Έντυπη Έκδοση

Οπου ηχεί ο ωραίος Μάλερ

Τραγούδια από τη συλλογή «Το μαγικό κόρνο του αγοριού» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Ηαρχετυπική συλλογή με τα περισσότερα από επτακόσια λαϊκά ποιήματα-τραγούδια, που συγκέντρωσαν, επεξεργάστηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα και εξέδωσαν σε τρεις τόμους, με το ευφάνταστο όνομα «Το μαγικό κόρνο του αγοριού» («Des Knaben Wunderhorn»), ανάμεσα στο 1805 και το 1808, οι Γερμανοί ρομαντικοί ποιητές Κλέμενς Μπρεντάνο και Αχιμ φον Αρνιμ, αποτέλεσε καταλυτική πηγή έμπνευσης για τον Γκούσταβ Μάλερ.

Εχοντας «ανακαλύψει» την πολύτιμη αυτή κιβωτό της παλιάς λαϊκής γερμανικής ποίησης το 1887, ο Αυστροβοημός μουσουργός άρχισε αμέσως να μελοποιεί επιλεγμένα ποιήματά της, αλλά και να δανείζεται ποιητικά στοιχεία της για να φτιάξει το δικό του, προς μελοποίηση, ποιητικό λόγο -εκτός από ποιητής των ήχων, ο Μάλερ ήταν και ποιητής των λέξεων. Κάποιες από τις μελοποιήσεις του αυτές ενέταξε ενορχηστρωμένες, αναπτυγμένες και αναδιοργανωμένες στις Συμφωνίες του αρ. 2, 3 και 4.

Ο Μάλερ συνέθεσε, στην πρωταρχική μορφή για φωνή και πιάνο, είκοσι τρία τραγούδια βασισμένα σε ποιήματα από τη συλλογή. Εννέα από αυτά προσάρτησε στην έκδοση του 1892 «Lieder und Gesange» («Τραγούδια και μελωδίες»). Δώδεκα αποτέλεσαν την ομώνυμη -«Το μαγικό κόρνο του αγοριού»- έκδοση του 1899 και τα δύο τελευταία, το «Εγερτήριο» και «Ο μικρός τυμπανιστής», εμπλούτισαν τη συλλογή «Τραγούδια» που εκδόθηκε το 1905. Ικανό αριθμό από αυτά ενορχήστρωσε ο συνθέτης. Δέκα μάλιστα για υψίφωνο ή βαρύτονο και ορχήστρα εκδόθηκαν ως κύκλος το 1905.

Δεκαοκτώ από τα τραγούδια αυτά του Μάλερ αποτέλεσαν το πρόγραμμα της συναυλίας που ετοίμασαν η υψίφωνος Λένια Ζαφειροπούλου, ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος και ο πιανίστας Θανάσης Αποστολόπουλος (26 Φεβρουαρίου, Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών). Στα δεκαεφτά που είχαν προαναγγελθεί ενσωματώθηκε, στο τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας, εικάζουμε, το τρυφερό «Αρχέγονο φως». Την εκδήλωση προλόγισε ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης προσφέροντας χρήσιμες πληροφορίες στους παρισταμένους. Η επί σκηνής παρουσία του συνέβαλε και σε ένα απρόσμενο, όμορφο και ενδιαφέρον προανάκρουσμα στη συναυλία. Ερμήνευσε, μαζί με τον Θανάση Αποστολόπουλο, αποσπάσματα μεταγραφών για πιάνο τέσσερα χέρια από την Τέταρτη (αρκετά μέτρα από το πρώτο μέρος) και από την Τρίτη Συμφωνία (λίγα μέτρα από το τρίτο μέρος, σκέρτσο), εισάγοντας με τον καλύτερο τρόπο στην ατμόσφαιρα της βραδιάς, αφού το τρίτο μέρος της Τρίτης είναι δομημένο με τη μελωδία του τραγουδιού «Θερινή αλλαγή βάρδιας», το οποίο ήταν πρώτο στο σχεδιασμό του προγράμματος. Αρχίζοντας με αυτό, το οποίο τραγούδησε η Λένια Ζαφειροπούλου, και καταλήγοντας στο υποβλητικά ατμοσφαιρικό «Οπου ηχούν οι ωραίες σάλπιγγες», που παρουσιάστηκε ως διωδία, οι ερμηνευτές ξενάγησαν με υποδειγματική αφοσίωση και αξιοσύνη το ακροατήριο στον ιδιαίτερο κόσμο της μουσικής του Μάλερ.

Οι τραγουδιστές επέδειξαν αξιομνημόνευτο φωνητικό ήθος στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν τη μελαγχολία, τη νοσταλγία, το πάθος, αλλά και τον κυνισμό και τη διαβρωτική απαισιοδοξία, που αναδύονται από τη μουσική ποιητική ενός ξεχωριστού μουσουργού, του οποίου ο ιδεαλισμός συνοψίζεται στην ακόλουθη πικρή διαπίστωση: «Είμαι τρεις φορές ξένος: στην Αυστρία γιατί είμαι Βοημός, στη Γερμανία γιατί είμαι Αυστριακός και στον κόσμο ολόκληρο γιατί είμαι Εβραίος». Και οι δυο φωνές, αψεγάδιαστα καθαρές και με πλήρη συναίσθηση κάθε φράσης που ερμήνευαν, είτε μόνες είτε μαζί, στηρίχτηκαν στη σιγουριά που πηγάζει από τη γνώση και την καλή προετοιμασία. Με άρθρωση που δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης, με τονική ακρίβεια και σταθερότητα, που φανέρωνε συνάμα χαρίσματα και μουσικές εμπειρίες, με φωτοσκιάσεις φωνών που χρωμάτιζαν ευθύβολα το ποιητικό κείμενο, έχτισαν σιγά σιγά ένα συγκινητικό μουσικό μύθο, που χαρακτηριζόταν από τη συνέπεια στις σχεδόν συνεχείς εναλλαγές του ύφους, που απαιτούν τόσο τα κείμενα όσο και η μουσική. Πιο εξωστρεφής και πιο θεατρικός, ακόμη και όταν δεν τραγουδούσε, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, πιο εσωστρεφής, πιο συνεσταλμένη, αλλά και πιο αιθέρια η Λένια Ζαφειροπούλου, αποτέλεσαν ένα ζηλευτά ταιριαστό, για την περίπτωση, ζευγάρι, τόσο φωνητικά όσο και σκηνικά. Η παρουσία τους και η ερμηνεία τους ζωντάνεψαν όλα τα χαρακτηριστικά μιας μουσικής γλώσσας που όρισε το τέλος του 19ου αιώνα, το τέλος του πρωτογενούς ρομαντισμού. Τίποτα δεν ήταν περιττό, τίποτα δεν έλειψε από την προσφορά τους. Ακόμη και το μοίρασμα των φωνητικών ρόλων ήταν απόλυτα ταιριαστό και ισορροπημένο: επτά τραγούδια ερμήνευσε η υψίφωνος, έξι τραγούδια ο βαρύτονος και τα υπόλοιπα πέντε και οι δύο μαζί.

Στην ευόδωση των επιθυμιών και των προθέσεων η συμβολή του πιανίστα ήταν κάτι παραπάνω από σημαντική. Εχοντας τοποθετήσει το πιάνο σε ασυνήθιστη θέση, πάνω στη σκηνή -ερμήνευε με την πλάτη γυρισμένη προς την αίθουσα-, μπορούσε να επικοινωνεί με το βλέμμα με τους δυο τραγουδιστές, που ήταν τοποθετημένοι αριστερά και δεξιά του. Μπορούσε έτσι να παρακολουθεί ακόμη και τις ανάσες τους. Για την ομαλή διασπορά του ήχου του πιάνου, μάλιστα, το σκέπασμά του είχε αφαιρεθεί. Ο Θανάσης Αποστολόπουλος συνόδευσε με συγκινητική προσήλωση στις επιταγές της μουσικής γραφής, παρουσιάζοντας την εικόνα εξαιρετικής άνεσης, παρά τη δυσκολία του ρόλου του. Οδήγησε τις φωνές, όταν έπρεπε, χωρίς ωστόσο υπερβατικές προθέσεις, οδηγήθηκε από αυτές, όταν ένιωθε τον κυριαρχικό τους ρόλο. Επετεύχθη έτσι ένας ευτυχής διάλογος πιάνου και φωνών, κοσμημένος γοητευτικά με το συνήθως φαιόχρωμο πνεύμα της μουσικής του Μάλερ.

Στην αφομοίωση της ατμόσφαιρας των τραγουδιών και στη νοηματική συμπόρευσή τους με αυτά, βοήθησε τα μέγιστα τους ακροατές-θεατές η προβολή σε οθόνη της ελληνικής απόδοσης των ποιητικών κειμένων, όπως πολύ σωστά συνηθίζει στα ρεσιτάλ της η Λένια Ζαφειροπούλου, ποιήτρια των λέξεων και αυτή. Εν προκειμένω είχε εκπονήσει την απόδοση πέντε ποιημάτων, ενώ η απόδοση των υπόλοιπων δεκατριών έγινε με τη φροντίδα της Μαρίας Αγγελίδου. Η προβολή των ποιητικών κειμένων γινόταν, μάλιστα, με αχνό υπόστρωμα χαρακτική απεικόνιση του γνωστού, και άμεσα συσχετισμένου, πίνακα του Μόριτς φον Σβιντ, που έχει το όνομα «Το μαγικό κόρνο του αγοριού» ή, κατά την παλιότερη, πιο λόγια, απόδοση, «Το θαυμαστό κέρας του αγοριού». Συμπλήρωμα καλοδεχούμενο μιας εξαιρετικής προσφοράς.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μουσικογραφήματα