Έντυπη Έκδοση

Η τελετουργία του θεάτρου

Γιάννης Μαυριτσάκης, «Μετατόπιση προς το ερυθρό»
**Σκηνικός χώρος-σκηνοθεσία: Θάνος
Παπακωνσταντίνου Helter Skelter Company Φεστιβάλ Αθηνών- Πειραιώς 260 (Η)

Στην πρώτη εικόνα, ένας Θηριοδαμαστής εκθέτει τα παράξενα ζώα του τσίρκου του. Στην τελευταία σκηνή, μια Βασίλισσα κτήτωρ και τροφοδότρια ενός υποτακτικού άντρα. Ενδιαμέσως, μια συζήτηση-ανάκριση μεταξύ ενός Επόπτη κι ενός νέου άντρα εταιρικού στελέχους που φέρει το όνομα Ξενιστής. Ενδιαμέσως, μια Πρακτικογράφος εταιρείας εμφανώς ταραγμένη, ως Αγγελος τραγωδίας, προσπαθεί να αφηγηθεί τα όσα φρικτά συνέβησαν εκτός σκηνής, κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας.

Ο Γιάννης Μαυριτσάκης, με το τελευταίο έργο του, βυθίζεται στα πλέον απύθμενα σκότη του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης κατάστασης, καθώς το δραματικό του μικροσύμπαν διαστέλλεται και όλα μετατοπίζονται -στην αστρονομία η φράση του τίτλου σημαίνει αυτήν ακριβώς τη διαστολή του σύμπαντος. Σε αυτή τη «μετατόπιση» τίποτα δεν μένει ανέπαφο: τα όρια του ανθρώπινου και του ζωώδους, του φυσικού και του παράδοξου, του αρσενικού και του θηλυκού διαλύονται.

Εγκέφαλος θρεμμένος με κόπρανα

Ο εγκέφαλος του καθόλα φυσιολογικού ως ατόμου Ξενιστή εκρήγνυται την ώρα της σύσκεψης, καθώς εγκυμονεί, ως άλλος Δίας, όχι τη Θεά της Σοφίας, αλλά ένα παράξενο ον που καταβροχθίζει τους πάντες, όπως διηγείται η μόνη διασωθείσα της τραγωδίας Πρακτικογράφος. Αυτός ο ίδιος Ξενιστής, στην τελευταία εικόνα, θα αφεθεί να τραφεί σε στάση Πιετά από τη Βασίλισσα με κόπρανα ζώων, αλλά και πολύτιμα δικά της, κατευνάζοντας τον πονοκέφαλό του, το μοναδικό παροδικό πρόβλημα που ομολογεί ότι έχει στη συζήτησή του με τον Επόπτη. Τρέφει έτσι με περιττώματα τον εγκέφαλό του και ό,τι αυτός επωάζει και γεννά.

Κείμενο δύσκολο, αποσπασματικό, ανοικτό σε ερμηνείες, δυνατό και έντονα αλληγορικό, η «Μετατόπιση» του Μαυριτσάκη μπορεί να αναγνωστεί ως σήμα ή απεγνωσμένη κραυγή για την ιδεολογικοπνευματική μας τροφή σε έναν κόσμο σε διάλυση και αυτό που κατά συνέπεια γεννάμε ως προϊόντα σκέψης και συμπεριφοράς. Τρεφόμαστε άκριτα με τις ακαθαρσίες των άλλων, όπως τα γουρούνια, παραδομένοι στην αποκτήνωση. Μετατρεπόμαστε στα ζώα του τσίρκου, που εκθέτει υπερήφανος για τις ιδιαιτερότητές τους ο Θηριοδαμαστής. Σε εκτρώματα.

Κοπρολαγνεία και αισθητική

Ο νεαρότατος σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου, δημιουργός με ολοκληρωμένη αισθητική θεατρική άποψη, όπως αποδείχθηκε από τις προηγούμενες δουλειές του «Venison» (2012) και «Pedestal» (2013), εμπνευσμένες από «Αγαμέμνονα» και «Χοηφόρους» αντίστοιχα, είχε να αναμετρηθεί με ένα δύσκολο, απαιτητικό, μη δοκιμασμένο σκηνικά σύγχρονο κείμενο. Σε αντίθεση με συνομήλικούς του σκηνοθέτες, που δίχως όραμα και σκηνική μέθοδο απασχολούν διαρκώς τα έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, ο Παπακωνσταντίνου, δουλεύοντας διακριτικά, αποδεικνύει ότι έχει αφομοιώσει δημιουργικά την αισθητική και τεχνική μεγάλων σύγχρονων Ευρωπαίων σκηνοθετών (Καστελούτσι, Ουίλσον, κ.ά.) και είναι σε θέση να καταθέτει πλέον την προσωπική του σκηνική άποψη.

Τη σκηνοθεσία του χαρακτηρίζει ύψιστη αισθητική δημιουργία σε συνδυασμό με διδασκαλία λόγου των ηθοποιών, που δηλώνει ολοκληρωμένη άποψη έπειτα από βάσανο πάνω στο κείμενο και την ερμηνεία του. Συστατικά που επιτρέπουν να παραδεχθώ ότι η παρούσα σκηνοθεσία του είναι αναμφισβήτητα η καλύτερη σκηνοθεσία που γνώρισε έργο του Μαυριτσάκη έως σήμερα.

Αν ο λόγος, στην τέταρτη εικόνα, μεταστρέφεται σε κοπρολαγνικό, αφ' ενός αυτός εκφέρεται από το στόμα της Βασίλισσας-Αμαλίας Μουτούση με μελωδικότητα, απλότητα, αφοπλιστικός και, αφ' ετέρου, ακούγεται σε σκηνικό περιβάλλον εικαστικών αναφορών, με τα σώματα των ηθοποιών να κινούνται αργά και τελετουργικά, δημιουργώντας αποφασιστικής σημασίας αντίστιξη, καθιστώντας τον έτσι άγρια ποιητικό.

Σκηνικά επίπεδα

Με την έναρξη της παράστασης αποκαλύπτεται μια παραλληλόγραμμη γούρνα με λάσπη-ακαθαρσίες, πλαισιωμένη από ολόλευκο σκηνικό, με μια γυναικεία μορφή να αποσύρεται στα πλάγια σέρνοντας πίσω της την τεράστια φιδίσια ουρά του ολοπόρφυρου φορέματός της. Αμέσως μετά εμφανίζεται ο Θηριοδαμαστής και τα τρία παράξενα όντα του, όλοι με ολόλευκα απροσδιόριστης παλαιότερης εποχής κοστούμια, λευκά πρόσωπα, μαλλιά λευκά, ενώ σταδιακά θα μπουν στη γούρνα, θα γεμίσουν ακαθαρσίες που θα απλωθούν, σπιλώνοντάς το, στο ολόλευκο σκηνικό. Η εικονοκλαστική αντίληψη του Καστελούτσι, όπου η μια εικόνα εισβάλλει μεταλλάσσοντας την άλλη, συνυπάρχοντας μαζί της, είναι εδώ, συνιστώντας όμως το συνδετικό κρίκο μεταξύ της πρώτης και τελευταίας σκηνής. Οταν θα αποκαλυφθεί η τελετουργία της κοπροτροφής.

Η δεύτερη και τρίτη σκηνή διαδραματίζονται σε ένα δεύτερο ως προς το βάθος αλλά και το ύψος επίπεδο, όπου στις δύο άκρες μακρόστενου τραπεζιού κάθονται ο Επόπτης και ο Ξενιστής. Τα όντα του πρώτου επιπέδου θα εισβάλουν σταδιακά και εδώ λερώνοντας με τις βρομιές τους τον ολόλευκο χώρο. Ετσι, όταν θα εισβάλει πλέον η Πρακτικογράφος γεμάτη αίματα και υγρά από τα κατακρεουργημένα σώματα των στελεχών, η σκηνή έχει ήδη μεταβληθεί σε τόπο όπου συνέβη το αποτρόπαιο.

Η τέταρτη σκηνή λαμβάνει χώρα σε ένα τρίτο, υψηλότερο επίπεδο, όπου κυριαρχούν οι τραγίσιες μάσκες-διάκοσμος και η Βασίλισσα με το κόκκινο φόρεμα, του οποίου η ουρά με κάθε της κίνηση περιτυλίγει με ακρίβεια τον Ξενιστή.

Εξαιρετική αρμονία συντελεστών

Ο σκηνικός χώρος από το σκηνοθέτη, τα σκηνικά και τα έξοχα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, η κίνηση που δίδαξε με ακρίβεια και ποίηση η Χαρά Κότσαλη, ο έξοχος σχεδιασμός φωτισμών της Χριστίνας Θανάσουλα, η υποβλητικότητα και επιβλητικότητα στη σύνθεση ήχων του Αντώνη Μόρα και στον ηχητικό σχεδιασμό-δραματουργία φωνών του Δημήτρη Καμαρωτού, λειτούργησαν όλα για την ανάδειξη μιας θεατρικής τελετουργίας, ενός μυσταγωγικού όσο και καταραμένου θεατρικού κειμένου-γεγονότος.

Στη δραματολογική υποστήριξη, η Τζωρτζίνα Κακουδάκη, συνεργάτις σκηνοθέτη και συγγραφέα, συνετέλεσε πρώτιστα και αποφασιστικά στην ευτυχή τους συνεύρεση.

Πέντε εξαίρετοι ηθοποιοί σήμαναν την ολοκλήρωση της καλύτερης παράστασης του Φεστιβάλ: η Αμαλία Μουτούση-Βασίλισσα δημιούργησε κινησιακά και φωνητικά ένα εξώπλασμα θελκτικό και αποτρόπαιο, σε μια ερμηνεία που έσπαγε κάθε προηγούμενη περφόρμανς της. Η Αλεξία Καλτσίκη-Πρακτικογράφος έδωσε στο μακροσκελή της μονόλογο το κύρος τραγωδιακής αγγελικής ρήσης, με πλείστες όσες φωνητικές διαβαθμίσεις και κινησιολογία-στρέβλωση του σώματος που αποκάλυπτε όσα ο λόγος δεν μπορούσε να εκφέρει. Ο καθηλωτικός Αντώνης Μυριαγκός-Επόπτης με καθαρή φωνή έδωσε με την κίνησή του το απρόβλεπτο παραξένισμα, ενώ ο σκηνοθέτης ως Ξενιστής έπεισε ακόμη μια φορά για την υποκριτική του δεινότητα.

Ο πολύ καλός στον εναρκτήριο μονόλογό του Μάριος Παναγιώτου-Θηριοδαμαστής, μαζί με τις Κατερίνα Σπυροπούλου, Αμαλία Κοσμά και Νάντη Γώγουλου άνοιξαν πολύτιμο διάλογο με τις ουιλσονικές μηχανοποιημένες φιγούρες και τις άχρονες καστελούτσειες τελετουργικές μορφές.

Παράσταση εξαίρετη, που τιμά το Φεστιβάλ και πρέπει να συνεχιστεί το χειμώνα σε νέα στέγη.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου
Θέατρο