Έντυπη Έκδοση

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Ο διωγμός του 1914

Η έξοδος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου προς την Ελλάδα, από το 1922 κι έπειτα είναι ένα γεγονός - σταθμός στην ιστορία της χώρας.

Στρατόπεδο προσφύγων της Ανατολικής Θράκης στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1914-1918. Τυχεροί, από μια άποψη, γιατί όσοι έμειναν πίσω μετατράπηκαν σε υπηρέτες των νέων τους αφεντικών Στρατόπεδο προσφύγων της Ανατολικής Θράκης στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1914-1918. Τυχεροί, από μια άποψη, γιατί όσοι έμειναν πίσω μετατράπηκαν σε υπηρέτες των νέων τους αφεντικών Ελάχιστοι δεν έχουν ακούσει γι' αυτό το διωγμό, ο οποίος σημάδεψε ανεξίτηλα τη νεοελληνική ιστορία. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το - μικρότερης κλίμακας είναι η αλήθεια - διωγμό του 1914. Ο συγκεκριμένος διωγμός αποτέλεσε την πρώτη δέσμη συστηματικών διώξεων εις βάρος των Ελλήνων της Ανατολίας και συνδέθηκε τόσο με τους Βαλκανικούς Πολέμους, όσο και με την επερχόμενη καταιγίδα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Οταν οι βαλκανικές δυνάμεις μοίρασαν στο Βουκουρέστι τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια, μεγάλος αριθμός Τούρκων εγκατέλειψε τις εστίες του φοβούμενος τα αντίποινα των πρώην υπηκόων της αυτοκρατορίας, οι οποίοι μετά από αιώνες είχαν πλέον απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό. Το status quo της βαλκανικής χερσονήσου μεταβλήθηκε και η ευρωπαϊκή παρουσία των Τούρκων είχε περιοριστεί στην Ανατολική Θράκη. Το Αιγαίο πέλαγος ελεγχόταν από το Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδος και τα νησιά του είχαν περιέλθει στην κατοχή των Ελλήνων. Η Τουρκία, πλέον, περιοριζόταν στα στενά του Ελλησπόντου.

Δυσφορία

Οι Νεότουρκοι, οι πραγματικοί κυβερνήτες της πάλαι ποτέ κραταιής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δυσφορούσαν απέναντι στην εδαφική συρρίκνωση της επικράτειάς τους, μολονότι η διατήρηση της τουρκικής εδαφικής ακεραιότητας αποτελούσε βασική προγραμματική τους θέση. Επιπλέον, η δεσπόζουσα θέση που κατείχαν μειονότητες όπως οι Ελληνες και οι Αρμένιοι στο χώρο της οικονομίας, όχι μόνο δεν τους επέτρεπε τον έλεγχο του ευαίσθητου αυτού χώρου, αλλά είχε δημιουργήσει και ιδανικές συνθήκες για να εξαπλωθεί ο ελληνικός και ο αρμενικός μεγαλοϊδεατισμός.

Η άφιξη χιλιάδων μουσουλμάνων προσφύγων από τις πρώην οθωμανικές κτήσεις στα Βαλκάνια έδωσε στους Νεότουρκους την ευκαιρία να εξαπολύσουν διωγμούς εις βάρος των Ελλήνων της Ιωνίας και του Πόντου, με πρόφαση την ανάγκη αποκατάστασης των προσφύγων αυτών. Αρωγός στην προσπάθεια αυτή στάθηκε η Γερμανία, η οποία ήταν ο βασικός σύμμαχος των Νεότουρκων και αποσκοπούσε να υποκαταστήσει τις δυτικές δυνάμεις στο ρόλο του προστάτη του «Μεγάλου Ασθενούς», όπως αποκαλούνταν η παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Τζορτζ Χόρτον, πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη εκείνη την περίοδο και συγγραφέας του βιβλίου «Η μάστιγα της Ασίας», αναφέρει ότι «...η Γερμανία υπήρξε συνένοχος των Τούρκων συμμάχων της στο ζήτημα των εκτοπίσεων και της εξόντωσης των χριστιανών». Οι Νεότουρκοι, υπό την καθοδήγηση του διαβόητου στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς, επιδόθηκαν σε μία ενορχηστρωμένη προσπάθεια δαιμονοποίησης του ελληνικού στοιχείου. Αφίσες και συνθήματα σε τοίχους καταλόγιζαν ανύπαρκτα εγκλήματα στους Ελληνες, οι εφημερίδες δημοσίευαν εμπρηστικά άρθρα παρακινώντας τους Τούρκους σε οικονομικό αποκλεισμό των ελληνικών επιχειρήσεων και πρεσβεύοντας τον «ιερό πόλεμο» κατά των απίστων, ενώ δεν έλειψαν και σκηνοθετημένα επεισόδια που σκοπό τους είχαν να ενοχοποιήσουν τους Ελληνες για μια σειρά από βιαιοπραγίες.

Στο πεδίο της διπλωματίας, οι Νεότουρκοι επικαλέστηκαν την εκκρεμότητα η οποία είχε δημιουργηθεί σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου που είχαν περιέλθει στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η τουρκική πλευρά επικαλούνταν ζητήματα ασφαλείας και αξίωνε ευνοϊκότερη μετατροπή του καθεστώτος των νησιών (Χίος, Μυτιλήνη, Σάμος κ.λπ.), απειλώντας σε διαφορετική περίπτωση με αντίποινα. Για την Τουρκία τα νησιά αυτά αποτελούσαν μία ζώνη ασφαλείας απέναντι στις βλέψεις των Ελλήνων. Από τη στιγμή που κατελήφθησαν από την Ελλάδα θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως εφαλτήριο για μία ελληνική εισβολή στην Ιωνία, διατεινόταν η τουρκική πλευρά, αρνούμενη να δεχθεί το καθεστώς που δημιουργήθηκε μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, το καλοκαίρι του 1913.

Διωγμοί

Οταν οι Δυνάμεις ανακοίνωσαν επίσημα στις αρχές του 1914 ότι ενστερνίζονται το σχέδιο του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών σερ Εντουαρντ Γκρέι για οριστική παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα, οι Νεότουρκοι πραγματοποίησαν την απειλή τους, κηρύσσοντας διωγμό στην Ανατολική Θράκη ως αντίποινα. Η «ημερησία διάταξη» των τουρκικών αντιποίνων περιελάμβανε εκτοπισμούς πληθυσμών από τα παράλια στην ενδοχώρα, για να μη βοηθήσουν τους εισβολείς σε περίπτωση ελληνικής απόβασης στις μικρασιατικές ακτές, επιτάξεις, βαριά φορολογία και άλλα οικονομικά μέτρα εις βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων, βιαιοπραγίες από ληστοσυμμορίες, με τη «διακριτική» ενθάρρυνση των αρχών, αλλά πάνω από όλα, επιστράτευση των ανδρών, είτε στο μέτωπο, είτε στα περιβόητα «τάγματα εργασίας» (amele taburu).

Σε αυτά τα κολαστήρια άγνωστος αριθμός Ελλήνων άφησε την τελευταία του πνοή κάτω από δυσμενείς συνθήκες, εργαζόμενος τυπικά για να προσφέρει στην τουρκική πολεμική προσπάθεια, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία ετοιμαζόταν για τον διαφαινόμενο παγκόσμιο πόλεμο. Ουσιαστικά, όμως, σκοπός των amele taburu ήταν η φυσική εξόντωση των Ελλήνων, γι' αυτό μεγάλος αριθμός ανδρών προσπάθησε να αποφύγει τη στράτευση, παρά τον κίνδυνο της σύλληψης και της εκτέλεσης με την κατηγορία της λιποταξίας. Αρκετοί κρύφθηκαν κάτω από την οροφή κάποιου σπιτιού και έτσι γεννήθηκε ο όρος «tavan asker», ο στρατός του ταβανιού.

Αναπόφευκτα, χιλιάδες Ελληνες εγκατέλειψαν τις εστίες τους και κατέφυγαν στην Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία. Οι τουρκικές αρχές φρόντισαν μεθοδικά να τους αποσπάσουν ενυπόγραφες βεβαιώσεις ότι αναχωρούσαν οικειοθελώς, προκειμένου να συγκαλυφθεί ο διωγμός. Στις οικίες τους εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια και αρκετοί Ελληνες που έμειναν πίσω μετατράπηκαν σε υπηρέτες των νέων αφεντικών της ιδιοκτησίας τους.

Απειλή πολέμου

Καθώς οι διώξεις εξαπλώθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία ο αριθμός των προσφύγων μεγάλωνε, προκαλώντας την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης. Τον Μάιο του 1914 η Αθήνα απείλησε με πόλεμο, αλλά η πολιτική διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδος στον επερχόμενο πόλεμο δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας ότι η Ελλάδα δεν θα κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση. Το Πατριαρχείο κατήγγειλε το διωγμό, όπως άλλωστε έκαναν κι άλλοι φορείς, αλλά η μόνη εξέλιξη ήταν η επαφή των δύο πλευρών για να συζητήσουν το ενδεχόμενο της ανταλλαγής πληθυσμών. Παρότι συστάθηκε αρμόδια επιτροπή για να χειριστεί αυτή την υπόθεση, οι επαφές «πάγωσαν» με την είσοδο της Τουρκίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εν τω μεταξύ, ο αριθμός των προσφύγων από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία συνεχώς αυξανόταν. Η «Μαύρη Βίβλος» της Πατριαρχικής Επιτροπής στην Κωνσταντινούπολη κάνει λόγο για μισό περίπου εκατομμύριο, ενώ στη Γ' Εθνοσυνέλευση έγινε λόγος για πάνω από 720.000 πρόσφυγες. Το ελληνικό κράτος βρέθηκε απροετοίμαστο εμπρός σε αυτό το κύμα απόγνωσης και σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν διαδραμάτισε η ιδιωτική πρωτοβουλία...

Επαναπατρισμός

Τον Οκτώβριο του 1918 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνθηκολόγησε και άρχισε η περιπέτεια του επαναπατρισμού για τους πρόσφυγες του πρώτου διωγμού. Το κράτος προσπάθησε να οργανώσει την επιχείρηση παλιννόστησης, αλλά οι πρόσφυγες ήταν ασυγκράτητοι, ειδικά μετά την άφιξη του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη το 1919. Ομως, σύντομα η καταστροφή του 1922 θα τους ανάγκαζε να περπατήσουν ξανά το πικρό μονοπάτι της προσφυγιάς.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ιστορικά