Ηλεκτρονική Έκδοση

Βινύλιο, μια απρόβλεπτη στροφή;

Αρχές της χρονιάς, μετά από πολύ καιρό, πλησίασα ξανά το παλιό μου στερεοφωνικό, σε κάποια γωνιά του σαλονιού. Ο δίχρονος Νικολάκης είχε ανακαλύψει τους σκονισμένους δίσκους του μπαμπά στα ράφια, κι εγώ ήθελα να τον εντυπωσιάσω με τον χειροκίνητο βραχίονα του πικάπ, που μόλις ακουμπούσε στο περιστρεφόμενο βινύλιο θα ‘βγαζε μουσική.

Το πείραμα πέτυχε κι αρχίσαμε να ακούμε τον ένα δίσκο μετά τον άλλον. Πλησίασε και η Βιβή να ακούσει, κι εγώ θυμήθηκα που λίγα χρόνια πριν, όταν είχαμε πρωτογνωριστεί, την είχα ξεναγήσει στους αγαπημένους μου δίσκους παίζοντας κομμάτια στο ίδιο πικάπ και διηγούμενος ιστορίες για τον καθένα από αυτούς και τη σημασία τους για μένα... Επαναλαμβάνοντας την παλιά ιεροτελεστία -το ψάξιμο στη δισκοθήκη και την ανάσυρση του βινυλίου, το καθάρισμα με το σφουγγαράκι στο πλατό που γύριζε, το διάλεγμα του κομματιού και το σημάδεμα της βελόνας- θυμήθηκα τι σήμαινε να διαλέγω και να βάζω μουσική για κάποιον, να τη μοιράζομαι και να είμαι σε εγρήγορση – πόσο πιο ‘συμμετοχική’ και ‘ενεργή’ θα ήταν δηλαδή η ίδια ακρόαση στο ίντερνετ, αναρωτήθηκα.

 

Από δώ και πέρα το συμβατικό πικάπ μπορεί να θεωρείται παρελθόν

Lou Ottens, τεχνικός διευθυντής της Philips,

μετά την παρουσίαση του πρώτου cd player το 1982

του Γιάννη Μαρούδα*

Τα τελευταία εφτά χρόνια η ανάκαμψη της αγοράς του βινυλίου είναι μια πραγματικότητα. Το παράδοξο γεγονός –η νεκρανάσταση ενός σκληρού φορμάτ που οι περισσότεροι είχαν βιαστεί να ξεγράψουν πρόωρα μπροστά στην επέλαση των ψηφιακών– συνήθως περιγράφεται σαν μια χαριτωμένη ιδιοτροπία των καιρών, μάλλον νοσταλγικής χροιάς, σαν μια συλλεκτική μανία με μπόλικη τρέλα αλλά και κρυφές χρηματικές υπεραξίες, ή σαν η επαλήθευση όσων πιθανόν άκουγαν τη διαφορά ποιότητας μεταξύ του ‘ζεστού’ και πλήρους ήχου ενός LP σε σχέση με τα συμπιεσμένα bits. Όλα αυτά ίσως συνεισφέρουν στην εξήγηση του φαινομένου αλλά στην εποχή του στρίμινγκ, του cloud storage και των τόρεντς, η απρόβλεπτη ανάκαμψη του βινυλίου –φθαρτού, σκληρού και δύσχρηστου- ίσως κρύβει και κάτι βαθύτερο, πιθανότατα ασυνείδητο και αδιαμόρφωτο ακόμα, κάτι που λειτουργεί σαν αρχικό ξάφνιασμα, και βλέπουμε...
 
Ιστορική ανασκόπηση
 
Στη διαδρομή των τελευταίων χρόνων η κατανάλωση της μουσικής εξαπλώθηκε περισσότερο από ποτέ, ξεχειλίζοντας ψηφιακές συσκευές και online συνδέσεις. Η πρόβλεψη του David Bowie το 2002 για τη μετατροπή της σε μια πανταχού παρούσα ροή, σαν το τρεχούμενο νερό ή τον ηλεκτρισμό, γινόταν η νέα πραγματικότητα. Μαζί ακολουθούσαν η οικονομική απαξίωσή της αλλά και το μπουμ σε πωλήσεις συσκευών πρόσβασης και γκάτζετ. Οι τεχνικές αλλαγές (ψηφιοποίηση, ίντερνετ, social streaming κ.λπ.), σαρωτικές και αλεπάλληλες, προδίκαζαν μεταξύ άλλων, το ένδοξο τέλος του βινυλίου, του πάλαι ποτέ βασιλιά των μουσικών φορμά, και την απόσυρσή του στο μουσείο των αρχαϊκών μίντια.
 
Ο πρώτος σφετεριστής του θρόνου του υπήρξε βέβαια η κασέτα μαγνητοφώνου. Ελαφρότερη, φορητή, ιδανική για το αυτοκίνητο και για τον δρόμο (βλ. Walkman) καθώς και για πολλαπλές αντιγραφές, μέσα στα ‘80s το προσπέρασε σε πωλήσεις αλλά και μεγέθυνε τους συνολικούς τζίρους της ηχογραφημένης μουσικής. Το αποφασιστικό πλήγμα, ωστόσο, το κατάφερε το ψηφιακό CD. Το γυαλιστερό δισκάκι των 12 εκατοστών από το 1982 που πρωτοεμφανίστηκε στο εμπόριο διέγραψε μια θεαματική τροχιά. Μέσα σε εφτά χρόνια είχε ξεπεράσει σε πωλήσεις άλμπουμ τους δίσκους, και τέσσερα χρόνια αργότερα την κυρίαρχη ακόμα κασέτα. Το 1989 ήταν για πολλούς, η χρονιά ορόσημο, όταν οι μεγάλες δισκογραφικές αποφάσισαν να επιταχύνουν την ψηφιακή μετάβαση, καταργώντας στους μαγαζάτορες τη δυνατότητα επιστροφών βινυλίου και περιορίζοντας τις επανεκδόσεις των καταλόγων τους σε δίσκους, προς όφελος του πολυδιαφημιζόμενου και ακριβότερου (τότε ακόμα) CD. Μέσα στη δεκαετία του ‘90 το πολυκαρβονικό οπτικό δισκάκι βρέθηκε να μονοπωλεί τη δισκογραφία, ωθώντας τους καταναλωτές σε αντικαταστάσεις δισκοθηκών και εξοπλισμού αλλά και σπρώχνοντας την αγορά στο ζενίθ των εσόδων της. Μην ξεχνάμε, είμαστε ακόμα στην εποχή των ‘παχιών αγελάδων’, της πλήρους εμπορευματοποίησης, του MTV και των βίντεο κλιπ, των μεγάλων αλυσίδων πώλησης και των σουπερστάρ τύπου Μάικλ Τζάκσον και Μαντόνα.
 
Από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, η επανάσταση στη διανομή και την κατανάλωση μουσικής έγινε συνώνυμη με το ίντερνετ. Κι ενώ το τελευταίο γινόταν το απόλυτο υπερ-μέσο δικτυώνοντας ολόκληρο τον πλανήτη με επιταχυνόμενους ρυθμούς, η αγορά άρχισε να φρενάρει. Το CD ήταν ένα από τα πρώτα θύματά του. Tο ψηφιακό δισκάκι πολύ σύντομα κατέληξε δωρεάν προσφορά σε εφημερίδες, σουβέρ για το σερβίρισμα αναψυκτικών, και σκιάχτρο για τα περιστέρια στο μπαλκόνι. Επίσημος διάδοχός του, το περίφημο mp3, το ελαφρύτερο ψηφιακό φορμάτ, που μέσω μεγαλύτερων συμπιέσεων ‘ανεβο-κατέβαινε’ ταχύτατα στο ίντερνετ και γέμιζε σκληρούς, στικάκια και φορητές συσκευές. Από το 2003 το iTunes της Apple αρχίζει να μονοπωλεί το digital downolading, τον νέο κανόνα για την απόκτηση μουσικής. Μαζί τελειώνει και η εποχή του μουσικού άλμπουμ, καθώς το τελευταίο διαμελίζεται σε τρακς που κατεβαίνουν στο PC προς $0,99 έκαστο. 
 
Μέσα από το ίντερνετ η μουσική απλώνεται παντού, αναπαράγεται και κυκλοφορεί ανεμπόδιστα σε πρωτόγνωρους όγκους. Το να διαθέτει κάποιος τα άπαντα της ροκ μουσικής, του ελληνικού τραγουδιού ή την ιστορία της τζαζ σε κάποια ψηφιακή συλλογή (που ποτέ του δεν θα προλάβαινε να ακούσει ολόκληρη), δεν έμοιαζε πια εξωπραγματικό – αρκούσε να συνδυάσεις τους σκληρούς μερικών συγγενών και φίλων που είχαν άκρες. Παρά την άνοδο των ψηφιακών πωλήσεων ωστόσο, τα συνολικά έσοδα της δισκογραφίας υποχωρούν με σταθερό ρυθμό. Για την ίδια τη δισκογραφία (βλ. IFPI), η μεγαλύτερη μάστιγα φαίνεται να είναι η online πειρατεία, που στο ψηφιακό – ιντερνετικό περιβάλλον βρίσκει τις ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης και ακμάζει. 
 
Αρχής γενομένης με υπηρεσίες όπως το Napster (1999), το ‘file-sharing’ σύντομα εξαπλώνεται, βρίσκει καταναλωτική και ακαδημαϊκή υποστήριξη, και φτάνει να χαρακτηρίσει όψεις της σύγχρονης νεανικής κουλτούρας (βλ. copy culture), που έτσι νομίζει πως κάνει τη δική της επανάσταση με το αζημίωτο. Η δαπάνη για την απόκτηση ηχογραφημένης μουσικής (όπως και εν συνεχεία ταινιών, software ή games) καθίσταται προοδευτικά όλο και πιο αφύσικη (ή έστω εξαιρετική) ως συμπεριφορά – χειρονομία. Αφού τα πάντα (σχεδόν) μπορούν να βρεθούν εύκολα και δωρεάν στο web, ποιος ο λόγος να πληρώνεις τις ‘εταιρείες’; 
 
Τελευταία σανίδα σωτηρίας για τις τελευταίες, τα συνδρομητικά μοντέλα πρόσβασης, τύπου Spotify, και νέο προτεινόμενο μοντέλο, οι σκανδιναβικές αγορές που πρώτες τα αγκάλιασαν. Η πολυπόθητη ωστόσο ανάσχεση της κατρακύλας των εσόδων παραμένει ακόμα ζητούμενο. Το 2013 παρουσιάζεται νέα υποχώρηση των παγκόσμιων τζίρων της δισκογραφίας κατά 3,9%, και, ακόμα χειρότερα, ενώ οι νέες υπηρεσίες streaming δεν έχουν αποδείξει ακόμα την επιχειρηματική τους βιωσιμότητα, οι ψηφιακές πωλήσεις [downloads, DTO] πλήττονται τώρα κι αυτές, και υποχωρούν δυσοίωνα για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία (2,1% σε παγκόσμιο επίπεδο σύμφωνα με την IFPI, και 6% σε πωλήσεις κομματιών στην αμερικανική αγορά σύμφωνα με τη Nielsen Soundscan). 
Όπως φαίνεται, κάθε καινοτομικό εγχείρημα για παραπέρα άνοιγμα της αγοράς (βλ. ευελιξία, αμεσότητα, samples, φορητές συσκευές), όχι μόνο δεν μπορεί να αναπληρώσει τις απώλειες στις πωλήσεις, αλλά και λειτουργεί ανταγωνιστικά στα παλαιότερα μέσα και φορμάτ, που απαξιώνονται γοργά. Συνέπεια των παραπάνω, μέσα σε δεκαπέντε περίπου χρόνια, μαζί με την εξάπλωση του ίντερνετ και των ψηφιακών κωδίκων, η μουσική βιομηχανία, leader στον ρυθμό ψηφιοποίησής της, απέμεινε σχεδόν μισή σε οικονομικά μεγέθη: από 29,2 δις δολάρια παγκόσμιο τζίρο το 1999, σε μόλις 15 δις το 2013 (σε πραγματικές τιμές).
 
Μια απρόσμενη εξαίρεση
 
Αίφνης, μέσα σε αυτό το επιχειρηματικά ζοφερό και ασταθές τοπίο διακρίνεται μια φωτεινή εξαίρεση. Αντίθετα με τα υπόλοιπα ψηφιακά μέσα (το CD, το mp3 και τα ψηφιακά ‘κατεβάσματα’), ο δίσκος βινυλίου όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά και δείχνει να αναγεννάται κυριολεκτικά μέσα από τις στάχτες του. Ύστερα από μια συνεχή πτώση είκοσι πέντε χρόνων (το peak των πωλήσεων βινυλίου ήταν το 1981, με 1,1 δις άλμπουμ), το 2006 φτάνει στο ναδίρ των 3 εκ. πωλήσεων άλμπουμ παγκοσμίως, και έκτοτε η τάση αντιστρέφεται και, εντελώς απρόβλεπτα, οι πωλήσεις ξεκινούν μια αληθινή κούρσα ανόδου!
 
Έτσι, στις ΗΠΑ από το ένα εκατομμύριο κ.μ.ό. πωλήσεων δίσκων μεταξύ 1996 και 2006 ετησίως, το 2012 οι πωλήσεις εκτινάσσονται στα 4,6 εκατομμύρια, και το 2013 πιάνουν τα έξι (ετήσια άνοδος 32%, και 500% στην επταετία). Στην Αγγλία πάλι, το μουσικό κοινό αγκαλιάζει εξίσου θερμά την επιστροφή του βινύλιου. Το 2013 οι πωλήσεις του διπλασιάζονται σε σχέση με το 2012, προσεγγίζοντας τώρα τις 800 χιλιάδες - τέσσερις φορές δηλ. περισσότερες από το 2006. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, υπάρχουν γκρουπ και καλλιτέχνες όπως οι Arctic Monkeys, οι Vampire Weekend ή ο Bowie, που πλέον κάνουν το 25% των πωλήσεών τους σε δίσκους. Ο γνωστός Jack White (βλ. White Stripes) στήνει τη δική του δισκογραφική εταιρεία, με σύνθημα “το πικάπ σου δεν πέθανε” (http://thirdmanrecords.com/about/), και μιλάει για τον έμφυτο ρομαντισμό του βινυλίου σε αντίθεση με τα μιας χρήσης ψηφιακά data. Δεν είναι ο μόνος. Η αγάπη για το παλιό δισκάδικο αποκτά τον ετήσιο εορτασμό της, το Record Store Day κάθε Απρίλιο, που με τη σειρά του ανατροφοδοτεί το ενδιαφέρον και τη συζήτηση, μαζεύοντας συλλέκτες, μουσικούς, μαγαζάτορες, και κοινό δισκόφιλων που μοιράζονται την αγάπη τους. Από το 2012 μάλιστα δημιουργείται στη Μ. Βρετανία και επίσημο τσαρτ αποκλειστικά για τις πωλήσεις των δισκάδικων (http://www.officialcharts.com/record-store-albums-chart/). Οι κυκλοφορίες και επανακυκλοφορίες βινυλίου αυξάνουν, νέες μονάδες παραγωγής ξεπετιούνται και οι εταιρείες πικάπ και εξαρτημάτων αξιοποιούν το ίντερνετ πουλώντας σε όλον τον κόσμο. Η ζήτηση, όπως φαίνεται, έρχεται από τα κάτω, και μεγαλώνει. Το 2012 η παγκόσμια αγορά του βινυλίου φτάνει επισήμως τα 171 εκ. δολάρια, σχεδόν πενταπλάσια από όσο το 2006 ($36 εκ.). Οι πραγματικοί αριθμοί μπορεί και να ‘ναι αρκετά μεγαλύτεροι (βλ. ανεξάρτητες κυκλοφορίες, πωλήσεις μεταχειρισμένων, και ‘χέρι με χέρι’ διακίνηση σε λάιβ και φεστιβάλ). Ακόμα κι αν οι σημερινές πωλήσεις του αντιπροσωπεύουν μόλις το 1% ή 2% των συνολικών τζίρων της ηχογραφημένης μουσικής, η ισχυρά ανοδική τάση της καμπύλης τους σε ένα πτωτικό περιβάλλον προκαλεί το ενδιαφέρον.
 
Κεντρικό γνώρισμα όλης αυτής της αναβίωσης δείχνει να είναι ο ανεξάρτητος, ‘από τα κάτω’ χαρακτήρας της, και μια εναλλακτική κατεύθυνση των φίλων της μουσικής. Σύμφωνα με τη Νielsen Soundscan, το 67% των πωλήσεων βινυλίου στις HΠΑ το 2012 προήλθε από μικρά, ανεξάρτητα μουσικά καταστήματα. Έξω δηλαδή από τις μεγάλες αλυσίδες διανομής, τα πολυκαταστήματα, το iTunes και τα σχετικά ολιγοπώλια του web. Το κοινό του βινυλίου αγοράζει περισσότερο από εξειδικευμένα μαγαζιά-στέκια, έρχεται σε προσωπική επαφή με τον καταστηματάρχη, μιλάει για μουσική, ψάχνει σε ράφια και ενημερώνεται. Ή πάλι έρχεται πιο κοντά στους ίδιους τους μουσικούς, σε λάιβ και φεστιβάλ αλλά και μέσω ανεξάρτητων δικτύων τύπου bandcamp.com, παρακάμπτει τους διάφορους μεσάζοντες, και επιλέγει να στηρίξει έμπρακτα τους δημιουργούς αντί να κατεβάσει τζάμπα τη μουσική τους στο διαδίκτυο. Ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τα δωρεάν mp3 που συνοδεύουν πια τα άλμπουμ, τώρα ο φίλος του γκρουπ κρατάει στα χέρια του κάτι δικό του(ς)∙ το δέσιμο γίνεται ουσιαστικότερο, η σχέση αμεσότερη και χειροπιαστή. H απόκτηση ενός δίσκου συνιστά μια προσωπική εμπειρία, συνδέεται ξανά με συγκεκριμένες στιγμές και ιστορίες που ξεπερνούν το browsing και το downloading. Το ίδιο διαφορετική εμπειρία προσφέρει και η ακρόασή του. Στο σπίτι ή στο στέκι, το βινύλιο απαιτεί τον χώρο του, τον χρόνο του, συγκεκριμένες επιλογές με τη βελόνα και μια άλλη κατάσταση εγρήγορσης από τον χρήστη - χωρίς ‘έξυπνους’ αλγόριθμους, λούπες και σαφλ. ΄Οπως λέει κι ο Mat Weisfeld, νεαρός διευθυντής της VPI Industries, μιας οικογενειακής εταιρείας πικάπ και αξεσουάρ, οι φίλοι μαζεύονται ξανά για να ακούσουν μουσική, να ξαπλώσουν στο πάτωμα χαζεύοντας τους δίσκους, τις εικόνες και τους στίχους τους στα μεγάλα εξώφυλλα. 
 
Παρά τη νοσταλγική εικόνα, η στροφή προς το βινύλιο δεν μοιάζει να ‘χει νοσταλγικό μόνο χαρακτήρα. Σύμφωνα με μετρήσεις, τo μεγαλύτερο κοινό του σήμερα είναι πιτσιρικάδες κάτω των 25, που δεν έχουν καν προ-ψηφιακά βιώματα προς αναπόληση. Οι επιλογές τους στα ράφια είναι συνήθως καινούργια συγκροτήματα, όπως οι λονδρέζοι The XX, οι αυστραλοί Tame Impala ή οι αμερικανοί Beach House, που οι μεγαλύτεροι ούτε καν τα ‘χουν ακουστά. Ούτε πάλι μπορεί να εξηγηθεί η στροφή προς το βινύλιο μόνο με κριτήρια ποιότητας ήχου. Ακόμα κι αν υποθέταμε πως πράγματι πλεονεκτούσε (συζητήσιμη υπόθεση), το κοινό του δεν είναι χαϊφιντελίστες που αγοράζουν κλασική και επανεκδόσεις τζαζ, αλλά νεαροί που ακούν χιπ χοπ, ελεκτρόνικα και πανκ ροκ. Τέλος, δεν είναι στρατηγική κίνηση μάρκετινγκ των εταιρειών, αλλά έρχεται απρόβλεπτα ‘από τα κάτω’, όπως μαρτυρά η ανεξάρτητη ή και αντεργκράουντ φυσιογνωμία μαγαζιών, κυκλοφοριών και εναλλακτικών δικτύων διανομής. Εάν, λοιπόν, το μέσο είναι πράγματι το μήνυμα, όπως έλεγε κι ο ΜακΛούαν, τότε ποιο είναι αυτό το νέο μήνυμα που φέρνει η πεισματική αντίσταση του βινυλίου στην προδικασμένη εξαφάνισή του;
 
Το μήνυμα του μέσου
 
Εστιάζοντας στο ίδιο το μέσο, το βινύλιο συνοψίζει με χαρακτηριστικό τρόπο όλες εκείνες τις ‘ακαμψίες’ και ‘ατέλειες’ που η ψηφιακή επανάσταση ευαγγελίστηκε πως θα ξεπεράσει προς όφελος του κοινού (καταναλωτικού) καλού. Ή, αν προτιμάτε, ο ‘σκληρός’ δίσκος με τα αυλάκια συμπυκνώνει μια σειρά σημαινουσών διαφορών από τους ‘άυλους’ ψηφιακούς κώδικες που δίνουν το τόνο της εποχής. Πώς λέμε ‘easy’, ‘flexy’, ‘always on’; καμία σχέση.
Καταρχήν, η ψηφιακή πληροφορία είναι εξ ορισμού εύπλαστη. Ο αριθμητικός της κώδικας επιτρέπει στον καθένα να επέμβει και να την αναδιαμορφώσει κατά το δοκούν με την ελάσσονα προσπάθεια. Όπως σημείωνε ο Φλούσερ, είναι οι ψηφιακοί κώδικες που στην ουσία τους καταργούν τον δραματικό, ανέκκλητο και μοναδικό τρόπο της ύπαρξης. Στη θέση του αναδύεται το παιχνίδι των συνδυασμών και η συνεχής ρευστότητα – ‘anything goes’. Αντίθετα, η αναλογική πληροφορία χαράζεται στο σώμα του δίσκου (ή του βιβλίου, του φιλμ, του τελάρου, της πέτρας κ.ό.κ.) με τρόπο οριστικό και ανέκκλητο, γι αυτό και αυξάνει το ρίσκο της επιλογής και τη διακινδύνευση κάθε φορά. Το ανάλογο των αυλακιών του βινυλίου είναι η πληγή, η ρυτίδα ή το πίρσινγκ και τα τατουάζ που χτυπάνε οι πιτσιρικάδες – επώδυνα και όμορφα, σε σημαδεύουν για πάντα.
 
Ο δίσκος έχει υλικότητα, όγκο και βάρος, πιάνει τόπο και ‘βαραίνει’ τον κάτοχό του. Για να τον βρεις ή να τον ανταλλάξεις, χρειάζεται αναζήτηση σε πραγματικούς τόπους και επαφή με ανθρώπους σε real time βιωμένο χρόνο - γι αυτό και οι ιστορίες και οι μνήμες που κουβαλάει κάθε LP μένουν ανεξίτηλες. Κι ακόμα, αντίθετα με τις online πλατφόρμες ή τον σκληρό, που ‘πετάς’ τα πάντα μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη, το ράφι του μαγαζιού ή της δισκοθήκης μας έχει περιορισμένη χωρητικότητα. Γι αυτό και η κάθε απόφασή μας –τι προμηθεύομαι και τι κρατάω μαζί μου κάθε φορά- έχει την ιδιαίτερη σημασία της, το βάρος της. Κι αντίθετα με την (απατηλή) υπόσχεση αθανασίας του digital, το βινύλιο όσο παίζεται παλιώνει (σαν και μας) και φθείρεται. Το εξώφυλλο σκίζεται, το χρώμα ξεθωριάζει, τα αυλάκια γεμίζουν σκόνη και δακτυλιές. Αν πλημμυρίσει η αποθήκη σου, καταστρέφεται και η δισκοθήκη. Γι αυτό οι δίσκοι χρειάζονται φροντίδα και προσοχή, όπως ένα μωρό, τα λουλούδια του κήπου ή ό,τι άλλο έχει αξία.
Ούτε υποτάσσονται οι δίσκοι εύκολα στα γούστα και τη βολή του χρήστη. Δεν μπορείς να έχεις το πικάπ και τη δισκοθήκη σου πάντα μαζί σου. Δεν τρέχεις γρήγορα μπρος-πίσω τα κομμάτια, δεν τα μεταφέρεις από συσκευή σε συσκευή, δεν τα αντιγράφεις με τη μία ούτε τα μοιράζεσαι με λίγα κλικ με τον υπόλοιπο πλανήτη. Η σχέση με το βινύλιο μοιάζει δύσκολη και αποκλειστική, που όμως γι αυτό ίσως και σε πωρώνει περισσότερο. Αν συνυπολογιστεί και το υψηλότερο συγκριτικά κόστος του – ακριβότερο από CD και mp3, και απρόσφορο για πειρατεία- μιλάμε για μια κατεξοχήν ‘ασύμφορη’ επένδυση, αντι-λειτουργική και άβολη. Έτσι, στον βαθμό που ο δίσκος βινυλίου ανθίσταται σε σημαίνουσες ιδιότητες της μεταμοντέρνας ψηφιακής εποχής, σηματοδοτεί από μόνος του μια αιρετική αντιπρόταση. Μια αντι-πρόταση βαθιά προσωπική, μοναδική, απαιτητική και γενναία - όπως δηλαδή και εκείνη η τέχνη που στέκει απέναντι ακριβώς στην εργαλειακή χρηστικότητα, τον καταναλωτικό κομφορμισμό και την ψηφιακή υπεραφθονία.
Ο Μπένγιαμιν είδε μέσα από τη μαζική βιομηχανική αναπαραγωγή των έργων τέχνης, τη διάλυση της αύρας τους, το μίκρεμα της απόστασης μεταξύ κοινού και δημιουργίας, τη δυνατότητα, εν τέλει, ενός εκδημοκρατισμού. Δεν πρόβλεψε όμως τη μεταμοντέρνα ρηχότητα, την ολοσχερή κυριαρχία των αγορών ή την ανιστορική επιστροφή στον ψηφιακό παιδότοπο. Γι αυτό λοιπόν, ακόμα κι αν η πρόσφατη ανάκαμψη του βινυλίου παραμείνει μια ‘δυσερμήνευτη’ εξαίρεση στις κυρίαρχες τάσεις της αγοράς, νομίζω, αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς με προσοχή. Χωρίς τεχνοφοβία, χωρίς μεγάλες θεωρίες. Με την κρυφή ελπίδα όμως, ότι το σημερινό ξάφνιασμα του βινυλίου μπορεί να σημαίνει και κάτι περισσότερο από μια ακόμα μόδα.
 
* Ο Γ. Μαρούδας είναι σεναριογράφος - συγγραφέας, διδάσκων στο Τμήμα Κινηματογράφου, Α.Π.Θ.
 
 
Links
http://www.digitaltrends.com/home-theater/the-turntable-strikes-back/?tru=Faq7i#ixzz2z2bOdVHP I. White, “Τhe Rebirth of Cool”, Digital Trends, 19.2.2013 
http://www.bbc.co.uk/newsbeat/22208446 S, Garvan, “Under -25s are behind a surge in vinylsales”, BBC Newsbeat, 19.4.2013
http://louderthanwar.com/the-vinyl-revival-gathers-pace-we-investigate-in-depth-blog/ Ν. Meehan, 5.11.2013
http://en.wikipedia.org/wiki/Vinyl_revival 
http://umusic.co.uk/umusic-blog/meganwhitevinyl Ιούλιος 2012
http://www.recordstoreday.com/Quotes
http://downlode.org/Etext/negativland_shiny.html Negativland, “Shiny, Aluminium, Plastic and Digital”, 1995
http://www.ifpi.org/downloads/Digital-Music-Report-2014.pdf
IFPI, 1973-2008, στο http://musicbusinessresearch.wordpress.com/2010/03/29/the-recession-in-the-music-industry-a-cause-analysis/  
 

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

1 σχόλιο

1 Ο/Η Αντρέας Πρεντάνος έγραψε: (πριν 2 έτη)
Εύγε κύριε Μαρούδα! :)
Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 1

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός