Έντυπη Έκδοση

Το κίνημα χωρίς ηγέτη και ο ηγέτης που ήξερε να κινείται

Η πλατεία μοιράστηκε. Στο πάνω μέρος οι νοσταλγοί των πραξικοπημάτων, στο κέντρο και προς τα κάτω οι εναλλακτικοί

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ
Δεν ήξεραν τι ήθελαν, ούτε πώς να το πάρουν

Τι αναζητούσαν όσοι σουλατσάριζαν θυμωμένοι στην πλατεία; Τι αναζητούσαν όσοι σουλατσάριζαν θυμωμένοι στην πλατεία; Θυμάται κανείς την 25η Μαΐου του 2011; Ηταν τότε που στην πλατεία Συντάγματος συγκεντρώθηκε ένα πλήθος ανθρώπων φωνάζοντας προς τη Βουλή κλέφτες και προδότες και ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες. Ηταν οι «αγανακτισμένοι» που η οργή τους έλιωσε κάτω από τον ήλιο του Αυγούστου και απέδειξαν ότι πέρα από την οργή χρειάζεται και κάτι παραπάνω από ένα κίνημα χωρίς ηγέτη για να ανατρέψεις το πολιτικό σύστημα.

Τα πρώτα κείμενα ξένων στοχαστών που επικεντρώνονται στην ελληνική κρίση έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Λόγω της απαραίτητης καθυστέρησης για τη μετάφρασή τους, τα περισσότερα πέρα από την επισήμανση της δυσχερούς θέσης που βρέθηκε η χώρα μέσα σε κλίμα παγκόσμιας ύφεσης, εστιάζουν στα γεγονότα του 2011 στο Σύνταγμα και στο φαινόμενο των «αγανακτισμένων». Ενημερωμένοι οι περισσότεροι από τα ξένα δίκτυα που οι κάμερές τους τότε είχαν στριμωχτεί στην πλατεία Συντάγματος και γαλουχημένοι με την εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας, λίγο πολύ παρουσιάζουν τους αγανακτισμένους ως τη νεόκοπη εκκλησία του Δήμου που εφάρμοζε μια ελπιδοφόρα άμεση δημοκρατία ως απάντηση στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα.

Μόνο που οι «αγανακτισμένοι» δεν ήταν ακριβώς θαυμαστές του Περικλή. Κατ' αρχάς η απολιτίκ συγκέντρωση στο Σύνταγμα είχε ιστορία πριν από την Πουέρτα Ντελ Σολ της Μαδρίτης με την οποία οι Ισπανοί εγκαινίασαν τις δικές τους κινητοποιήσεις και τους οποίους αντέγραψαν και οι εγχώριοι «αγανακτισμένοι». Ηταν οι μαυροφορεμένοι που γέμισαν σιωπηλά και πένθιμα την πλατεία, μετά από πρόσκληση των bloggers, ως διαμαρτυρία για την καταστροφή της Πάρνηθας το 2007. Τότε ξεπρόβαλε μια νέα αντίληψη των πραγμάτων που ουσιαστικά διατεινόταν ότι για να λυθούν βασικά ζητήματα αρκούσε μια επιφανειακή και όσο πιο θεαματική γίνεται διαμαρτυρία. Τα προβλήματα δεν λύνονταν αλλά οι εμπνευστές τους κέρδιζαν μια αξιοσημείωτη δημοσιότητα που μπορούσαν να την αξιοποιήσουν κάθε στιγμή.

Από την άλλη το 2011 υπήρχε ένας ολοένα αυξανόμενος θυμός, που στρεφόταν κυρίως κατά των ανθρώπων που βρέθηκαν στην πολιτική σκηνή, κατά τη μεταπολίτευση. Λίγο πολύ συγκροτούνταν μια μάζα χωρίς κοινά πολιτικά χαρακτηριστικά που συμφωνούσε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι προδότες και λαμόγια και χρειάζεται ένας νέος ηγέτης που θα δώσει όραμα στην καθημαγμένη χώρα. Κάποιοι θεωρούσαν ότι μόνο «ένας συνταγματάρχης» -ή τέλος πάντων ένας λοχίας για τους πιο προλετάριους- θα μπορούσε να σώσει τη χώρα. Κάποιοι θυμήθηκαν το 2007 και αποφάσισαν να ξαναστήσουν μια διαμαρτυρία με τους όρους που ανταποκρίνονται σε μια κοινωνία που ζει στην επιφάνεια του θεάματος. Και τέλος υπήρχαν οι περιστασιακοί «αγανακτισμένοι», συνήθως άνθρωποι χτυπημένοι από την κρίση, που κατέβαιναν στην πλατεία είτε για να παρηγορηθούν μαζί με τους ομοιοπαθούντες είτε για να πουν τον πόνο τους στην πρόχειρα στημένη λαϊκή βουλή. Ολοι τους όμως είχαν μια κοινή στάση, πλήρης περιφρόνηση των κομμάτων και της πολιτικής και αναζήτηση μιας εθνικής συνιστώσας που θα ένωνε το λαό, πιθανότατα με τη μορφή ενός άφθαρτου ηγέτη.

Η πλατεία μοιράστηκε. Οι νοσταλγοί των στρατιωτικών πραξικοπημάτων με τις ελληνικές σημαίες αρκέστηκαν στο πάνω μέρος για να βρίσκονται -για καλό και για κακό- δίπλα στις δυνάμεις της αστυνομίας που φυλάνε τη Βουλή. Οι εναλλακτικοί προτίμησαν το κέντρο και το κάτω μέρος, όπου μπορούσαν πιο άνετα να στήνουν αυτοσχέδιες συναυλίες και πρόχειρα πάρτι που τόνωναν την αίσθηση της πολιτικής ανυπακοής. Τέλος, οι ανένταχτοι και οι περίεργοι απλά περιφέρονταν και εκτονώνονταν με τις ομαδικές μούντζες προς τη Βουλή και τα συνθήματα «κλέφτες», «προδότες». Οποιοσδήποτε απλός παρατηρητής κάνοντας μια βόλτα θα συνειδητοποιούσε πολύ γρήγορα ότι αυτό το πλήθος -με τον όρο του Νέγκρι- θα αυτοδιαλυόταν χωρίς καμιά βίαιη επέμβαση. Και πραγματικά αυτό έγινε στα μέσα του Αυγούστου, με τα ΜΑΤ να επεμβαίνουν σε μια άδεια πια πλατεία, για να διώξουν μόνο κάποιες δεκάδες κατασκηνωτές.

Αλλωστε όλοι, λίγο πολύ, είχαν βρει κάπου να απαγκιάσουν. Οι κουβαλητές της γαλανόλευκης σταβλίστηκαν στη Χρυσή Αυγή, για να «ξεβρομίσει ο τόπος από τα πολιτικά λαμόγια». Οι εναλλακτικοί βρήκαν πολύ πιο διασκεδαστικές τις παρεμβάσεις στην πόλη και πιο προσοδοφόρες. Οι ανένταχτοι γύρισαν σπίτια τους, όσοι είχαν ακόμα, απειλώντας ότι θα εκδικηθούν τη διαφθορά με την ψήφο τους. Και οι μόνοι συνεπείς με τον εαυτό τους, στάθηκαν οι ελάχιστοι που εγκαταλείποντας το πεδίο μιας μάχης που δεν δόθηκε ποτέ, γύρισαν στις γειτονιές τους για να φτιάξουν κοινωνικά κέντρα αλληλεγγύης στους συμπολίτες τους.

Τελικά οι «αγανακτισμένοι» δικαίωσαν το ασαφές του ονόματός τους. Εκδήλωσαν την «αγανάκτησή» τους, φωνάζοντας συνθήματα, μετέχοντας σε συναυλίες και εκθέτοντας την άποψή τους σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος, όπως παλιά στα πηγαδάκια της Ομόνοιας και ύστερα όταν βαρέθηκαν τη βαβούρα της πλατείας, εξαφανίσθηκαν. Αν κάτι θύμισαν ήταν τις απαρχές του πανκ, όταν ο Τζόνι Ρότεν ούρλιαζε «δεν ξέρω τι θέλω αλλά ξέρω πως θα το αποκτήσω». Μόνο που οι Sex Pistols κατάφεραν να αναποδογυρίσουν τη μουσική βιομηχανία. Οι «αγανακτισμένοι» δεν κατάφεραν ούτε να αναποδογυρίσουν έναν κάδο σκουπιδιών, πόσω μάλλον να τον κάνουν οδόφραγμα κατά την έφοδο στη Βουλή.

ΠΟΤΑΜΙ

Ψαρεύοντας στα απόνερα της πλατείας Συντάγματος

Σε όσους αναρωτιούνται πού βρέθηκαν τόσοι αποφασισμένοι που δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι θα ψηφίσουν το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, η απάντηση είναι απλή. Είναι όλοι όσοι αναζητούσαν στις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων» το εθνικό κόμμα, με τις ασαφείς πολιτικές θέσεις και τον άφθαρτο ηγέτη. Και τελικά, όπως δείχνει ο πόλεμος που ξέσπασε γύρω απ' το νεοσυσταθέν κόμμα, ήδη το βρήκαν.

Εναν νεόκοπο πολιτικό, επιτυχημένο επαγγελματικά και άχρωμο πολιτικά αλλά, αναγνωρίσιμο Εναν νεόκοπο πολιτικό, επιτυχημένο επαγγελματικά και άχρωμο πολιτικά αλλά, αναγνωρίσιμο «Μπορεί να υπάρξει πολιτική χωρίς κομματικό παρελθόν; Να βγω εγώ, να βγεις εσύ, να βγούμε πολλοί, να γίνουμε ένα ΠΟΤΑΜΙ που θα αλλάξει την Ελλάδα;». «Πρέπει να υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο και ένα 50% που θα κάνει και τους άλλους Ευρωπαίους να αισθανθούν ότι "αυτή τη φορά οι Ελληνες είναι αποφασισμένοι". Πώς θα προκύψει αυτό το 50%; Με συνεργασίες βέβαια. Οχι με την ενότητα των δικών μας, αλλά με την ενότητα των διαφορετικών». Από το πρώτο κιόλας κείμενό του ο Σταύρος Θεοδωράκης έθετε τις βάσεις που θα οριοθετούσαν το δικό του ποτάμι. Η λέξη-κλειδί ήταν το εθνικό σχέδιο. Με άλλα λόγια, διαμόρφωνε μια πολιτική πρόταση που φιλοδοξούσε να ενώσει όλους τους πολίτες κάτω από τη γαλανόλευκη.

Ισως είναι η πρώτη φορά που ένα νεοσύστατο κόμμα δέχθηκε τόσο πολλές επιθέσεις από τόσο διαφορετικές πλευρές. Αλλοι κατηγόρησαν το δημοσιογράφο για έλλειψη προτάσεων, άλλοι για ασάφεια προγράμματος, άλλοι για πολιτική αφέλεια, καθώς δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη Δεξιά από την Αριστερά, άλλοι για στημένο παιχνίδι πολιτικής αποσταθεροποίησης από ένα αγαπημένο παιδί των μίντια. Υπάρχει όμως και το απλούστατο σενάριο. Το Ποτάμι ήταν το αποτέλεσμα των εν δυνάμει ψηφοφόρων του, γιατί ψηφοφόροι υπήρχαν, αυτό που έλειπε ήταν να σχηματιστεί ένα κόμμα και φυσικά να διαθέτει και έναν ηγέτη.

Μέσα στο χαοτικό σκηνικό που συνέθεσαν οι «αγανακτισμένοι» στην πλατεία Συντάγματος, δύο στοιχεία ξεχώριζαν: Το ένα ήταν η απόλυτη περιφρόνηση προς τους επαγγελματίες της πολιτικής και το άλλο ήταν η αναζήτηση ενός προσώπου που θα αντιπροσώπευε όλους αυτούς τους απεγνωσμένους που αναζητούσαν σωτήρα. Από την άλλη, αυτό το πλήθος μπορεί να μην ήθελε να σταθεί «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», αλλά δεν έμοιαζε και τόσο αφελές ώστε να συρθεί σε ένα κόμμα ενός τυχάρπαστου λαϊκιστή δημαγωγού. Μέσα από τις συζητήσεις στην πλατεία, αλλά και μέσα από το σχολιασμό των γεγονότων που αφορούσαν τους «αγανακτισμένους», ένας φέρελπις πολιτικός άνδρας θα μπορούσε να επινοήσει το πλέον κατάλληλο προφίλ και να αυτοχριστεί ηγέτης ενός εθνικού κόμματος που να ανταποκρίνεται στα κελεύσματα της εποχής.

Ο Σταύρος Θεοδωράκης κατάφερε να οργανώσει ένα κόμμα που να αγκαλιάζει τους «αγανακτισμένους» και να προβληθεί ως  ο ιδανικός μνηστήρας Ο Σταύρος Θεοδωράκης κατάφερε να οργανώσει ένα κόμμα που να αγκαλιάζει τους «αγανακτισμένους» και να προβληθεί ως ο ιδανικός μνηστήρας Τι αναζητούσαν οι «αγανακτισμένοι», είτε σουλατσάριζαν στην πλατεία είτε παρακολουθούσαν από την τηλεόραση τις διαμαρτυρίες; Εναν νεόκοπο στο παιχνίδι της πολιτικής, που θα ήταν επαγγελματικά πετυχημένος, ευρωπαϊστής, αλλά όχι με δουλικό τρόπο, αρκετά μοδάτος, συμπονετικός απέναντι στα προβλήματα των απλών ανθρώπων, άχρωμος πολιτικά, περήφανος για τον εαυτό του, αλλά όχι αλαζόνας, και αναγνωρίσιμος από ένα πλατύ κοινό, ώστε ο λόγος του να μετρήσει. Αφού είχε διαγραφεί το προφίλ, κάποιος θα στριμωχνόταν για να χωρέσει.

Ο Σταύρος Θεοδωράκης κατάφερε να οργανώσει ένα κόμμα που να αγκαλιάζει τους «αγανακτισμένους» και να προβληθεί ως ο ιδανικός μνηστήρας για ηγέτης του. Και όχι άδικα. Είναι ο δημοσιογράφος που πλησίασε με τόσο αυθορμητισμό και τόση ισορροπημένη ευαισθησία χρήστες ναρκωτικών, μάνες δολοφονημένων από φασίστες, ανήλικους κρατούμενους, μετανάστες που σώθηκαν από ναυάγιο. Οπότε μπορούν να τον ψηφίσουν και ο χίπστερ, που έπαιζε τουμπερλέκι στην πλατεία, και ο μικρομεσαίος, που ανησυχεί για το μέλλον των παιδιών του, και ο φιλελεύθερος, που καταδικάζει τη βία απ' όπου και αν προέρχεται, και ο τύπος που ανάβει ρεσό στα πεζοδρόμια, και ο επιμελής φοιτητής που απεχθάνεται τους ακαμάτηδες καταληψίες. Γιατί είναι όλοι «αγανακτισμένοι» με κάτι και βρίσκουν σκέπη κάτω από ένα κόμμα που δεν διστάζει να βαφτίζεται εθνικό.

Τα υπόλοιπα είναι αυτονόητα. Σε ένα τέτοιο κόμμα οι προγραμματικές θέσεις δεν έχουν σημασία. Αντίθετα, όσο πιο θολές είναι τόσο μεγαλύτερη απήχηση έχουν. Η στρατηγική τού ηγέτη του ήταν από την αρχή προσεκτικά σχεδιασμένη. Αντί να μιλάει για μνημόνια ή για οικονομική πολιτική, όπως οι υπόλοιποι, ξεχωρίζει καθώς μιλάει για τους φοιτητές που ξενιτεύονται στην Αλβανία, για τα λεωφορεία που μαζεύουν τους εργάτες στις λαϊκές γειτονιές, για τους άνεργους νέους της επαρχίας που σέρνουν την ανία τους στα καφενεία. Η πολιτική είναι για όλους τους άλλους, εδώ τον πρώτο λόγο έχει το συναίσθημα, με αυτό θα απευθυνθείς σε ένα λαό που του στέρησαν την αξιοπρέπεια ή τουλάχιστον σε ένα μεγάλο τμήμα του.

Κι όμως, τυπικά το Ποτάμι δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Είναι η τελική μορφή της κοινωνίας του θεάματος που έρχεται εδώ καθυστερημένα, όπως όλα. Μια μορφή που γέννησε τέρατα αλλά και κλόουν. Πάντως η ουσία είναι ότι το πλήθος των «αγανακτισμένων» απέκτησε αυτό που ήθελε: μια οργάνωση και έναν ηγέτη. Τα ζόρια θα έρθουν μετά, όταν κάποιοι από το κόμμα θα βρεθούν στα έδρανα και τότε θα έρθει η ώρα της δράσης. Ενα πεδίο όπου οι «αγανακτισμένοι» και προφανώς οι εκπρόσωποί τους δεν έχουν να επιδείξουν αποτελέσματα. Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

2 σχόλια

1 Ο/Η Mike Konstantellis έγραψε: (πριν 6 έτη)
Πάντως από φαντασία έχετε περίσσια. Έχει πλάκα που το Ποτάμι μην μπορώντας να το κατηγοριοποιήσετε το βαφτίζετε από μικρομάγαζο του Μπόμπολα ως το κόμμα των αγανακτισμένων. Έχετε ακόμα δρόμο να καταλάβετε τι και γιατί συμβαίνει στη χώρα...
2 Ο/Η DF έγραψε: (πριν 6 έτη)
"Και οι μόνοι συνεπείς με τον εαυτό τους, στάθηκαν οι ελάχιστοι που εγκαταλείποντας το πεδίο μιας μάχης που δεν δόθηκε ποτέ, γύρισαν στις γειτονιές τους για να φτιάξουν κοινωνικά κέντρα αλληλεγγύης στους συμπολίτες τους".

Αυτό είναι το κέρδος της πλατείας, ότι εκεί φυτεύτηκε ένας σπόρος.
Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 2

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Απεργίες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας
Κινήματα/Ομάδες/Δράσεις