Ηλεκτρονική Έκδοση

Κεν Λόουτς: O αντικαπιταλισμός στο «Jimmy’s Hall»

Στο πλαίσιο του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών

Την ιστορία του ακτιβιστή σοσιαλιστή Τζίμι Γκράλτον από την Ιρλανδία ο οποίος το 1932 (εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης) επέστρεψε στην πατρίδα του από την Αμερική για να αγωνιστεί μαζί με τους συμπατριώτες του ενάντια στους πλούσιους γαιοκτήμονες για τα δικαιώματα των φτωχών αγροτών, αφηγείται στην ταινία του «Jimmy’s Hall» ο γνωστός στρατευμένος πολιτικά Βρετανός σκηνοθέτης Κεν Λόουτς («Ο άνεμος κουνάει το κριθάρι», «Ψωμί και τριαντάφυλλα», «Γη και ελευθερία»).

Αυτό που ο Τζίμι πετυχαίνει με την επιστροφή του είναι να ξαναφτιάξει το εγκαταλειμμένο Χωλ όπου η κοινότητα της περιοχής του μπορούσε να μάθει να ζωγραφίζει, να διαβάζει ποίηση, να ακούει μουσική, να κάνει όνειρα, και, πάνω απ’ όλα να χορεύει, και να απαιτεί τα δικαιώματά του. Ιστορία, αξίζει να πω, που έμμεσα θυμίζει τη δική μας εποχή με την ανεργία, τη φτώχια, και όλα τα επακόλουθα της οικονομικής κρίσης.

Η δημιουργία όμως του χώρου αυτού θα τον φέρει σε σύγκρουση με το κατεστημένο: τους πλούσιους κτηματίες (που έδιωχναν από τα σπίτια τους, τους φτωχούς αγρότες), την Εκκλησία και τους πολιτικούς.

Ο Λόουτς παρακολουθεί από κοντά τον ήρωά του, καταγράφοντας τις σχέσεις του με τους συντρόφους του, με τη μητέρα του, με μια γυναίκα με την οποία ήταν από χρόνια ερωτευμένος αλλά που εγκατέλειψε για να καταφύγει στην Αμερική, ενώ ταυτόχρονα δεν παραμερίζει τη ζωντάνια και τη δουλειά που φέρνει η διψασμένη για μάθηση αλλά και χορό νεολαία, τοποθετώντας τα πρόσωπά του στο συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, δείχνοντας ταυτόχρονα τις επίμονες (και απαράδεκτες) προσπάθειες του παπά της ενορίας του, καθώς και των μεγάλων τσιφλικάδων, να σταματήσουν τον κόσμο από το να πηγαίνει στην αίθουσα χορού (για τον παπά η μουσική τζαζ είναι «μουσική του διαβόλου») αλλά και τη βία που αρχίζουν να χρησιμοποιούν όταν βλέπουν πως η κοινότητα αρχίζει να αφυπνίζεται και να απαιτεί τα δικαιώματά της.

Όπως ανάφερε ο Λόουτς στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας του, «για μένα η ιστορία αυτή καταρρίπτει την άποψη ότι η Αριστερά είναι βαρετή και εναντιώνεται στο γλέντι και τη διασκέδαση. Το έκανε στην περίπτωση του Τζίμι Γκράλτον και εξακολουθεί να το κάνει. Ταυτόχρονα δείχνει πως η οργανωμένη θρησκεία βρίσκει κοινό έδαφος με τους οικονομικούς παράγοντες. Σήμερα, η εκκλησία, με τα διάφορα σκάνδαλα, έχασε τη δύναμή της, αλλά την εποχή που εκτυλίσσεται η ιστορία μας η εξουσία της εκκλησίας ήταν ολοκληρωτική- οι παπάδες είχαν τέτοια δύναμη, που κατά κάποιο τρόπο, θεωρούνταν μάγοι».

Με τη σχέση ανάμεσα σε μια μητέρα και τον προβληματικό 15χρονο γιο της καταπιάνεται στην ταινία του «Mommy» («Μαμά»), ο Καναδός σκηνοθέτης Ξαβιέ Ντολάν («Ο Τομ στη φάρμα», «Λόρενς για πάντα»). Στην αρχή της ταινίας, η μητέρα του, Νταϊάν, αναγκάζεται να παραλάβει τον γιο της Στιβ από ένα είδος σωφρονιστικού ιδρύματος, όπου οι συνεχείς βίαιες αντιδράσεις αναγκάζουν τη διεύθυνση να τον διώξει. Η παρουσία μιας γειτόνισσας, της Κάιλα, θα βοηθήσει τη Νταϊάν και τον Στιβ να δημιουργήσουν μια ηρεμία στις σχέσεις τους και να αντιμετωπίσουν το μέλλον με ελπίδα. Μόνο που η ηρεμία θα είναι δυστυχώς πρόσκαιρη…

Ο Ντολάν έφτιαξε μια εξαιρετική ταινία, όπου η επιλογή του σχήματος της οθόνης είναι σημαντική στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας -στην περίπτωση αυτή, ένα ορθογώνιο, που τονίζει την καταπίεση και την κλειστοφοβία που αισθάνεται ο ήρωάς του- ορθογώνιο που κάποια στιγμή αλλάζει, όταν ο Στιβ αρχίζει να αισθάνεται ελεύθερος. Στον ρόλο του Στιβ, ο νεαρός ηθοποιός Αντουάν-Ολιβιέ Πιλόν κατάφερε, με τα ξεσπάσματα, τις φωνές, την οργή του ενάντια στο κατεστημένο και την οποιαδήποτε εξουσία, να δώσει τη ζωντάνια, το σφρίγος αλλά και εξέγερση ενάντια την καταπίεση που δέχεται συνεχώς.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος