Έντυπη Έκδοση

ΕΝΑΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΑ ΣΗΚΩΝΕΙ ΣΤΙΣ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ ΤΟ ΛΑΒΑΡΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

«Ο Καρατζάς τι γίνηκε, αυτός ο καπετάνιος»

Στη συνάντηση Παπαφλέσσα με προκρίτους και αρχιερείς στη Βοστίτσα (Αίγιο), στις αρχές του 1821, διαπιστώθηκε πλήρης διάσταση απόψεων

Η μνήμη της εθνεγερσίας του 1821 αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο, ακόμη, πεδίο καταγραφής της ιστορικής εμπειρίας στη χώρα μας. Ειδικότερα η βιωματική γραφή και μνήμη διαμορφώνει τους όρους ανάδειξης της αφηγηματικότητας ως μιας μάλλον παραμελημένης διάστασης της ευρύτερης ιστορικής εμπειρίας και γνώσης, «εξαιρετικά σημαντικής όμως για τη συγκρότηση του -σ.σ. ατομικού και συλλογικού- εαυτού» (Σρεντεδάκις, 2012).

Η γραφή αυτή δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη από τις ευρύτερες προσωπικές, πολιτικές και κοινωνικές συντεταγμένες. Πρόκειται για μια διαδικασία που καθορίζεται από υφιστάμενες πολιτισμικά διαθέσιμες μορφές αφήγησης, οι οποίες με έναν τρόπο «επιβάλλουν τη δική τους λογική τόσο των ιστοριών ζωής όσο και του ίδιου του βίου, αναδεικνύοντας τις διαστάσεις της υποκειμενικότητας στη διαλεκτική της σχέση με τη διυποκειμενικότητα» (ό.π.).

Η επιστολογραφία, είδος ιδιαίτερο, συνδέει την ατομική προσωπική και κοινωνική διαδρομή με ευρύτερες αφηγήσεις των συλλογικοτήτων, ερμηνεύοντας με το δικό της τρόπο την ιστορική στιγμή και την ίδια την ιστορία.

Ο Παναγιώτης Καρατζάς στις 16 Μαρτίου ξεσηκώνει τους Πατρινούς κατά των Τούρκων, αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν την πόλη Ο Παναγιώτης Καρατζάς στις 16 Μαρτίου ξεσηκώνει τους Πατρινούς κατά των Τούρκων, αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν την πόλη Στα 1939 εκδίδονται στην Αθήνα από την Εταιρεία Ιστορικών Μελετών τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας του Εμμανουήλ Ξάνθου Εκ των ιδρυτών αυτής». Σε ανυπόγραφο προλογικό σημείωμα, ίσως του Χρ. Μαρορραχίτη που συνέταξε το προηγούμενο, σημειώνεται: «Ποιος δεν θέλει καταλάβει η δεινοτέρα λύπη όταν ακούση ότι ο Ξάνθος ζει εις την Ελλάδα δι' ελέους; Ποιαν φεύγει καταισχύνην αγνωμοσύνης η πατρίς εις τοιαύτας σκληρότητος εικόνας ζώσας;» (σελ. 51).

Οι ημερομηνίες

Στα Απομνημονεύματα αυτά αίρεται η αδυναμία να πλαισιωθούν ιστορικά τα αυτοβιογραφικά κείμενα, αφού η αναφορά των ημερομηνιών και η παράλληλη καταγραφή των γεγονότων από ιστορικά πονήματα (συνήθως ξεχασμένα από την επίσημη εκδοχή που επικράτησε ως «εθνική») αποτελεί πολύτιμη πηγή, παρά το ενδεχόμενο φίλτρο κάθε συλλέκτη των επιστολών και κάθε εκδότη.

Η φιγούρα του Παπαφλέσσα νομιμοποιήθηκε μεταπελευθερωτικά από ένα κράτος που ήθελε να συμπορευθεί με την Εκκλησία Η φιγούρα του Παπαφλέσσα νομιμοποιήθηκε μεταπελευθερωτικά από ένα κράτος που ήθελε να συμπορευθεί με την Εκκλησία Σε μια επιστολογραφία όπου η ορολογία είναι συχνά συνωμοτική, ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του εθνικού αγώνα της εποχής και που οι πολιτικάντικες προσεγγίσεις κάποιων εκ των πρωταγωνιστών δεν λείπουν, ο Γρηγόριος Δικαίος, ή Παπαφλέσσας, αναδεικνύεται (πριν αναδειχθεί σε υπουργό Εσωτερικών) σε πρόσωπο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αρχή της εξέγερσης, σπάζοντας ιεραρχίες και καλούπια:

Αδερφέ θυμίδη (Ξάνθε), γράφει στις 22 Φλεβάρη του 1821 την ίδια ημέρα που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη του Αγώνα στο Ιάσιο της Μολδαβίας (άραγε; Ή έπαιξαν ρόλο εκ των υστέρων οι ανευρεθείσες επιστολές όχι στο ίδιο το γεγονός αλλά στην «κατοχυρωμένη» ημερομηνία;), «κράζοντας» τους υπεύθυνους για τους «φρονηματισμούς» και τις καθυστερήσεις: Δεν ηξεύρω διά τι περιωρίσθης εις τον ορίζοντα σου, και άλλο δεν ηξεύρεις πλέον παρά να συμβουλεύεις τον Δικαίον να μην ορμά κατά την συνήθειάν του και άλλα κουραφέξαλα. Ο Δικαίος φίλε έκαμεν ως προστάχθη, τα δανείσματα έγιναν προς τα σύννεφα εκ μέρους της βροχής. Αυτά βιαζόμενα επολλαπλασιάστηκαν. Τι θέλεις η ευγένειά σου; Να μην ακουστεί μικρός καν γδούπος; Οι φρόνιμοι πρότερον σκέφτονται ταύτα και ύστερον αποφασίζουν και εις τας αποφάσεις μένουν σταθεροί (...) φίλε ο καιρός παρέρχεται και δεν προσμένει την ιδικήν μου και ιδικήν σου αργοπορίαν (...) Ενταύθα είναι μέγα βρασμός, καθώς ίσως και άλλοθι διά τον πολλαπλασιασμόν των συννέφων, τα οποία συνωθούμενα αδύνατον να μην δουπήσουν μικρόν ή μέγα, ώστε να φτάσει ο δούπος και προς τους μετοίκους... Λοιπόν φίλε διά τους οικτιρμούς του θεού επιταχύνατε τον σεβαστόν Καλόν (σ.σ. Υψηλάντη), ότι αν παρέλθει εορτή μία και δεν φανή, τα αγκάθια ως σκοτεινιασμένα δύνανται να κεντήσουν τους προθύμους μας ανεπαισθήτως, και τότε η αμαρτία ας ήναι εις τον λαιμόν σας... Εις τα κλουμπιά δεν γίνονται άνδρες ούτε εις τα ταντούρια... (σελ. 144-145)

Την ίδια ημέρα στέλνει επιστολή ως Αρμόδιος (το ψευδώνυμό του) στο Σύνολο της Φιλικής Εταιρείας: Εντιμότατοι Κύριοι!

...Λοιπόν διά τον Θεόν! Μην αφήνετε να παρέρχεται ο καιρός. Οι τούρκοι ημέραν με την ημέραν υποπτεύονται, και είναι και φόβος, φόβος μεγάλος! Και έχετε να δώσετε λόγον, αν διά την άργηταν του προσδωκόμενου Υψηλάντου βιασθώμεν οι Ελληνες να πάθωμεν ζημίας, όσας δεν ελπίζομεν...

Ο σος ειλικρινής αδερφός Γρηγόριος Δικαίος (σελ. 148)

Εναν ακριβώς μήνα μετά θα ξεκινήσει επισήμως η Επανάσταση: Τέλος συγκεντρώθηκαν και βγήκαν στις 22 Μαρτίου (α) στην Καλαμάτα ο Π. Μαυρομιχάλης , οι Καπετάκηδες, Κουμουνδουράκηδες, ο Π. Μούρτσινος, ο Αναγνωσταράς, ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο αρχιεπίσκοπός τους Φλέσσας Παπαφλέσσας... (Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη)

Προδομένη αρχή που εκ των υστέρων χρεώνεται (χειραγωγιστικά από την ξενοκρατία, βλέπε αναφορά του Πουκεβίλ, και δουλοπρεπώς από την ντόπια άρχουσα τάξη) σε άτομο που δεν ήταν καν στην περιοχή (Π.Π. Γερμανό) και στη «βολική» ημερομηνία της 25ης Μαρτίου: στα 1838 τη βολική αυτή ημερομηνία θα την υπογράψει ο κάποτε γραμματέας του υπουργού Δικαίου Γλαράκης που έμεινε στέλεχος στην Καμαρίλα και (σε αντίθεση με τον μαρτυρικό Δικαίο-Φλέσσα) «διεσώθη»: «Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ' εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ' αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Εν Αθήναις τη 15η Μαρτίου 1838

ΟΘΩΝ

Ο επί των εκκλησιαστικών κ.τ.λ.

Γραμματεύς της Επικρατείας

Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ

Ηδη από τις αρχές του σωτήριου έτους 1821 και κατά τη Μυστική Συνάντηση του Παπαφλέσσα με πρόκριτους και αρχιερείς στη Βοστίτσα (Αίγιο, 26-30 Ιανουαρίου 1821) διαπιστώθηκε πλήρης διάσταση απόψεων ανάμεσα στον ενθουσιώδη Απόστολο της Φιλικής και τους διστακτικούς προκρίτους και αρχιερείς. Σε αυτή τη συνάντηση ειπώθηκαν τα παρακάτω:

Οι διαφωνίες

Σωτήρης Χαραλάμπης (προεστός):

«...Μα εμείς εδώ, αφού ξεκάνουμε τους Τούρκους, τι θ' απογίνουμε; Ποιον θα έχουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, άμα πάρει άρματα, δεν θα μας ακούει πια. Και τότε θα πέσουμε στα χέρια εκείνων που δεν μπορούν να κρατήσουν πιρούνι να φάνε»

Παπαφλέσσας: «Για ακούτε δω, η Επανάσταση, είτε το θέτε είτε όχι, θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να την εμποδίσετε, εγώ πήρα προσταγή από την Αρχή να ξεσηκώσω τον κοσμάκη και να την κάνω. Και τότε όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι ας τον κόψουν!»

Η αναφορά του απόντα και φυτευτού Παλαιών Πατρών Γερμανού (και εν αντιθέσει η λήθη στο πρόσωπο του Καρατζά, του αληθινού μάρτυρα της πατρίδας από την Πάτρα) είναι χαρακτηριστική και φέρνει στο νου εκείνη τη φράση του Μαρορραχίτη «ποιαν καταισχύνην αγνωμοσύνης η πατρίς»:

«Οθεν οι μεν Πελοποννήσιοι έμειναν εν αμηχανία περί του πρακτέου, βλέποντες το παράκαιρον και ανέτοιμον· ο δε Δικαίος, άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος, περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Εθνους, διά να πλουτίση εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν, ότι είναι τα πάντα έτοιμα»

Σ.σ. Ο Καρατζάς, αυτός που σηκώνει το λάβαρο της Επανάστασης -με ιερέα τον Ηλιο, όχι τον Μητροπολίτη- στο Πατρινό Κάστρο στις 21 Μάρτη, αναγκάζοντας τους παραδουνάβιους να βιασθούν επιτέλους, μεγαλομάρτυρας του προδομένου '21, ξεχάστηκε γιατί ως πολύ έντιμος κι απροσκύνητος είχε άλλωστε κακό τέλος, ως συνήθως από «συνέλληνες» (Αχαιούς κοτζαμπάσηδες... να δεις ποιους μου θυμίζουν! Αφού πρώτα τους έδειξε τα οπίσθιά του, σύμφωνα με μαρτυρίες βεβαίως! ) και μόνο η μαρτυρία ξεχασμένων Δημοτικών μένει για να κάνει ρωγμές στην επίσημη Μνήμη...

«Τρεις περδικούλες κάθουνταν στης Κούκουρης τη ράχι

Η μια τηράει τα πέλαγα κι' η άλλη κατά την Πάτρα

Κι' η τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

Θε μου ο Καρατζάς τι γίνηκε, αυτός ο καπετάνιος;

Μάιδε στην Πάτρα φαίνεται μάιδε στο Σαραβάλι

Μας είπαν πως τον σκότωσαν μέσ' του Ομπλού την πόρταν».

Ο Παπαφλέσσας δεν αντιδρά στο έγκλημα στην Μονή Ομπλού. Τρέχει... Σε λίγα χρόνια θα είναι άλλωστε υπουργός Εσωτερικών. Μέσα του όμως είναι ο ίδιος Γρηγόριος Δικαίος που την κρίσιμη στιγμή λίγα χρόνια αργότερα -κι ενώ η Επανάσταση σβήνει- θα ξαναβρεί τη σπορά που υπάρχει στις επιστολές των αρχών του 1821 και παραιτούμενος από το αξίωμα θα κατέβει να μαρτυρήσει στο Μανιάκι.

Η φιγούρα του Παπαφλέσσα, φιγούρα ιδιαίτερη, εξωραΐστηκε και νομιμοποιήθηκε μεταπελευθερωτικά από ένα κράτος που ήθελε (όπως όλα τα κράτη) να κάνει ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ταυτίζοντας μονοσήμαντα στην περίπτωση της Ελλάδας την Εκκλησία (πολυσχιδή στις τάσεις της) με τον απελευθερωτικό Αγώνα. Η φιγούρα όμως του Παπά Αντάρτη, που θα επαναληφθεί λίγες δεκαετίες αργότερα στα Βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας (συχνά ξεχασμένη -αν και για διαφορετικούς λόγους- από όλες τις μεριές που όμως έχουν κοινό πως κρύβονται πίσω από ιδεολογήματα και δεν ακούν τη φωνή της γης που πλάθει και τις γνήσιες ιδεολογίες), δεν έπαψε να στοιχειώνει το συλλογικό φαντασιακό μας... Υπενθυμίζοντας ότι αν η Μνήμη κάθε απελευθερωτικού Αγώνα είναι αμφιλεγόμενη, είναι γιατί είναι τόσο μα τόσο άβολη αλλά και τόσο ελπιδοφόρα...

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Εθνικές επέτειοι
Αφιέρωμα