Έντυπη Έκδοση

Ποιητής με πνευματική καθαρότητα

Εχω έρθει να σας μιλήσω για έναν σπάνιο άνθρωπο, ποιητή και φιλόσοφο ονόματι Γιώργο Σαραντάρη. Εζησε μονάχα 33 χρόνια. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά αμέσως μετά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, στην Μπολόνια, όπου έμεινε μέχρι τα 22 ή 23 του και το υπόλοιπο της ζωής του το πέρασε στην Ελλάδα, όπου ήρθε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Τελικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ζωή του στην Ελλάδα κράτησε μια δεκαετία.

Πρόκειται επομένως για ένα πρόσωπο που ήρθε στην Ελλάδα από την Ευρώπη, ενός Ελληνα που σαν άλλος Οδυσσέας γυρεύει την εστία του, τη ρίζα του, τη μήτρα απ' όπου προέρχονται όλα τα αγαθά, τον τόπο ο οποίος πέρα από τις αρχαιοελληνικές καταβολές διασταυρώθηκε με τη χριστιανική παράδοση και τις αλήθειες της. Πρέπει να πούμε ότι ο Σαραντάρης θεωρούσε αυτές τις αλήθειες οικουμενικές και έβλεπε την εξέλιξη του ανθρώπου, του πολιτισμού, γενικότερα της ζωής, να βασίζεται πάνω σε αυτές τις αλήθειες.

Ομως, εκεί όπου ήλθε για πρώτη φορά σε επίγνωση του εαυτού του, στην Ιταλία, οι χριστιανικές αλήθειες είχαν από καιρό πέσει σε λήθη, ή είχαν παραμορφωθεί και αυτό ο Σαραντάρης το διαπίστωσε μελετώντας βαθιά τη Λογοτεχνία και προπαντός τη Φιλοσοφία, αλλά και το Δίκαιο, καθώς ήταν το αίτημα του πατέρα του, το οποίο ο γιος φρόντισε να ικανοποιήσει.

Ο Σαραντάρης είναι... ποιητής. Η ποίηση είναι η μόνη κατάσταση που τον αφορά ολοκληρωτικά, τον κατέχει και αυτός ανταποκρίνεται σε αυτή την κατοχή, σε αυτόν τον έρωτα, σε αυτή τη σχέση. Ομως, μέσαθέ της και διαμέσου της περνά η αλήθεια της ζωής, η ροή της, η ομορφιά της, ο πόνος της και ακόμη η συνύπαρξη με τους άλλους, η αγάπη του πλησίον, το άνοιγμα του κόσμου και της ανθρωπότητας στο μέλλον.

Είναι ποιητής με αυτή την πνευματική καθαρότητα που αφορά την Ποίηση, όταν μέσα από αυτήν αναζητούμε το όλον, την καθολικότητα, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, διακρίνοντας την Ποίηση από την Ιστορία και τοποθετώντας πρώτη την Ποίηση. Ο Οδυσσέας Ελύτης, αυτός ο άλλος Ελληνας ποιητής που γνωρίζετε, έλεγε αναφερόμενος στον Σαραντάρη: «Δεν έχω γνωρίσει, θέλω να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του. Απραγος, αδέξιος, ανίκανος για οτιδήποτε πρακτικό, ζούσε με το τίποτε, και δεν του χρειαζότανε τίποτε άλλο έξω από την Ποίηση». (Οδ. Ελύτη, Ανοιχτά χαρτιά, Ικαρος 1987, σ. 344).

Φαίνεται πως από την εφηβεία του ήταν ήδη ώριμος, διάβαζε πολύ και μπορούσε να περιγράψει πετυχημένα τον ψυχολογικό χαρακτήρα των φίλων του ή άλλων προσώπων που συναναστρεφόταν, όπως μαρτυρεί το βιβλίο του «Οι γνωριμιές και η φιλία» (μετ. Ζ. Λορεντζάτου, σημ. Σ. Σκοπετέα, εκδ. Ροδακιό 2008). Ερχόμενος από την Ιταλία και παρά τη νεαρή του ηλικία μπόρεσε να προβλέψει το δρόμο που θα έπαιρνε η Ευρώπη στα χρόνια που θα έρχονταν και το μεταφυσικό κενό που γρήγορα θα καταλάμβανε τους λαούς και τα κράτη, ένα κενό που ανάμεσα στα άλλα οδήγησε στους δύο παγκόσμιους πολέμους και σήμερα στη λεγόμενη «Οικονομία της Αγοράς», δηλαδή έναν τρόπο να ζεις για να αγοράζεις και να καταναλώνεις.

Οντας άνθρωπος ιδιαίτερα προικισμένος, προέβλεπε την απώλεια της ποιητικής αίσθησης της ζωής και την προσέγγιση ή ερμηνεία της ελευθερίας αποκλειστικά μέσα από ένα πλέγμα πολιτικής, κοινωνίας και οικονομίας. Ο ερχομός του στην Ελλάδα τον ώθησε να περιγράψει το βαθύ καημό της ύπαρξής του, να τραγουδήσει με τους στίχους του τον πόνο των ανθρώπων, το τραγικό συναίσθημα της ζωής, αλλά πλάι σε αυτά τη χαρά του και την πνευματική του αίσθηση, την τρυφερότητά του, την αγάπη του, την πρότασή του για μια επιστροφή στις πηγές της παράδοσης. Υπογράμμιζε έντονα την υψηλή αξία της ανθρώπινης ζωής και θεωρούσε ότι όσο η πρώτη θέση ανήκει στον Θεό, στα πλαίσια της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης, άλλο τόσο ανήκει και στον άνθρωπο, και ότι ο άνθρωπος αποκτά την αληθινή και πλήρη αξία του μονάχα μετά την ενανθρώπιση του Χριστού.

Χρειάζεται να τονίσουμε πως όταν ο Σαραντάρης μιλά για χριστιανική παράδοση και για τον Χριστό βρίσκεται μακριά από κάθε κομφορμιστική ή στενά θρησκευτική αντίληψη ή ερμηνεία. Και όντας εξίσου γνώστης της αρχαίας φιλοσοφίας και προπαντός του Σωκρατικού-πλατωνικού πνεύματος, όπως έχει δείξει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στην εξαντλητική ανάγνωση των φιλοσοφικών δοκιμίων του Γ.Σ., μπόρεσε να διακρίνει το πέρασμα από το αρχαιοελληνικό πνεύμα στο χριστιανικό και μάλιστα τις διαφορές ανάμεσα σε Ορθοδοξία, Καθολικισμό και Προτεσταντισμό.

Ζώντας για καιρό ανάμεσα σε δύο γλωσσικούς καθρέφτες, τον ιταλικό και τον ελληνικό, δύο ζητήματα τον απασχολούν: το ένα είναι η μοντέρνα ποιητική έκφραση που του είναι οικεία, καθώς αποτελεί την κυρίαρχη έκφραση της εποχής του, τη στιγμή μάλιστα που έρχεται στην Ελλάδα εφοδιασμένος με ευρωπαϊκά διαβάσματα όπως: Μποντλέρ, Ρεμπό, Βαλερί, Ελιάρ από τη γαλλική πλευρά, Λεοπάρντι, Ουγκαρέτι, Κουασίμοντο, Μοντάλε κ.λπ. από την ιταλική.

Το δεύτερο ζήτημα που τον απασχολεί είναι η επιθυμία του να «ποιήσει» (ξέρετε, στα ελληνικά η λέξη ποίηση προέρχεται από το ρήμα ποιώ), να ποιήσει, λοιπόν, σε γλώσσα καθημερινή, δηλαδή στη γλώσσα που μιλά ο λαός, γιατί είναι ολότελα αντίθετος στη δημιουργία ξεχωριστού στυλ στην ποίηση, πράγμα που κριτικάρει έντονα ακόμη και σε μεγάλους ποιητές όπως ο Βαλερί και ο Καβάφης. Ωστόσο, η κίνηση που κατοικεί την ποίησή του είναι η υπέρβαση, το βάδισμα ολοένα πιο πέρα, ένα είδος αέρα που μπορούμε να παραλληλίσουμε με το ρυθμό της άδολης αγάπης, όχι αποκλειστικά προσωπικής, μιας αγάπης μεταφυσικής, που θέλει όλα να τα αγκαλιάσει, να τους μεταδώσει κάτι από το εσωτερικό του σκίρτημα, εκεί όπου ζει η θεία πνοή συμφιλιωμένη με την καρδιακή αίσθηση του ποιητή.

Αν μιλούσαμε λίγο για τη φιλοσοφική του όραση θα λέγαμε ότι ο Σαραντάρης επέμεινε κυρίως στη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης και τη συναίσθησή της ως μεγάλης αξίας, ως μιας ενέργειας απαραίτητης ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να ζήσει αληθινά, ποιητικά, πνευματικά και υπεύθυνα. Είναι απόλυτα προσανατολισμένος στην αναδημιουργία του ανθρώπου στη βάση της αγάπης, της θυσίας και της Ανάστασης. Μας καλεί να κινηθούμε πέρα από την ηδονή, σε ένα είδος υπέρβασης της φύσης και κάθε νατουραλισμού για να φτάσουμε στην πλήρη ακεραίωση μέσα στο Φως της Πίστης και της Αγάπης.

Συνακόλουθα, μας καλεί να εξέλθουμε από τον κόσμο των ιδεών και των θεωριών του δυτικού πολιτισμού για να αντικρίσουμε θαρρετά και πραγματικά το γεγονός του θανάτου και την υπέρβασή του. Να βρούμε μια προσωπική σχέση με την ουσία της ζωής και του κόσμου, αλλά ακόμη και, θα έλεγα, προπαντός, με τα μυστικά ρεύματα μέσα από τα οποία το μύχιο και εν πολλοίς άβρετο εγώ μας ανεβαίνει στην επιφάνεια.

Σύμφωνα με τον Σαραντάρη «τόσο η ζωή όσο ο θάνατος δεν γίνονται έννοιες, δηλαδή αντικείμενα γνώσης» (Σαραντάρης, Εργα, α' τόμ., εις.-επιμέλια Σοφία Σκοπετέα εκδ. Βικελαίας Βιβλιοθήκης 2001, σ. 252). Τα προσεγγίζουμε και τα συλλαμβάνουμε μονάχα μέσα από την προσωπική μας ύπαρξη.

(επεξεργασμένη μορφή τής ομιλίας του)

Διαβάστηκαν μετά μεταφρασμένα στα γαλλικά από τον ομιλητή τρία ποιήματα του Γ. Σαραντάρη.

Από μέσα μου (β'μέρος)

(Τελευταία ποιήματα 1938-1940), ό. π. σ. 84-85.

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

Πάνω στην καταστροφή

Δεν κύτταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους

Δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

Από τη συντροφιά μου

Πως έχασαν τον αγέρα που εγώ αναπνέω

Και πως η μουσική των λουλουδιών

Ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράματα

Δεν έρχεται στ' αυτιά τους

Ακόμα δε χλιμίντρισαν τ' άλογα

Που θα με φέρουν πλάι τους

Να τους μιλήσω

Να κλάψω μαζί τους

Και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους

Ολοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος

Σαν τίποτα να μην είχε γίνει

Σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω απ' τα κεφάλια μας

Ο λίγος χρόνος των πουλιών

(Εικόνες ρέμβης 1938-1939), ό. π. σ.70.

Μέσα στον απέραντο ουρανό

Ο λίγος χρόνος των πουλιών

Είναι λύπη

Είναι χαρά;

Το φως έρχεται

Εκλέγει τα πουλιά

Το φως δεν καταστρέφει

Ανάμεσά μας πάντοτε ένας

Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού

Και που πετάει με τα πουλιά

Μέσα στον αιθέρα

Το τρίτο είναι ένα από τα ποιήματα που ο Σαραντάρης έγραψε στη μνήμη του Ρεμπό:

Θα μας φέρει καρπούς

(1938), ο. π. σ.76.

Θα μας φέρει καρπούς η σελήνη; Αιώνες με όνειρα μας βαυκάλιζε· αλλά την αυταπάτη νιώθουμε τώρα σαν προσβολή· μας πληγώνει το φως που δεν έρχεται σ' επαφή με το δικό μας αίμα.

Θέλουμε η δροσιά, που σταλάζει η σελήνη, να τη γευτεί πρώτα ο ουρανίσκος, και ύστερα να κατέβει στην καρδιά.

Ολες οι παραπομπές είναι από την έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης που επιμελήθηκε η Σοφία Σκοπετέα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Βιβλιοθήκη