Έντυπη Έκδοση

Στο 2ο Πειραματικό Λύκειο Αμπελοκήπων το «Family Games»

Σερβικό μάθημα βίας στο σχολείο του Τσίπρα

Το «Family games» της Σέρβας ακτιβίστριας, δημοσιογράφου και δραματουργού Μπίλιανα Σερμπλιάνοβιτς μπορεί να γράφτηκε εν μέσω των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ, για να παιχτεί σε ένα εγκαταλελειμμένο γήπεδο μπάσκετ, αλλά στην Αθήνα παρουσιάζεται στα ίδια γυμνασιακά θρανία που πέρασε τα μαθητικά του χρόνια ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας: στο 2ο Πρότυπο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αμπελοκήπων.

Αιμιλία Βασιλακάκη, Γιάννης Στεφόπουλος, Μάνος Καναβός και Μάρθα Μπουγιούρη: Τέσσερις μαριονέτες που αποδομούν την οικογένεια, την επερχόμενη ανάκαμψη και χλευάζουν τους κλέφτες πολιτικούς Αιμιλία Βασιλακάκη, Γιάννης Στεφόπουλος, Μάνος Καναβός και Μάρθα Μπουγιούρη: Τέσσερις μαριονέτες που αποδομούν την οικογένεια, την επερχόμενη ανάκαμψη και χλευάζουν τους κλέφτες πολιτικούς Στο ίδιο σχολείο έχουν γυριστεί σκηνές από τη βραβευμένη «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά. Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Το θεατρικό και η ταινία, που πραγματεύονται το οξύ ζήτημα της βίας, έχουν τον ίδιο παραγωγό (τον Βασίλη Χρυσανθόπουλο των plays2plays productions). Η δε επιλογή ενός σχολείου για να παιχτεί ένα έργο που «στάζει» βία και διαταραχή, κάνει από μόνη της ένα σκληρό σχόλιο για το ακανθώδες πεδίο της δημόσιας Παιδείας. Και όχι μόνο.

Κάνοντας flashback και στα δικά τους μαθητικά χρόνια, οι θεατές προσέρχονται σαν μαθητές στα ξύλινα θρανία της τάξης του σχολείου για να παρακολουθήσουν το σερβικό σκηνικό «μάθημα» βιαιότητας, που εκπέμπει από τα πρώτα λεπτά του τη γνώριμη βαλκανική τρέλα - η οποία δυστυχώς δεν διαφέρει από την ελληνική. Οι σκηνές ακραίας ενδοοικογενειακής βίας που παρακολουθούμε σε διάφορες παραλλαγές παρωδώντας σαν από σύμπτωση την πολιτική του Μιλόσεβιτς, έχουν γενεσιουργό αίτιό τους τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας: την καταστροφική δύναμη των βομβών, τα γεμάτα πρόσφυγες μονοπάτια, τη μαζική υστερία, τη συνεχή αγωνία, την τρομοκρατία, τον εθνικισμό, την ολοκληρωτική καταστροφή της οικονομίας και το «πανικόβλητο θάρρος», όπως λέει η αντικαθεστωτική συγγραφέας, η οποία την εποχή των βομβαρδισμών του Βελιγραδίου έβλεπε να γίνεται συνωστισμός για το θεατρικό της «Η τριλογία του Βελιγραδίου».

Οι τεράστιες δόσεις σαδισμού που διαπερνούν το «Family games» εξωθούνται σε μεγαλύτερη ακρότητα από τη σκηνοθέτιδα Εσθερ Αντρέ Γκονζάλες στη σχολική τάξη (ειρωνικότατο το κοντράστ), αφού επέλεξε τη σκηνική οδό του γκροτέσκου - θα ήταν καλύτερο να ακολουθηθεί μια καθαρότερη, «γυμνή» γραμμή.

Οι τέσσερις ηθοποιοί, οι οποίοι υποδύονται 4 παιδιά που παίζουν τους ενήλικες (δύο γονείς και δύο παιδιά), παρουσιάζονται στο πατάρι που έχει στηθεί μπροστά από τον πράσινο πίνακα ως μαριονέτες και κλοουνίζουσες, σπαστικές φιγούρες.

Πριν από την τελευταία σκηνή, όπου η 12χρονη κόρη-σκυλί (Μάρθα Μπουζιούρη) απασφαλίζει μια χειροβομβίδα και σκοτώνει τους γονείς της, έχουμε παρακολουθήσει αρκετές παραλλαγές της δολοφονίας τους από το γιο τους - ξεκινά λούζοντάς τους με βενζίνη για να πάρει το μισθό του πατέρα και να αγοράσει τα Reebok μποτάκια που ορέγεται.

Πίσω από την επιφανειακή τρέλα, το ενδιαφέρον σημείο εντοπίζεται στο κέλυφος μέσα στο οποίο συμβαίνουν οι νοσηρότητες που φλερτάρουν με το σουρεαλισμό και το θέατρο του παραλόγου. Οι 4 ήρωες της Σερμπλιάνοβιτς ζουν σε μια χώρα με διαλυμένη οικονομία, με πρόσφυγες και διεφθαρμένους πολιτικούς που βγάζουν τα λεφτά ατιμώρητοι στο εξωτερικό και με νέους που ξενιτεύονται. Στο κοινό η χώρα θυμίζει την Ελλάδα. «Το έργο συνομιλεί ευθέως με την Ουκρανία», υποστηρίζει ο παραγωγός του Βασίλης Χρυσανθόπουλος. Δεν έχει άδικο. Η σημερινή Γιουγκοσλαβία είναι η Ουκρανία. Παρ' όλα αυτά όταν ο πατέρας (Γιάννης Στεφόπουλος) διαβάζοντας εφημερίδα μιλά για άνοδο των δεικτών της οικονομίας και η σύζυγος (Αιμιλία Βασιλακάκη) που μαγειρεύει του αντιμιλά «Ολο ψέματα λέτε! Οι λωποδύτες», το κοινό εκτοξεύεται στη μικροαστική Ελλάδα. Ειδικά δε όταν γίνεται λόγος για νέα μέτρα και πιθανή ανάκαμψη, έχει απέναντί του την Ελλάδα των Μνημονίων.

Πάνω στον πίνακα που κυκλώνουν ασφυκτικά γκράφιτι με βόμβες, αμερικανικές και ρωσικές σημαίες, σχολικοί χάρτες, φωτογραφίες από συρράξεις του παρελθόντος και σπασμένα μέλη πλαστικών κούκλων, ο πατέρας παραδίδει στην οικογένεια το μάθημα με το αλφαβητάρι του ατομικισμού: «Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν σκέφτομαι». Το οποίο συνεχίζεται με το: «Βιάζομαι, δουλεύω, δεν γκρινιάζω, δεν έχω χρόνο, δεν είμαι εγώ. Η ίδια σου η μάνα θα σε πουλήσει, ο μπαμπάς σου θα σε καταδώσει. Αρκέσου στον εαυτό σου. Ο έξυπνος άνθρωπος σωπαίνει, κοιτάζει τη δουλειά του. Κάθε άνθρωπος πρέπει να κοιτάει μόνο την πάρτη του». Τα διδάγματα του πατέρα ακολουθεί ο γιος όταν τον πυρπολεί για ένα ζευγάρι σνίκερς.

Κάποια στιγμή οι θλιβεροί ήρωες που παίρνουνε χούφτες αντικαταθλιπτικά, ακούνε στο ραδιόφωνο ότι ο κόσμος έχει ξεχυθεί στο δρόμο: «Κάτι κλέψαν από το λαό, λεφτά, χαρτιά ντοκουμέντα». Παρ' όλα αυτά ο περήφανος ρατσιστής Σέρβος πατέρας δεν διανοείται ότι εναντιώνεται ο λαός στη σερβική αστυνομία: «Ο Κλίντον, το καθίκι -αποφαίνεται-, δίχασε το λαό μας». Είναι τέτοιο το αδιέξοδο, τέτοια η διάλυση όλων των αξιών και σταθερών, που οι ήρωες φτάνουν στο σημείο να διαπιστώσουν καγχάζοντας «και που θα πάω φυλακή ποιος θα με δικάσει; Μήπως θα πάω στη Χάγη;».

Και ο τελευταίος μονόλογος του γιου (Μάνος Καναβός), απαριθμώντας τους λόγους για το μαζικό φευγιό της σερβικής νεολαίας, μας προσγειώνει σε ελληνικό έδαφος: «Δεν υπάρχει πια εδώ μέλλον, δεν υπάρχουν άνθρωποι, δεν υπάρχουν λεφτά. Εφυγαν όλοι. Και δεν έχω πια σε τι να πιστέψω».

«Αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε αυτογνωσία και εθνικό αναπροσδιορισμό. Αλλιώς, είμαστε καταδικασμένοι για πάντα», διαπιστώνει η συγγραφέας για την πατρίδα της, τη Σερβία. Και μοιάζει να απευθύνεται σε εμάς.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Παραστάσεις