Έντυπη Έκδοση

Η βιογράφος του, Αρτεμις Κούπερ, μιλά στην «Ε» για τον άνθρωπο που γνώριζε από τα 17 της χρόνια

Ο Ρωμιός Πάτρικ Λι Φέρμορ

Τον πολυκύμαντο βίο συνθέτει η Αρτεμις Κούπερ -σύζυγος του ιστορικού Αντονι Μπίβορ- στη βιογραφία «Πάτρικ Λι Φέρμορ, Μια περιπέτεια» (Εκδόσεις Μεταίχμιο, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης)

Μια θρυλική προσωπικότητα που συνδέθηκε τόσο έντονα με την Ελλάδα, επαναπροσδιορίζοντας ουσιαστικά τον όρο φιλέλληνας και αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές μας στο εξωτερικό.

Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ (1915-2011) έζησε μια ζωή περιπλανήσεων. Βιώματα που έγιναν αναμνήσεις και υλικό για απαράμιλλα αριστουργήματα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων και τα βιβλία του για τη Ρούμελη και τη Μάνη. Προτού γίνει διάσημος συγγραφέας ο Βρετανός περιηγητής είχε προλάβει να γίνει ήρωας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με μεγάλη δράση στην Κρήτη και με συμμετοχή στη μυθική απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε.

Αυτό τον πολυκύμαντο βίο συνθέτει η Αρτεμις Κούπερ -σύζυγος του ιστορικού Αντονι Μπίβορ- στη βιογραφία «Πάτρικ Λι Φέρμορ, Μια περιπέτεια» (Εκδόσεις Μεταίχμιο, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης). Μια περιπετειώδης περιπλάνηση σε τόπους και ανθρώπινα-ψυχικά τοπία από τη στενή φίλη του συγγραφέα, Αρτ. Κούπερ. Με αφορμή τη χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου στο Μουσείο Μπενάκη, συναντήσαμε την Αρτεμις Κούπερ και συζητήσαμε για τη ζωή του μεγάλου φιλέλληνα. Για την Ελλάδα της Ρωμιοσύνης και τις άγνωστες πτυχές της προσωπικότητας του Πάτρικ Λι Φέρμορ. Για τα βιβλία που δεν έγραψε αλλά και ένα μείζονος ιστορικής αξίας που αναμένεται σύντομα να κυκλοφορήσει στο εξωτερικό.

- Τι θυμάστε από την πρώτη σας συνάντηση με τον Πάτρικ Λι Φέρμορ;

«Τον γνώρισα στην ηλικία των 17, όταν η γιαγιά μου αγόρασε ένα σπίτι στις Σπέτσες και εκείνος κατέφτασε μια μέρα με το σκυλάκι του. Από την πρώτη στιγμή ερωτεύτηκα εκείνον τον 55άρη και το σκύλο του. Ηταν ένας άνθρωπος απίστευτα κοινωνικός, είχε έναν μαγικό τρόπο να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Οταν κατέβαινε στα καφενεία των Σπετσών θυμάμαι να πιάνει στην αρχή κουβέντα με τους ηλικιωμένους για τον πόλεμο, εκείνοι να γοητεύονται από το γεγονός ότι ένας διάσημος τους έδινε σημασία και ο Φέρμορ να ενθουσιάζεται από την ιδιοσυγκρασία των συνομιλητών του. Το ένα ποτήρι να φέρνει το άλλο και ξαφνικά να βλέπεις από το πουθενά να έρχονται οργανοπαίκτες για να καταλήξουν σε ένα γλέντι με τραγούδι και χορό. Ηταν δεινός χορευτής. Ενας δεύτερος Ζόρμπας».

- Ποια ήταν τα στάδια της έρευνάς σας και ποια η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε;

Περήφανη μητέρα η Αϊλίν, έξω από το Παλάτι του Μπάκιγχαμ τον Μάρτιο του 1950, όταν ο Πάντι παρασημοφορήθηκε για τη δράση του στον πόλεμο Περήφανη μητέρα η Αϊλίν, έξω από το Παλάτι του Μπάκιγχαμ τον Μάρτιο του 1950, όταν ο Πάντι παρασημοφορήθηκε για τη δράση του στον πόλεμο «Η μεγαλύτερη δυσκολία λοιπόν ήταν πώς να τον κάνω να μου ανοιχτεί και να με εμπιστευτεί. Οταν αποφάσισα να γράψω τη βιογραφία του έκανα το λάθος να τον πλησιάσω με την τυπικότητα ενός δημοσιογράφου που κρατά στα χέρια του ένα μαγνητόφωνο, με αποτέλεσμα να μου μιλάει τυπικά. Συνειδητοποιούσα ότι από τη συζήτησή μας έλειπε η ουσία. Πολύ σύντομα όμως μου δόθηκε μια εκπληκτική ευκαιρία καθώς μου ζήτησε να συνδράμω ώστε να τακτοποιήσει το αρχείο του. Επιστολές, βιβλία, γράμματα, σημειώσεις. Φυσικά δεν άφησα την ευκαιρία να πάει χαμένη. Εκτός του ότι είχα πρόσβαση σε κάτι ακριβοθώρητο, συζητούσαμε πλέον σε φιλικό κλίμα και με αφορμή διάφορα έγγραφα μου διηγούνταν ιστορίες. Πλέον δεν ήταν συνέντευξη αλλά συζήτηση. Του έλεγα επί παραδείγματι "δεν ήξερα ότι γνώριζες και αυτόν" και τότε εκείνος άρχιζε και μου μιλούσε, δίνοντάς μου πολύτιμα και ανέκδοτα στοιχεία».

- Γιατί θεωρείτε ότι απέφευγε να μιλά για την προσωπική του ζωή;

Ο Πάντι στην Ιθάκη, το 1946 Ο Πάντι στην Ιθάκη, το 1946 «Γιατί ανήκε σε εκείνη τη γενιά των ανδρών που θεωρούσαν άκομψο να συζητούν για τις ερωτικές τους περιπέτειες, εκθέτοντας έτσι τις ερωμένες του. Και ήταν πολύ μεγάλος γυναικάς. Ποτέ δεν μου μίλησε για τις ερωτικές του ιστορίες. Ο,τι έμαθα προήλθε από προσωπική μου έρευνα και τη συνάντησή μου με τις εκάστοτε γυναίκες. Ηταν όμορφος, δυναμικός, έξυπνος, με αυτοπεποίθηση και εχέμυθος. Ο τέλειος άνδρας. Μετά το θάνατό του είχα μεγαλύτερη πρόσβαση στο αρχείο του και την αλληλογραφία του και από εκεί άντλησα τις περισσότερες πληροφορίες».

- Πόσα χρόνια διήρκεσε η συγγραφή του βιβλίου σας;

Ο Πάντι με τον Σπύρο και τη Μαρία Λαζάρου, ιδιοκτήτες του νερόμυλου στο Λεμονοδάσος Ο Πάντι με τον Σπύρο και τη Μαρία Λαζάρου, ιδιοκτήτες του νερόμυλου στο Λεμονοδάσος «Αυτό είναι λίγο ντροπιαστικό, γιατί μου πήρε 10 χρόνια. Αυτό το μεγάλο όμως χρονικό διάστημα οφείλεται αφ' ενός στο ότι είχα την πολυτέλεια να το κάνω και αφ' ετέρου στο ότι εκείνος διέμενε στην Ελλάδα και εγώ στην Αγγλία και δεν ήταν εφικτό να συναντιόμαστε όσο θα θέλαμε. Τα τρία πρώτα χρόνια ήμουν σε κατάσταση σοκ για το δύσκολο εγχείρημα που ετοιμαζόμουν να πραγματοποιήσω».

- Από όλα τα μέρη της Ελλάδας δείχνει να αγάπησε περισσότερο την Κρήτη και τη Μάνη. Θεωρείτε ότι έχει να κάνει με τους κώδικες τιμής των εν λόγω περιοχών;

«Δεν το αποκλείω, αλλά δεν ήταν αυτό αποκλειστικά. Εκεί συνάντησε μορφές δωρικές. Ανθρώπους σκληροτράχηλους αλλά και φιλόξενους, με χιούμορ πολλές φορές στα όρια του φλεγματικού. Με ήθη και έθιμα ιδιαίτερα. Λάτρευε μεταξύ άλλων τις μαντινάδες και την κρητική λογοτεχνία».

- Γιατί τότε δεν επέλεξε να ζήσει στην Κρήτη;

Στα γυρίσματα της ταινίας «Κακό φεγγαραντάμωμα» Στα γυρίσματα της ταινίας «Κακό φεγγαραντάμωμα» «Πράγματι, οι Κρητικοί είχαν αναστατωθεί όταν αποφάσισε να φύγει μιας και εκεί είχε πολλούς φίλους με μια αμοιβαία αίσθηση φιλίας και αγάπης. Ο λόγος, όπως μου είχε εξηγήσει, ήταν ότι αν αποφάσιζε να ζήσει στην Κρήτη θα όφειλε να είχε δημόσιο λόγο. Τον αντιμετώπιζαν και ως ένα δημόσιο πρόσωπο που του ζητούσαν να επιλύει διαφορές και να παίρνει θέση σε διάφορα ζητήματα, ενώ εκείνος επεδίωκε την ιδιωτικότητα».

- Ποιο θεωρείτε ότι ήταν εκείνο το στοιχείο της προσωπικότητάς του που τον απομάκρυνε από την Αγγλία και τον έφερε αντίστοιχα στην Ελλάδα;

«Κατ' αρχήν τα παιδικά του χρόνια, που ήταν σκέτη καταστροφή. Ενα "αλητάκι" που έπινε, κάπνιζε, έπαιρνε συνέχεια αποβολές, έπαιζε ξύλο και τζόγαρε ακόμη και σε ιπποδρομίες. Μία πολύ δύσκολη παιδική και εφηβική περίοδος. Ο πατέρας εργαζόταν στην Ινδία και εκτός από συντηρητικός ήταν ο τυπικός εργασιομανής που όταν ερχόταν σε επαφή με το γιο του δεν μπορούσε να ανεχθεί την ατίθαση συμπεριφορά του. Ο Πάτρικ έζησε σε ένα περιβάλλον που προσπαθούσε συνεχώς να τον περιορίσει και δεν άργησε η στιγμή που ένιωσε το βάρος να τον συνθλίβει. Ηθελε να νιώσει ελεύθερος και αυτό το βρήκε στην Ελλάδα. Ακόμη και όταν έγινε διάσημος συγγραφέας, παρ' όλο που αγαπούσε την Αγγλία, πάντα επέστρεφε στην Ελλάδα. Εδώ ένιωσε ζωντανός, ήρεμος και ελεύθερος».

- Αυτό δηλαδή ήταν και το κίνητρο των ταξιδιών του;

«Πιάνω συνεχώς τον εαυτό μου να λέει "αυτό πρέπει να το πω στην Τζόαν" αλλά μετά συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι δεν μπορώ» «Πιάνω συνεχώς τον εαυτό μου να λέει "αυτό πρέπει να το πω στην Τζόαν" αλλά μετά συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι δεν μπορώ» «Το κίνητρο των ταξιδιών του ήταν ένας συνδυασμός ιστορικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. Οταν διάβαζε κάτι για έναν τόπο, ήθελε να τον επισκεφθεί. Να νιώσει την ιστορία του».

- Τι ήταν αυτό που τον γοήτευε περισσότερο στη σύγχρονη Ελλάδα;

«Η Ρωμιοσύνη. Η μερίδα των Ελλήνων που δεν αρνούνται την εξέλιξη αλλά την ίδια στιγμή διαφυλάττουν ήθη, έθιμα, γλώσσα, παραδοσιακά τραγούδια κ.ά. Αντιλαμβανόταν την ανάγκη για σχολεία, νοσοκομεία και δρόμους αλλά ταυτόχρονα θλιβόταν όταν έβλεπε να κατεδαφίζεται ένα παραδοσιακό κτίσμα και να ορθώνεται στη θέση του ένα νέο. Πολλοί Ελληνες και όχι μόνο ο Φέρμορ συνειδητοποιούσαν ότι η πολιτιστική του ταυτότητα είχε αρχίσει να διαβρώνεται. Χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ 1962-1967, όταν έχτιζε το σπίτι του στην Καρδαμύλη, πήγαινε στην Καλαμάτα που ανοικοδομούνταν και έπαιρνε από τα παραδοσιακά σπίτια που κατεδαφίζονταν κομμάτια από τη σκεπή, τα παράθυρα, μάρμαρα, κεραμίδια και με αυτά έχτισε το σπίτι του. Συνειδητοποιούσε δηλαδή ότι πολλοί Ελληνες γκρέμιζαν και έριχναν στα σκουπίδια την αρχιτεκτονική τους κληρονομιά προκειμένου να πνίξουν τις πόλεις τους στο τσιμέντο και τις πολυκατοικίες».

- Γιατί δεν αποπειράθηκε να γράψει ένα ξεχωριστό βιβλίο για το πιο θρυλικό συμβάν της ζωής του, την απαγωγή δηλαδή το 1944 στην Κρήτη του Γερμανού στρατηγού Κράιπε;

«Ο Πάτρικ ήταν τρομερά ευαίσθητος με τον αντίκτυπο που μπορούν να έχουν τα γραπτά του σε κάποιους ανθρώπους. Συνειδητοποίησε ότι η απαγωγή του Γερμανού στρατηγού (διοικητή της κατεχόμενης Κρήτης) έγινε σε μια χρονική στιγμή όπου ο πόλεμος είχε ουσιαστικά κριθεί, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους κατακτητές να προχωρήσουν σε τρομερά αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό. Οταν επισκέφθηκα αυτά τα χωριά, όπως το Γερακάρι Ρεθύμνου με τις επιτύμβιες στήλες των θυμάτων που σφάγιασαν οι Γερμανοί, με πλησίασε ένας ηλικιωμένος και με θλίψη μού είπε στα αγγλικά: "Αξιζε για έναν άνθρωπο να γίνει όλο αυτό"; Κι αυτό όμως αποτελεί ένα είδος υπεραπλούστευσης διότι ο λόγος που οι Γερμανοί έκαναν λίγο πριν αποχωρήσουν όλες αυτές τις σφαγές ήταν άλλος. Οι Γερμανοί ήξεραν ότι έχασαν τον πόλεμο και μετακινώντας τις δυνάμεις τους στα Χανιά ήθελαν να είναι σίγουροι ότι δεν θα λιποτακτήσει κανείς. Επεδίωκαν το μίσος των ντόπιων προκειμένου κανένας Γερμανός στρατιώτης να μην τολμήσει να αλλάξει στρατόπεδο. Εκτός από το σεβασμό στους νεκρούς, ο Πάτρικ ήταν ιδιαίτερα λεπτολόγος. Φοβόταν μήπως ξεχάσει έστω και ένα όνομα από όσους συμμετείχαν σε εκείνη την αποστολή. Επίσης ήταν τέτοια η φύση του γεγονότος με τη συμμετοχή πολλών ανταρτών συντρόφων του που φοβόταν μήπως το βιβλίο του γινόταν μήλον της έριδος. Παρ' όλα αυτά πρέπει να σας αποκαλύψω ότι πολύ σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα κείμενό του 34 χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο "Απαγάγοντας έναν στρατηγό". Ενα κείμενο με όλες τις ασύρματες επικοινωνίες που είχε με το Κάιρο πριν από την επιχείρηση, χωρίς όμως να φτάνει μέχρι καθεαυτό το γεγονός της απαγωγής, για τους λόγους που σας προανέφερα. Ενα υλικό μεγάλης ιστορικής αξίας μιας και η Κρήτη ήταν στρατιωτική βάση».

- Ποιο θεωρείτε ότι είναι εκείνο το χαρακτηριστικό στοιχείο στη γραφή του που τον κατατάσσει σε έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα;

«Αφ' ενός μια αντιληπτική ικανότητα χειρουργικής ακρίβειας και η ικανότητά του να επιφορτίζει τη μνήμη του με στοιχεία δημιουργικής φαντασίας. Τρομερά πλούσιο λεξιλόγιο από διάφορες γλώσσες. Η γλώσσα του είναι ιδιαίτερα απαιτητική ακόμη και για έναν μορφωμένο Αγγλο, χρησιμοποιώντας ακόμη και αρχαίες ελληνικές λέξεις. Είναι ξεχωριστή περίπτωση και δεν εντάσσεται σε καμία περίπτωση στους παραδοσιακούς εκπροσώπους της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, με κυριότερο χαρακτηριστικό του να προσφέρει στον αναγνώστη όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες».

- Πρόλαβε να διαβάσει κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο σας;

«Οχι. Το απέφυγα κι εγώ γιατί είμαι σίγουρη ότι θα είχε επέμβει στο κείμενο σε δραματικό βαθμό. Είμαι βέβαιη ότι θα είχε τρομοκρατηθεί αν γνώριζε πόσο φωτίζει τη ζωή του».

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Συνεντεύξεις