φωνές των ηθοποιών. Αντίρρηση επίσης για τη χρήση μικροφώνων ή «ψείρας» από κάποιους και μόνο ηθοποιούς, που αλλοιώνει τις φωνές, καθιστώντας αδύνατη την ακρόαση του λόγου.

Τέλος, το σημαντικότερο, η κακή εκφορά λόγου των ηθοποιών, οι οποίοι μοιάζει να απαγγέλλουν κείμενο που ουδόλως κατανοούν -και σε αυτό γίνεται ορατή και η απουσία σκηνοθετικής διδασκαλίας. Ετσι, το κείμενο χάνεται, σημειώνονται διαρκείς ακουστικές μουντζούρες και η όλη σκηνοθετική πρόθεση εξανεμίζεται, καθιστώντας την παράσταση ένα κουραστικό θέαμα.

Οι φιλότιμες προσπάθειες του Μάξιμου Μουμούρη (Τίμων) ή του ισχνότερου Πατρίκιου Κωστή (φιλόσοφος Απήμαντος) διαλύονται στο ηχητικό περιβάλλον ή στις ξαφνικές δραματικές εξάρσεις. Τζούλυ Σούμα (με ενοχλητική ψείρα) ως Γερουσιαστής και Ελένη Κρίτα (Φλαβία, γραμματέας Τίμωνα) αποπροσανατολίζουν, ερμηνεύοντας αντρικούς ρόλους που αδυνατούν να υποστηρίξουν. Σπανίως ακούγονται φράσεις από το κείμενο που εκφέρει ο Αλεξ Κάβδας (Ερως), ενώ παλαιικός στόμφος και στάσεις κινηματογραφικού «μονομάχου» χαρακτηρίζουν την ερμηνεία του Γιώργου Γεροντιδάκη (Αλκιβιάδης). Εύη Νταλούκα, Αλίκη Βουτζουράκη, Κώστας Πιπερίδης, Γιάννης Αθανασόπουλος, σε ρόλους «φίλων», περισσότερο διακοσμούν με μούτες και τσαλίμια τη σκηνή παρά υποκρίνονται.

Είναι κρίμα νέοι ανέτοιμοι ηθοποιοί, με αξιόλογες παράπλευρες σπουδές, να εκτίθενται απροστάτευτοι στη σκηνή και είναι κρίμα μια αρχικά καλών προθέσεων και μοντέρνων υλικών σκηνοθεσία να πνίγεται στην κακοδιαχείριση των ίδιων των ευρημάτων της.

Αύγουστος Στρίντμπεργκ, «Οι δανειστές»

**Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης

Πολιτιστική Εταιρεία ΚΝΟΤ

Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κάτω Χώρος

**Με απόλυτη σκηνική λιτότητα και έμφαση στη διδασκαλία και εκφορά του λόγου, με όλες τις καθοριστικές για τη διαγραφή των προσώπων ηχοδιακυμάνσεις του, σκηνοθέτησε ο Θέμελης Γλυνάτσης τους «Δανειστές» (1888) του Σουηδού κλασικού συγγραφέα Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1849-1912). Εργο που έχει χαρακτηριστεί ότι δεν εμπίπτει στα αμιγώς νατουραλιστικά αυτής της συγγραφικής εποχής του συγγραφέα του έργα, όπως άλλωστε και ο «Πατέρας» ή η «Δεσποινίς Τζούλια».

Διαφανή παραβάν, που δημιουργούν στο κέντρο εσοχή τόση ώστε να χωρούν ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, συνιστούν το κλειστοφοβικό σκηνικό (Αδριανός Ζαχαριάς) της παράστασης, ενώ στα οριζόντια πλάγιά τους (που υπονοούν άλλα δωμάτια ενοίκων ή αντίθετα που τονίζουν το φαντασιακό) κινείται νωχελικά ως σε θέατρο σκιών η αισθησιακή φιγούρα της Αλεξάνδρας Ντεληθέου.

Παρ' όλο που το έργο διαγράφει τη διάλυση του γάμου της Θέκλας και του Αντολφ όταν εισβάλλει ύπουλα στη ζωή τους ο πρώην σύζυγος της Θέκλας, Γκούσταβ, οι ανά ζεύγη συνευρέσεις των τριών προσώπων διεξάγονται χαμηλότονα, επιτρέποντας στους τρεις ηθοποιούς να ξετυλίξουν εσώτερες διαδικασίες των προσώπων, αλλά και τη δική τους πλήρως ελεγχόμενη υποκριτική τεχνική.

Με αισθητικά άψογα κοστούμια που παραπέμπουν αμυδρά σε εποχή της Μαργαρίτας Δοσούλα και φωτισμένοι υποβλητικά από τη Μελίνα Μάσχα, οι τρεις ηθοποιοί , Σοφία Μαραθάκη, Συμεών Τσακίρης και, κυρίως, ο Νέστωρ Κοψιδάς στο ρόλο του εισβολέα, καταθέτουν αξιόλογες ερμηνείες, χωρίς εντάσεις, περισσότερο με μια αποστασιοποίηση που βοηθά να ακούγεται ολοκάθαρος ο λόγος και οι σημάνσεις του.

Μια προσεκτική, καλοδουλεμένη δουλειά του Θέμελη Γλυνάτση, που υπηρετεί σταθερά με συνέπεια ένα θέατρο λόγου, χωρίς ούτε στιγμή να το καθιστά μονότονο.

* Ο Δ. Τσατσούλης είναι καθηγητής Σημειωτικής της Παράστασης και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Κριτική θεάτρου