Έντυπη Έκδοση

Τα πολλά πρόσωπα της τζαζ

Jazz Big Day στο Μέγαρο Μουσικής

Από τη στιγμή της εμφάνισής τους στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, οι θεματικές Μεγάλες Μέρες (Big Day) αποτέλεσαν πόλο έλξης όχι μόνον για τους φιλόμουσους αλλά και για τους... περίεργους που ήθελαν να γνωρίσουν το νέο κέντρο μουσικού πολιτισμού της Αθήνας.

Θυμόμαστε την πραγματικά ανέλπιστη κοσμοσυρροή στην πρώτη Μεγάλη Μέρα που ήταν αφιερωμένη στον Μπετόβεν. Ηταν Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 1992, όταν το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών δήλωσε, για πρώτη φορά, αδυναμία να υποδεχτεί όλους όσοι έσπευσαν να απολαύσουν αυτή τη μεγάλη γιορτή, ένα πραγματικό πανηγύρι, της μουσικής. Το αδιαχώρητο είχε δημιουργηθεί όχι μόνον μέσα στις αίθουσες, στις οποίες πραγματοποιούντο οι εκδηλώσεις, αλλά και έξω από αυτές, ακόμη και στον περιβάλλοντα χώρο. Στη δε λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας συνεχής ήταν η κυκλοφοριακή συμφόρηση. Παρόμοια εικόνα συνόδευσε και τις επόμενες Μεγάλες Μέρες, πάντα Σάββατο, αυτή που φιλοξένησε τις Φωνές του Κόσμου (3.4.1993), τη Μεγάλη Μέρα των Πνευστών (7.10.1995) κ.ο.κ.

Σταδιακά, ωστόσο, η προσέλευση μειώθηκε, ατόνησε το ενδιαφέρον, είτε γιατί ικανοποιήθηκε η περιέργεια, είτε γιατί η οικονομική κρίση δεν άφησε ανεπηρέαστη και αυτή τη διέξοδο ψυχαγωγίας. Ετσι η πλέον πρόσφατη Μεγάλη Μέρα (31 Μαΐου), που ήταν αφιερωμένη στη μουσική τζαζ, ήταν η λιγότερο επιτυχής, ως προς την προσέλευση ακροατών. Αναμφίβολα συνέβαλε σε αυτό και η πραγματοποίηση, από τις 29 Μαΐου έως την 1η Ιουνίου, του Athens Technopolis Jazz Festival του Δήμου Αθηναίων, το οποίο δεν άφησε αδιάφορους τους φίλους της τζαζ και της μουσικής γενικότερα. Πόσω μάλλον που οι εκδηλώσεις του ήσαν με ελεύθερη είσοδο.

Κι όμως το πρόγραμμα της Μεγάλης Μέρας της Τζαζ, αν και λιτότερο από αντίστοιχα προηγούμενα, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον και περιελάμβανε πολλά από τα διαφορετικά πρόσωπα της παγκόσμιας αυτής μουσικής έκφρασης. Ο σχεδιασμός του προγράμματος βασίστηκε κυρίως στο ελληνικό δυναμικό. Συμπεριελάμβανε, ωστόσο, και δύο επιφανείς διεθνείς μουσικούς: τον εξαίρετο Αμερικανό πιανίστα Κένι Μπάρον με τους συνεργάτες του, που συναποτελούν ένα κλασικό τρίο (πιάνο-κοντραμπάσο-τύμπανα), και τον πολυεπίπεδα δραστήριο Ισραηλινό, εγκατεστημένο στην Αγγλία το 1994, σαξοφωνίστα και συγγραφέα Γκιλάντ Ατσμον, ο οποίος εμφανίστηκε με το τριμελές σύνολο The Orient House. Στο πρωινό πραγματοποιήθηκαν εργαστήρια με τον Μηνά Ι. Αλεξιάδη, τον Δήμο Δημητριάδη και τον Γκιλάντ Ατσμον, το καταμεσήμερο συναυλία με τζαζ για τα παιδιά από τον ερμηνευτή κρουστών Αλέκο Χρηστίδη και τους μουσικούς συντρόφους του, και ακολούθησε ανοιχτή συζήτηση με τον Κένι Μπάρον. Το κυρίως πρόγραμμα άρχισε το απομεσήμερο με αφιέρωμα στον πρωτοπόρο πιανίστα και δάσκαλο Μάρκο Αλεξίου που έφυγε πρόσφατα. Συνεχίστηκε με συναυλίες, μερικές την ίδια ώρα, εκτός των μνημονευθέντων, του Κουιντέτου του Δήμου Δημητριάδη, του Μηνά Ι. Αλεξιάδη, του Κουιντέτου του Αλέκου Βρέτου, της Μάρθα Μορελεόν -ζει στην Αθήνα από το 1987- του Τρίο του Γιώργου Κοντραφούρη και του κουιντέτου Crazy People Music, για να τελειώσει η γιορτή περασμένα μεσάνυχτα με την αυτοσχέδια σύμπραξη (Jam session, για να μη λησμονούμε και τα... νεοελληνικά μας) των περισσότερων από τους μουσικούς που συμμετείχαν στις συναυλίες.

Η πρώτη συναυλία που παρακολουθήσαμε ήταν του Μηνά Ι. Αλεξιάδη. Πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Μπανκέ και είχε όνομα Σχέδιο επιστροφή. Ο καλός συνθέτης, παιδαγωγός και πιανίστας, αφοσιωμένος τα τελευταία χρόνια στη σύνθεση λόγιας μουσικής και την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία -είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών- είχε εγκαταλείψει την τζαζ, μολονότι αυτή είχε αποτελέσει φωτεινό αντικείμενο των μουσικών του πόθων. Για την «επιστροφή» του, στα μονοπάτια της τζαζ, ο Αλεξιάδης συνέπραξε με τρεις εξαιρετικούς όσο και έμπειρους μουσικούς: τον Δημήτρη Τσάκα (άλτο και σοπράνο σαξόφωνο), τον Περικλή Τριβόλη (κοντραμπάσο) και τον Σπύρο Παναγιωτόπουλο (ντραμς). Το κουαρτέτο προσέφερε ένα γοητευτικό ωριαίο πρόγραμμα βασισμένο σε γνωστά και καθιερωμένα συνθέματα τζαζ αισθητικής. Ερμηνεύτηκαν τα Bye-bye blackbird (Ρέι Χέντερσον/Μορτ Ντίξον), Yardbird suite (Τσάρλι Πάρκερ), Old folks (Γουίλαρντ Ρόμπινσον), Ι love you (Κόουλ Πόρτερ), Footprints (Γουέιν Σόρτερ) και το (κινηματογραφικό) The night has a thousand eyes (Τζέρι Μπρέινιν). Η ανάπτυξη της μουσικής είχε παραδοσιακή μορφή: συνηχήσεις, συνομιλίες και αυτοσχεδιαστικά σόλι των οργάνων, που, ως συνήθως, προκάλεσαν τις εντονότερες επιδοκιμασίες του ακροατηρίου. Αν και διστακτικός και κάπως αμήχανος, από την πολύχρονη αποστασιοποίησή του από το είδος, ο πιανίστας κατέθεσε ερμηνευτικά ζηλευτή ευαισθησία και αυθεντικότητα. Συνεπικουρούμενος από τους άξιους συνεργάτες του απέφυγε τις πυροτεχνηματικές εξάρσεις και παρέσυρε τη φαντασία στον αειθαλή κόσμο της κλασικής, της γνήσιας τζαζ. Η μια ώρα του προγράμματος μας φάνηκε λίγη, όμως, έτσι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ακολούθως ανηφορίσαμε προς την Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, όπου ο Αλέκος Βρέτος με το Κουιντέτο του μας ξενάγησαν στο ιδιαίτερο ιδίωμα της World Jazz, το οποίο αναπτύσσει και υπηρετεί από το 1998, όταν ανακάλυψε το ούτι και αποφάσισε να αφοσιωθεί σε αυτό. Στη μουσική του συνυφαίνει τους ήχους της ανατολής, χρησιμοποιώντας εκτός από το ούτι και άλλα παραδοσιακά όργανα, με τους ήχους της κλασικής τζαζ, οι οποίοι αναδύονται από καθιερωμένα στο είδος όργανα. Στη δική του, ωριαία, συναυλία εμφανίστηκε επί σκηνής με τους νεαρούς, κυρίως, συνεργάτες του Ελένη Βασιλιάδη (κανονάκι), Δημήτρη Σεβδαλή (πιάνο, πλήκτρα), Δημήτρη Χριστόπουλο (κοντραμπάσο) και Δημήτρη Κλωνή (ντραμς) -ο πιο μεγάλος και πιο έμπειρος είναι ο Δημήτρης Σεβδαλής, ο οποίος, μάλιστα, ηγείται του Τρίο που έχει δημιουργήσει με τους άλλους δύο Δημήτρηδες της παρέας. Το Κουιντέτο ερμήνευσε τρεις συνθέσεις του Βρέτου (Idea, Κ on top και Cactus) και δύο τις οποίες υπογράφουν δύο εμβληματικοί ουτίστες: ο Τυνήσιος Ανουάρ Μπραχέμ (Al Jaghar, το επιλεγμένο έργο του) και ο πιο οικείος σε μας Αρμένιος Αρα Ντινκτζιάν (Invisible Lover, το όνομα του δικού του). Στις πιο γνήσιες μελωδίες της ανατολής των άλλων, των οποίων τα δομικά χαρακτηριστικά σεβάστηκε απολύτως ο Αλέκος Βρέτος, αντιπαρέθεσε τις δικές του ουσιαστικές προσπάθειες σύντηξης των δύο διαφορετικών μουσικών κόσμων. Ερμήνευσε τα αυτοσχεδιαστικά μέρη με περισσό, αλλά ελεγχόμενο, πάθος, προσδίδοντας στις μουσικές του έντονο ηχόχρωμα ανατολής, συχνά με ρυθμικό υπόβαθρο δυτικού χαρακτήρα. Οι μουσικοί του σύντροφοι ακολούθησαν τις διαδρομές που χάραζε με ομοιογενή ήχο και ταυτόσημη διάθεση. Υπήρχαν και στιγμές δεξιοτεχνικής επίδειξης, ήσαν όμως και αυτές φορτισμένες με συναίσθημα. Και αυτό ήταν, και είναι, το πιο σημαντικό.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μουσικογραφήματα