Έντυπη Έκδοση

Συνεχής αποκάλυψη θαυμάτων

Στη φωτιά του ματιού σου θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός / Θα 'κλεισε την καρδιά της η άνοιξη σα μιας αρχαίας ακρογιαλιάς μαργαριτάρι. (Νίκος Γκάτσος, «Ελεγείο», α' δημοσίευση περ. «Φιλολογικά Χρονικά», 1946) Θ' ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός/ Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις (Οδυσσέας Ελύτης, «Γιώργος Σαραντάρης», Τα Ετεροθαλή, 1974)

Πεθαίνοντας το 1941, σε ηλικία μόλις 33 ετών, από τις κακουχίες του Μετώπου, ο Γιώργος Σαραντάρης άφησε πίσω του ένα έργο διόλου ευκαταφρόνητο: τέσσερα βιβλία ποίησης, ένα πεζό και τρία φιλοσοφικά δοκίμια, και έναν τεράστιο όγκο ανέκδοτου υλικού (ένα ελάχιστο μέρος του πρωτοδημοσιεύτηκε το 1961 από τον φίλο του Γιώργο Μαρινάκη, ένα πολύ μεγαλύτερο στην πεντάτομη έκδοση του Gutenberg πάλι από το Μαρινάκη, το 1987, και στους δύο ογκώδεις, πολύ προσεγμένους τόμους της Βικελαίας Βιβλιοθήκης σε επιμέλεια της Σοφίας Σκοπετέα, το 2001 και το 2006, και υπάρχουν και άλλα ακόμα που περιμένουν να 'ρθουν στο φως). Παρ' όλ' αυτά, και παρά τη στενή σχέση του με μερικούς από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της περίφημης γενιάς του '30 και το επίσημο όργανό της, τα «Νέα Γράμματα», πλήρης λήθη σκέπασε τον ίδιο και το έργο του, έως την έκδοση των «Ποιημάτων» από τον Μαρινάκη το 1961.

Και τότε όμως η κατάσταση δεν άλλαξε δραματικά: ο Γ.Σ. παρέμεινε γνωστός σε έναν κλειστό κύκλο ειδημόνων, παρά τις μεμονωμένες, ενθουσιαστικές κριτικές που υποδέχτηκαν την έκδοση, όπως αυτή του Μιχάλη Μερακλή: «(...) Στις μέρες μας γεννήθηκε ένας ποιητής, που είχε την ακριβή τύχη, αυτός μόνος, να φτάσει τον Σολωμό και, σε μερικές στιγμές, να τον ξεπεράσει».

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να ασχοληθεί συστηματικά μαζί του η κριτική, αρχής γενομένης με το, μοναδικό μέχρι σήμερα, διδακτορικό για τον ποιητή της Ηρώς Τσαρνά, το 1987, και το βιβλίο της Ολυμπίας Καράγιωργα, το 1995, που τράβηξε την προσοχή ενός ευρύτερου κοινού. Το γεγονός μπορεί να αποδοθεί στην έκπληξη, ή την αμηχανία μπροστά στην ποιότητα αλλά και τον όγκο αυτού του έργου, και στις απαιτήσεις που γεννούσε για τον μελετητή του. Οι σημαντικές μελέτες που υπάρχουν πια στις μέρες μας δείχνουν ότι, πέρα από την επίδρασή τους στην ποιητική παραγωγή, τα σημαντικά έργα ενδυναμώνουν και την κριτική.

Το κείμενο του Μερακλή επισημαίνει από το 1962 το βασικό χαρακτηριστικό της ποίησης του Σαραντάρη: «(...) Είναι ο μόνος που, μετά τον Σολωμό, έδωσε, κατά τρόπο καλλιτεχνικά ακέραιο και στερεό, την εξαλλαγή του ανθρώπινου πόνου σε μεταφυσική δίψα». Η μεταφυσική αυτή διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας, μαζί με τη χρήση του «εμείς» αντί του «εγώ», την τοποθέτηση του συνολικού ανθρώπινου προβλήματος στη θέση του προσωπικού στο έργο του, που τόσο λείπουν στην εποχή μας, εξηγούν ίσως τη σημαντική δημοτικότητα που έχει αρχίσει να αποκτά στους νεότερους ποιητές αλλά και σε ένα όλο και ευρύτερο κοινό.

Κοντά σ' αυτό πρέπει να σημειώσουμε το χαρακτηριστικό που του δίνει την ιδιαίτερη δυναμική του: είναι η, μοναδική για τα νεοελληνική ποίηση, αίσθηση της οικείωσης με το σύμπαν, που φέρνει το μυστήριο του κόσμου στο επίπεδο του ανθρώπου: (...) όλα τ' αστέρια ακούμπησαν στον ώμο/ Το δικό μου/ Και ζήτησαν νά 'ρθουν μαζί μου· Ο ουρανός με κοιτάει σαν να έρχεται μαζί μου/ Και να μοιραζόμαστε τη σιωπή για να μην πέσει (...)

Αυτό κάνει την ποίησή του μια συνεχή αποκάλυψη θαυμάτων, και της δίνει την αίσθηση της άλλης χαράς, της συνώνυμης με τον ευτυχισμό του σολωμικού έργου, μπροστά στη θέαση του κόσμου: «Η ποίηση θα πρέπει να συντηρεί την παρθενικότητα και τη φρεσκάδα των απροσδόκητων αποκαλύψεων που προκαλούν μια ιδιαίτερη χαρά, όμοια με κείνη που δοκιμάζει όποιος παραβρέθηκε σ' ένα θαύμα, κι αν το θυμάται σου το διηγείται». (Γ.Σ.)

Η συνεχής αποκάλυψη θαυμάτων «κατασκευάζει» τις «απεριόριστες, απροσδιόριστες, απολύτως ασύλληπτες εικόνες» στην ποίηση του Γ.Σ. κατά την έκφραση του Τέλλου Αγρα στην κριτική της πρώτης του συλλογής, τις «Αγάπες του χρόνου», το 1934, οι οποίες, μαζί με την ανοικείωση του ποιητικού κώδικα με τη συμπαράθεση ασυμβίβαστων επιφανειακά σημαινόντων, τη συντακτική αμφισημία και την ασαφή σχέση των συντακτικών όρων, την τοποθετούν στην ακραία πρωτοπορία του καιρού μας:

«Βλέπω»: Βλέπω/ Ωρα χαμηλή/ Ανάστημα κόρης/ Είμαι/ Και χάνω/ Το στόμα/ Ξεχνάω/ Την αφή// Φάσμα/ Ο χτύπος/ Η φλούδα/ Της ακοής. (1936).

Η λήθη που σκέπασε το έργο του Γιώργου Σαραντάρη για τόσο μεγάλο διάστημα αποτελεί το μεγαλύτερο ίσως φιλολογικό αίνιγμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Δείχνει παράλληλα την ανάγκη επαναγραφής και αξιολόγησης της ιστορίας της λογοτεχνίας κατά περιόδους. Στην περίπτωση του Σαραντάρη, η επαναξιολόγηση αυτή ίσως οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο μεγάλος αυτός αγνοημένος υπήρξε η σημαντικότερη φυσιογνωμία της περίφημης γενιάς του '30 που έθρεψε και επισκίασε ταυτόχρονα όλη τη μεταγενέστερη ποιητική παραγωγή στη χώρα μας.

Το Αφιέρωμα του «Μανδραγόρα» (τεύχος 48, Μάιος 2013) είναι η τελευταία προσπάθεια να αναψιλαφηθεί το έργο του Γιώργου Σαραντάρη και να έρθει σε στενότερη επικοινωνία με ένα ευρύτερο κοινό: εκτός από σημαντικά στοιχεία για τη ζωή του και το έργο του και ένα σύντομο, αντιπροσωπευτικό κατά το δυνατό «Ανθολόγιο» ποιημάτων του, περιλαμβάνει κείμενα μελετητών του, σύγχρονων και νεότερων ποιητών: του Γιώργου Παπαθανασόπουλου, του Σωτήρη Γουνελά, του Λάμπρου Σπυριούνη, της Ξένης Σκαρτσή, του Γιώργου Μαρκόπουλου, του Γιώργου Ερηνάκη, αλλά και αναλυτική βιβλιογραφία και κριτικογραφία του από τον Γ. Παπαθανασόπουλο, μαζί με την καταγραφή της παρουσίας του στην ελληνική δισκογραφία από τη Νένα Βενετσάνου. Επίσης, ανέκδοτα Γαλλικά ποιήματά του της περιόδου 1936-1940 σε μετάφραση Τ. Γαλάτη, Ιταλικά ποιήματα δημοσιευμένα στο προπολεμικό περιοδικό Olimpo της Θεσσαλονίκης και Κριτικά του κείμενα των ετών 1936-37 για τη νεοελληνική ποίηση, σε μετάφραση της Ηβης Καζαντζή. Το ιστορικό της Ιδρυσης του Σωματείου «Φίλων του Γιώργου Σαραντάρη» δείχνει την αγάπη και το ενδιαφέρον σημαντικών ανθρώπων των γραμμάτων που υπάρχει πια στις μέρες μας για την προβολή του έργου του.

* (Περίληψη της ανακοίνωσης στην Ημερίδα για τον Γιώργο Σαραντάρη που συνδιοργάνωσαν το Σωματείο «Φίλων του Γιώργου Σαραντάρη» και το περιοδικό «Μανδραγόρας» στη Στοά του Βιβλίου, 23/5/2013).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλιοθήκη
Βιβλίο