Έντυπη Έκδοση

Η Ρούλα Πατεράκη μάς μιλά για τη νέα της παράσταση «Το Μανιφέστο του Πολέμου. Περικλής: η νεύρωση της ηγεμονίας»

«Οταν ένας πόλεμος αξίζει, θέλω να είμαι μέσα»

«Εγώ δεν προτάσσω κάτι. Ούτε έχω ξεκαθαρισμένες ιδέες και απόψεις για το τι είναι Δημοκρατία, τι είναι φασισμός, τι είναι αυταρχισμός. Ειλικρινά, δεν ξέρω»

Θα ήθελε να επεξεργάζεται όλη της τη ζωή, ώς το θάνατο, αποκλειστικά και μόνο τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τον οποίο παρουσιάζει με 30 συνεργάτες στις 25 και 26 Ιουλίου στη Μικρή Επίδαυρο.

Δεν είναι η μοναδική επιθυμία τής Ρούλας Πατεράκη, που δεν θα υλοποιηθεί, αναζητώντας κυριολεκτικά το απόλυτο στη σκηνική αναμέτρησή της με τον Θουκυδίδη. Το όνειρό της θα ήταν ολόκληρη η Ελλάδα να συμμετάσχει στη δουλειά της. Εθελοντικά! Τη συναντήσαμε στην αποθήκη του Βοτανικού, όπου έχει στήσει το εργαστήρι παραγωγής της παράστασης-πρόκλησης «Το Μανιφέστο του Πολέμου. Περικλής: η νεύρωση της ηγεμονίας».

- Πότε ξεκίνησε η επιθυμία, η ιδέα της παράστασης του Πελοποννησιακού Πολέμου, κυρία Πατεράκη;

«Ζούσε ακόμα ο Γιάννης (σ.σ. Πάνου, ο διά βίου σύντροφός της), ήταν 3-4 χρόνια προτού φύγει, όταν πρώτη φορά θέλησα να δουλέψω τον Θουκυδίδη. Τον διάβαζα και ήθελα να τον δω σαν θέατρο. Και, βέβαια, όχι ως ένα κανονικό θέατρο, δεν γίνεται, ιστορία είναι, αλλά ως έναν τρόπο παρουσίασης που να έχει το πνεύμα του πολέμου. Με ενδιέφερε ο πόλεμος χρόνια πριν. Το είχα συζητήσει με τον Γιάννη και μου είχε πει ότι είναι ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο. Του απάντησα ότι είναι ένα πολύ προσωπικό σχέδιο. Δεν ξέρω αν είναι φιλόδοξο, επειδή έχω αυτή τη μανία με τον πόλεμο γενικά ως άνθρωπος».

- Δεν είστε όμως η ίδια πολεμοχαρής...

«Τι εννοείτε; Γιατί σε πολλά σημεία είμαι πολεμοχαρής!».

- Δίνετε την εντύπωση ενός ανθρώπου που μάλλον θα προτιμούσε να αποφύγει τη διένεξη.

«Οταν ένας πόλεμος αξίζει τον κόπο, θέλω πάρα πολύ να είμαι κι εγώ μέσα σε αυτόν».

- Εχετε πολεμήσει, δηλαδή;

«Εχω πολεμήσει πολλές φορές στη ζωή μου».

- Κι ενώ ο σύντροφός σας σάς απέτρεψε, δεν πτοηθήκατε. Και ας περνούσαν τα χρόνια...

«Είπα, θα προσπαθήσω έστω ένα μέρος του, εστιάζοντας στον πόλεμο και στον τρόπο που τον προσεγγίζει ο Θουκυδίδης. Ο λόγος του είναι περίεργα ασύνταχτος, έχει μια ισχυρή δηλαδή προφορικότητα, η οποία πολλές φορές με έκανε να σκεφτώ ότι έχει θεατρικότητα. Αλλά κυρίως μου έκανε εντύπωση η προσωπικότητά του. Γιατί πρώτ' απ' όλα ήτανε ακατάταχτη η ματιά του, δεύτερον χαοτική, τρίτον δεν μπορούσα να βρω αρχή, μέση και τέλος στον πόλεμο. Τέταρτον, δεν μπορούσα να καταλάβω πότε ακριβώς τον έγραψε τον πόλεμο. Κατά τη διάρκειά του, πριν ή μετά; Πώς ήταν φτιαγμένη η αφήγηση στο μυαλό του; Είχα περιέργεια γιατί σταμάτησε τη συγγραφή, πότε σταμάτησε. Δεν ήξερα και δεν μπορούσα να βρω θετικά πότε πέθανε. Δεν ήξερα καθόλου θετικά πόσο καιρό διήρκεσε η εξορία του, αν ήταν αυτοεξορία ή πραγματικά μετά την ήττα του τον εξόρισαν οι Αθηναίοι. Ηταν πολύ μυστηριώδης για μένα. Και κάθε φορά που ένας συγγραφέας αποτελεί για μένα μυστήριο, μου εξάπτει την περιέργεια. Γι' αυτό καταπιάστηκα τελικά με τον Θουκυδίδη».

- Πότε κάνατε την πρώτη απόπειρα ώστε να γίνει παράσταση;

«Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το 2004. Είχα κάνει αίτηση στο υπουργείο Πολιτισμού καταθέτοντας και το σχέδιο. Δεν έγινε ποτέ τίποτα. Αφού μου ανέθεσε κάτι άλλο ο Γ. Λούκος, του μίλησα για τον Πελοποννησιακό. Αλλά το budget ήταν πάρα πολύ υψηλό και καταλάβαινα φυσικά ότι δεν μπορούσε να γίνει. Και το σχέδιο δεν προχώρησε. Ηδη είχαμε ξεκινήσει μια προεργασία με τη Δηώ Καγγελάρη, αναζητώντας και κονδύλια. Τελικά έγινε κάτι άλλο στη θέση του. Και τα χρόνια περνούσαν...»

- Η σχέση σας με το κείμενο, αλλά και η σκέψη σας για τον τρόπο που θα παρασταθεί, μετατοπίστηκαν, άλλαξαν από τότε;

«Πολλές φορές. Ακόμα και τώρα, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του. Είναι πολύ ρευστό».

- Ποια είναι η μέθοδός σας;

«Ο τρόπος μας είναι πολύ ερευνητικός. Καταλαβαίνω ότι θα απαιτούσε πάρα πολύ καιρό, να γίνεται χρόνια.

»Θα μπορούσε να είναι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος η μοναδική μου δουλειά πια. Να κάνω μόνο τον Πελοποννησιακό Πόλεμο μέσα στα χρόνια. Με ηθοποιούς, με τεχνολογία, χωρίς τεχνολογία... Μέχρι και να πεθάνω. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα είχα ένα... εργαστήριο κεφαλαίων για να μπορεί να χρηματοδοτείται».

- Τόσο πολύ λοιπόν σας εμπνέει ο Θουκυδίδης;

«Με ενδιαφέρει πολύ ο πόλεμος. Και γι' αυτό ονομάζω τη δουλειά μας "Μανιφέστο του Πολέμου"».

- Κάτι που είναι έξω από τις προθέσεις όμως του ίδιου του Θουκυδίδη. Δεν έγραψε ένα μανιφέστο.

«Εγώ σας λέω τι ήθελα να πω εγώ. Πρώτ' απ' όλα, το project θα εξελίσσεται σε τρία χρόνια. Το πρώτο μέρος, όπου επικεντρώνομαι σε 2-3 χρόνια πολέμου, έχει περισσότερο σχέση με την ηγεμονία της Αθήνας και με τη διακυβέρνηση του Περικλή. Με αυτό καταγίνομαι. Εξ ου και ο υπότιτλος "Περικλής: η νεύρωση της ηγεμονίας". Ο Περικλής είναι και μια προσωπικότητα που εγώ δεν θέλω να δω ως ευθύγραμμη και ευθέως ανάλογη με το ελληνικό μεγαλείο και το ελληνικό κλέος».

- Ποιος είναι ο δικός σας Περικλής;

«Δεν υπάρχει δικός μου».

- Ο Περικλής της παράστασης;...

«Δεν υπάρχει ο Περικλής στην παράσταση. Υπάρχει ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο οποίος όντας σημερινός και με πνεύμα σημερινό αρθρώνει το λόγο του Περικλή, ο οποίος δεν ξέρω κι αν είναι τελικά ο λόγος του Περικλή ή ο λόγος του Θουκυδίδη. Ποτέ δεν θα μάθω».

- Την παράσταση τη δουλεύετε με 50 ηθοποιούς;

«Περίπου 30, αλλά θα ήθελα να την κάνω με όλη την Ελλάδα. Ολη την Ελλάδα εθελοντές θα ήθελα στον Πελοποννησιακό».

- Υπάρχουν ιδεολογικοί πόλοι γύρω από τους οποίους κινείστε;

«Δεν έχω αυστηρά κριτήρια. Είναι μεγάλη αγάπη αυτό το έργο. Κι όσο πιο πολύ το μελετάω τόσο μου λέει "είμαι ακαλούπιαστο"!».

- Δεν εργαστήκατε αυστηρά επιστημονικά;

«Μόνο επιστημονικά, αλλά όχι ιδεολογικά. Γιατί το επιστημονικό είναι αντιδεοντολογικό σε πολλά πράγματα. Εγώ δεν προτάσσω κάτι. Ούτε έχω ξεκαθαρισμένες ιδέες και απόψεις μέσα στα χρόνια για το τι είναι Δημοκρατία, τι είναι φασισμός, τι είναι αυταρχισμός, τι είναι αμερικάνικη Δημοκρατία, τι είναι η Γερμανία της Μέρκελ. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Κι αν υπάρχει κάποιος σήμερα στην Ελλάδα, ή στον κόσμο, που το ξέρει, ας έρθει να μου το πει. Εγώ ξέρω ένα δόγμα σήμερα. Παγκοσμιοποίηση-αντιπαγκοσμιοποίηση. Είναι ένα, αλλά είναι τόσο περίπλοκο. Ενας λόγος που θεωρώ τον Πελοποννησιακό σήμερα μανιφέστο του πολέμου είναι γιατί σε μια μίνι μορφή ζούμε έναν παγκοσμιοποιημένο εμφύλιο πόλεμο σήμερα. Ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος που δίδαξε τον πόλεμο με έναν τρόπο στον οποίο όλη η Δύση πρέπει να βασιστεί».

- Η παράστασή σας συνδέεται με την επικαιρότητα με κάποιον τρόπο, θέλετε να διασυνδεθεί με το παρόν;

«Καθόλου. Κάποια στιγμή πίστευα ότι μπορεί να υπάρχει μια αντιστοιχία μεταξύ Σοβιετικής Ενωσης και Σπάρτης και Αρχαίας Αθήνας και ΗΠΑ. Τώρα βρίσκω ότι αυτό είναι βλακώδες. Αυτό που θέλω είναι να συγκινήσει όσο μπορεί περισσότερο, και όχι να διδάξει. Κάποιος που θα ακούσει τις λέξεις "Λακεδαιμόνιος" και "Αθηναίος", αν είναι Λακεδαιμόνιος ή Αθηναίος μπορεί να σκεφτεί ότι ίσως βαθιά μέσα του, έπειτα από τόση Τουρκοκρατία και τόσον εκφυλισμό και ξύλο, κάπου βαθιά σε έναν από τους κόκκους του μυαλού του υπάρχει το "φτέρνισμα" του Θουκυδίδη. Δεν το αποκλείω. Δεν θεωρώ ότι είναι άγνωστός μας ο Θουκυδίδης. Νομίζω ότι καταλαβαίνω αυτά που λέει, καταλαβαίνω τον Βρασίδα, τον Κλέωνα, τον Αλκιβιάδη...».

- Ζούμε, όπως προαναφέρατε, και σήμερα έναν εμφύλιο;

«Εγώ πιστεύω πως έχει τελειώσει και ο Γ' Παγκόσμιος και πάμε για τον Δ'. Τα πυρομαχικά του είναι η υπερανεπτυγμένη τεχνολογία, η έξυπνη βόμβα. Οι πόλεμοι αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι απολύτως αναίμακτοι. Ο σημερινός εμφύλιος δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά όλο τον κόσμο. Ο πόλεμος άλλωστε σήμερα δεν είναι ένα πράγμα. Μπορεί να είναι μια εισβολή αλλά και η άφιξη κάποιου από την Τζέντα με έναν ιό. Αυτό δεν απέδειξε και ο Θουκυδίδης ότι είναι ο λοιμός;».

- Δεν είναι αλαζονικό από πλευράς σας το ότι για να δει κάποιος το Ολον, τον Πελοποννησιακό Πόλεμο στο σύνολό του, να πρέπει να κατεβεί στην Επίδαυρο τρεις συνεχόμενες χρονιές;

«Πολλοί θα με χτυπήσουνε. Υπάρχει τρομακτική προκατάληψη. Αλλά δεν μπορώ σε ένα μέρος να τα δείξω όλα. Ελπίζω ήδη με το πρώτο μέρος να καταλάβει κάποιος το μεγαλείο και τη φρίκη του πολέμου. Η δουλειά μας δεν προσπαθεί να έχει συναίσθημα ή να υποκλιθεί στην αρχαιότητα. Ούτε καν στο μεγαλείο του Θουκυδίδη. Ούτε καν του Περικλή. Προσπαθούμε με τις δικές μας δυνάμεις να αναγνώσουμε το έργο. Και θα μας κρίνει κι εμάς η ιστορία, αφού κάνουμε ιστορία. Κι επειδή όμως πολλά λέγονται για το αν γίνεται ή όχι, αναρωτιέμαι ποιος είναι αυτός που μπορεί να πει "αυτό γίνεται" και "αυτό δεν γίνεται"; Ως αυθεντία τίνος πράγματος και υπό ποία ιδιότητα; Θα μου πείτε, δηλαδή, ότι ήρθε ο Θουκυδίδης και του ψιθύρισε στο αυτί ότι "δεν γίνομαι θέατρο";».

Δημήτρης Λιγνάδης: «Η κοινωνία μας ξεβολεύτηκε»

«Είναι το πιο ανατριχιαστικά σύγχρονο έργο ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Και σε σχέση με όλα τα κείμενα που ανεβαίνουν φέτος στο Φεστιβάλ, αλλά και για τους Ελληνες σήμερα. Δεν υπάρχει πιο σύγχρονο κείμενο στο ιστορικό momentum που ζει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, για να μην πω ολόκληρο το νεότερο ελληνικό κράτος. Γι' αυτό που λέμε Ελλάδα με τα χίλια προτερήματα και τα χίλια εκατό ελαττώματα. Είναι σχεδόν προφητικό!», υποστηρίζει ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο ηθοποιός που επωμίζεται τους λόγους του Περικλή και έχει διαγνώσει εγκαίρως και τον εμφύλιο σπαραγμό της νεοελληνικής κοινωνίας και τη βασανιστική αβεβαιότητα που την ταλανίζει. «Η κοινωνία μας -λέει- βρίσκεται σε μια αβεβαιότητα γιατί ξεβολεύτηκε. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο Ελληνας έβλεπε την επανάσταση ως κάτι που αφορά αποκλειστικά τους άλλους. Κι όταν το σύστημα άρχισε να τον ξερνάει, προέκυψε αντισυστημικός!».

Ζητούμενο δεν θεωρεί μόνο η Ελλάδα «από τα 300 ευρώ να επιστρέψει στα 1.300», αλλά και μετά το σημερινό «πόλεμο» να προκύψει μια νέα Ελλάδα. «Θα κοιταχτούμε στον καθρέφτη και θα αλλάξουμε ή θα ξαναγίνουμε τα ανθυπολαμόγια που ήμασταν όλοι μας και από το κεφάλι και πάνω ήμασταν αριστεροί και από το κεφάλι και κάτω δεξιοί;!».

i info

Μικρή Επίδαυρος 25-26 Ιουλίου. Μετάφραση: Γ. Λιγνάδης. Δραματουργία-διασκευή-σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη. Σύμβουλοι: Μάνος Λαμπράκης, Δημ. Κουρτάκης. Με τους: Διώνη Κουρτάκη, Μαριάνθη Σοντάκη, Αθηνά Μαξίμου, Ελένη Ερήμου, Γ. Παπαπαύλου Ευτυχία Γιομελά κ.ά.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Συνεντεύξεις