Έντυπη Έκδοση

Μπορεί και χωρίς μαέστρο

Η ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΒΙΕΝΝΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ ΜΑΕΣΤΡΟΥΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΜΑΛΛΟΝ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΧΕΙ ΖΩΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ

Το ακόλουθο ανέκδοτο τοποθετείται λίγο μετά το 1900, την εποχή στην οποία ήταν αφιερωμένη σειρά εκδηλώσεων της Φιλαρμονικής της Βιέννης στη Νέα Υόρκη, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα: Ενας βιολιστής των Philharmo-niker επιστρέφει στο σπίτι του μετά από μια συναυλία της ορχήστρας με έναν νεαρό μαέστρο και η γυναίκα του τον ρωτά: Πώς ήταν ο καινούργιος μαέστρος;

Τι διηύθυνε; Ο βιολιστής μάλλον απαξιωτικά για τον αρχιμουσικό, της απαντά: «Εμείς πάντως παίξαμε την Ημιτελή του Σούμπερτ. Τώρα αυτός τι διηύθυνε, δεν ξέρω..!».

Και ενώ η ορχήστρα και τώρα, όπως και τότε, μάλλον δεν έχει ζωτική ανάγκη από μαέστρο για να αποδώσει το χαρακτηριστικό τόνο της ιδιαίτερης ερμηνείας της στο ημιτελές αριστούργημα, αναγκάστηκε να το παρουσιάσει με τρεις διαφορετικούς μαέστρους μέσα σε μια εβδομάδα, λόγω του προβλήματος υγείας του Daniele Gatti που ακύρωσε τη συμμετοχή του στην αμερικάνικη περιοδεία της ορχήστρας και έπρεπε να αντικατασταθεί σε μια σειρά συναυλιών στην Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη.

Τη θέση του Gatti στο συγκεκριμένο πρόγραμμα στη Νέα Υόρκη πήρε ο Christoph Eschenbach, ο οποίος αν και στη συναυλία προτίμησε ελαφρώς πιο γρήγορα τέμπι από ό,τι στην υποβλητική πρόβα της προηγούμενης ημέρας, άφησε την ορχήστρα να ξεδιπλώσει τις εκφραστικές αρετές της που αποδίδουν με ιδιαίτερη τρυφερότητα τη μελαγχολική Wehmut (=το θάρρος που έχει κανείς όταν πονά) του αργού μέρους αυτού του σπάνιου έργου. Αυτή η ατμόσφαιρα ήταν και η καλύτερη εισαγωγή στην Τέταρτη συμφωνία του Μάλερ, ο οποίος ασφαλώς δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τη σειρά εκδηλώσεων, μια και η μορφή του δέσποζε στη Βιέννη το 1900.

Είναι γνωστό ότι ο βαθύς γνώστης και ερμηνευτής της παράδοσης είχε μια εκλεκτική συγγένεια με τον Σούμπερτ και άντλησε πολλά στοιχεία στη δημιουργία των δικών του μορφών, ιδίως στοιχεία της τραγικότητας και της δραματουργίας από τα τραγούδια του τελευταίου, όπως τον Erlkonig και το «Ο θάνατος και η κόρη».

Ο Eschenbach επέμεινε στη φυσικότητα της ροής στα δύο πρώτα μέρη και με ιδιαίτερα αργό τέμπο σε συνδυασμό με το χαρακτηριστικό ήχο της ορχήστρας καθήλωσε το κοινό στο αργό μέρος. Το πρώτο βιολί της ορχήστρας Reiner Honeck εντυπωσίασε στα σολιστικά μέρη και αποθεώθηκε από το κοινό μαζί με την εξαίρετη Ελβετίδα σοπράνο Juliane Banse η οποία έλαμψε το τέταρτο μέρος της συμφωνίας με τη μεστή ερμηνεία της στο τραγούδι της «Ουράνιας Ζωής».

Ο Zubin Mehta, ο οποίος ανέλαβε την τελευταία συναυλία του αφιερώματος, γιόρτασε πέρυσι τα 50 χρόνια συνεργασίας του μαζί της, η οποία είχε ξεκινήσει τα χρόνια των σπουδών του στη Βιέννη και επελέγη πρόσφατα να διευθύνει το επόμενο πρωτοχρονιάτικο κονσέρτο (2015), το πέμπτο γι' αυτόν, κάτι που πολύ λίγοι έχουν επιτύχει. Το πρόγραμμα ξεκίνησε με δύο κομμάτια από την σεξπιρική όπερα «Οι γελαστές κυρίες του Windsor» για να τιμηθεί η μνήμη του συνθέτη τους Otto Nicolai, ο οποίος είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση της ορχήστρας το 1842.

Για να καλυφθούν όλες οι πτυχές της μουσικής δημιουργίας γύρω στο 1900, το τελευταίο πρόγραμμα ήταν ένας μουσικός μαραθώνιος με έργα γνωστών και άγνωστων συνθετών και από τις δύο πλευρές του δίπολου μοντερνισμός αντι-μοντερνισμός. Το χορωδιακό «Ο ιππότης της φωτιάς» εκπροσώπησε τη μουσική του σημαντικού συνθέτη τραγουδιών Hugo Wolf. Η καλά προετοιμασμένη Νεοϋορκέζικη χορωδία New York Choral Artists που κλήθηκε να το ερμηνεύσει, έκανε μια παρέκβαση και μας ταξίδεψε για μερικά λεπτά πίσω στην κλασική περίοδο της Βιέννης με το μαγικό χορωδιακό «Ave Verum Corpus» του Mozart.

Εξαιρετικά ακριβής αλλά κυρίως ατμοσφαιρική η απόδοση των έξι κομματιών για ορχήστρα Anton Webern, ενώ η παρουσίαση έργων του συντηρητικού Franz Schmidt και του μαθητή του Theodor Berger, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα απεικόνιση των μη μοντερνιστικών μουσικών εξελίξεων του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Κορυφαία στιγμή πάντως η ερμηνεία του Αμερικανού σολίστα Gil Shaham, ο οποίος εντυπωσίασε στο Κονσέρτο για βιολί του Erich Wolfgang Korngold, παιδιού-θαύματος της Βιέννης στις αρχές του εικοστού αιώνα, πιο γνωστού όμως στο αμερικανικό κοινό από τη δεύτερη καριέρα του ως συνθέτη του Χόλιγουντ, όπου και εγκαταστάθηκε οριστικά το 1938 λόγω των Ναζί.

Στο αποχαιρετηστήριο μέρος η ορχήστρα έκανε κάτι που συνήθως επιμελώς αποφεύγει και παρουσίασε στο εξωτερικό ένα μίνι πρωτοχρονιάτικο κονσέρτο. Το αμερικάνικο κοινό ενθουσιάστηκε με τα βαλς και τις πόλκες της δυναστείας των Στράους, η οποία συνοδεύτηκε από την εντυπωσιακή φωνητική και σκηνική παρουσία της Γερμανίδας σοπράνο Diana Damrau η οποία τραγούδησε άριες από οπερέτες του Lehar.

Στο πνεύμα των χιουμοριστικών ευρημάτων της πρωτοχρονιάτικης συναυλίας ο Mehta παραχώρησε την μπαγκέτα του στη νεαρή τραγουδίστρια για να διευθύνει αυτή την ορχήστρα στο τελευταίο ανκόρ. Οπως και ο μουσικός των αρχών του εικοστού αιώνα, δεν ξέρουμε βέβαια τι ακριβώς διηύθυνε η τραγουδίστρια με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο, η ορχήστρα πάντως έπαιξε τα «Αστραπόβροντα» του Στράους και όλοι μαζί αποθεώθηκαν από το κοινό στο ευχάριστο τέλος του μουσικού μαραθωνίου.7

INFO: Η φωτογραφία του Steve J. Sherman είναι μια ευγενική προσφορά του Carnegie Hall.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κλασική μουσική
Συνεντεύξεις
Μουσική
Συναυλίες/Παρτι