Έντυπη Έκδοση

Από τα εν οίκω στα εν δήμω

Στον τόμο που επιγράφεται Ιων Δραγούμης και καλύπτει την περίοδο 1908 - 1920, -μία δωδεκαετία όλη κι όλη- τα του δράματος πρόσωπα είναι τρία. Ο Ιων Δραγούμης, η Μαρίκα Κοτοπούλη από τη μια πλευρά, η Πηνελόπη Δέλτα από την άλλη.

Το αφηγηματικό νήμα ξετυλίγεται σε δύο επάλληλους χρόνους.

Ο ένας χρόνος συμπορεύεται με τα συμβάντα: ο Δραγούμης σημειώνει περιστατικά του βίου του σε πρώτο πρόσωπο και έτσι συγκροτείται ο κεντρικός ιστός της διήγησης.

Ο άλλος χρόνος είναι ο εκ των υστέρων επιμνημόσυνος χρόνος: η Πηνελόπη Δέλτα προβαίνει στον σχολιασμό των σημειώσεων εκείνου. Ο γυναικείος λόγος ή μονόλογος έχει ως πυρήνα αναφοράς τον ανδρικό λόγο. Σε αυτά τα πολύτιμα Documents humains από ξένη ψυχή, όπως η ίδια τα ονομάζει, εκείνη διαμεσολαβεί ανάμεσα στο παρελθόν -στον απόντα Ιωνα Δραγούμη- και το μέλλον, τους επιγενόμενους, τους δυνητικούς αναγνώστες.

Τον απόντα Ιωνα Δραγούμη: Απόντα από τον δικό της προσωπικό ορίζοντα, απόντα οριστικά από τη ζωή. Θυμίζω τη χρονολογία: κατακαλόκαιρο του 1920, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, η πολιτική δολοφονία του Ιωνα.

Οταν η Δέλτα αναλαμβάνει τον ρόλο του ερμηνευτή των γραφών, για να διασώσει στον αιώνα αλώβητη τη μνήμη εκείνου, όλα -ή σχεδόν όλα- έχουν παιχτεί. Εκκρεμεί ο αυτοχειριασμός της - άνοιξη του 1941.

Η Πηνελόπη Δέλτα από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και ύστερα αποφασίζει από σιωπηλή αναγνώστρια των ιερών χαρτών να μεταβληθεί σε δυναμική αφηγήτρια. Αντί για το εν ζωή ερωτικό σώμα, κατέχει τώρα υποκατάστατα κειμήλια, τα χειρόγραφα εκείνου. Οικειοποιείται λοιπόν τα ημερολόγιά του, και αντιγράφοντάς τα, σημειώνει στον γεωγραφικό χάρτη με πάσα λεπτομέρεια τα δρομολόγιά του. Αναπαριστά ιδεατά τις μετακινήσεις του γυρεύοντας να παγιδεύσει, μέσα από τις λέξεις, το εξ ορισμού φευγαλέο αντικείμενο του πόθου. Αναμφίβολα, μετά θάνατον, ο Ιων Δραγούμης τής ανήκει ολοκληρωτικά.

Οι συγκεκριμένες αρχειακές μαρτυρίες μάς επιτρέπουν την πρόσβαση στην αθέατη πλευρά του βίου και των δύο ιστορικών προσώπων, τόσο της Δέλτα όσο και του Δραγούμη. Στα δύο πρώτα τετράδια του βιβλίου, η αξιοσέβαστη Κυρία Στεφάνου Δέλτα κόρη Μπενάκη, περιώνυμη συγγραφέας παιδικών βιβλίων, παρεμβαίνει δραστικά στις εκμυστηρεύσεις του απόντος με στόχο να αποδομήσει φραστικά τη σχέση Δραγούμη - Κοτοπούλη. Εξιδανικεύοντας στο έπακρο εκείνον εκφράζει το μίσος που τρέφει για εκείνην, την αντίζηλό της.

Ετσι λοιπόν εισδύουμε στα ενδότερα, στον κοιτώνα του ζεύγους Δραγούμη - Κοτοπούλη, με οδηγό τη Δέλτα. Παρακολουθούμε Σκηνές από έναν γάμο - έναν γάμο βέβαια των αρχών του 20ού αιώνα που δεν τελέστηκε ποτέ με τις ευλογίες της Εκκλησίας, μια ελεύθερη ερωτική συμβίωση, ανάμεσα στη θεατρίνα και στον αριστοκράτη. Θυελλώδης σχέση που πολεμήθηκε, αλλά και σε πείσμα των κοινωνικών κατατρεγμών επιβίωσε. Οταν λοιπόν η Μαρίκα Κοτοπούλη (από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου) εμφανίζεται στο προσκήνιο, γνωρίζουμε ότι καταλαμβάνει ήδη τη θέση εκείνης στη ζωή του Ιωνα: η Δέλτα έχει τεθεί, εκ των πραγμάτων, σε δεύτερο πλάνο, έχει γίνει η άλλη, η πρώην.

Ας σταθούμε για λίγο στο σημείο αυτό. Η αντιπαλότητά της απέναντι στην Κοτοπούλη δεν προκύπτει, πιστεύω, τόσο από την αναμεταξύ τους εκκωφαντική διαφορά όσο από την υποδόρια ταύτιση. Οταν η Δέλτα προβάλλει την επιθετικότητά της στο πρόσωπο εκείνης, δεν κάνει άλλο παρά να μεταφέρει την εσωτερική της ψυχική σύγκρουση -τη διαπάλη με τον εαυτό της. Στα έγκατα της ψυχής της λαχταράει, οριακά, έστω για μία ημέρα, έστω για λίγες ώρες να μεταμορφωθεί στην άλλη, σε αυτή τη γυναίκα τη δίχως περγαμηνές, που γνώρισε τις ηδονές και άντεξε την κοινωνική απαξίωση. Ο,τι δεν κατόρθωσε η ίδια.

Η Κοτοπούλη γίνεται λοιπόν για τη Δέλτα ένα σύμβολο τόσο πιο μισητό όσο της αποκαλύπτει μία ή και πολλές πτυχές του δικού της απαγορευμένου ερωτικού εαυτού. Οσο την κάνει να συνειδητοποιεί την ανομολόγητη επιθυμία της να βρεθεί στη θέση της θεατρίνας, της θεατρίνας που βίωσε εκείνα που η ίδια στερήθηκε. Δύο γυναίκες συνυπάρχουν στην ψυχή της μιας, της Πηνελόπης Δέλτα.

Ο πουριτανισμός είναι τόσο πιο έντονος όση η επιθυμία που θέλει να καταπνίξει.

Η πολεμική Δέλτα επιστρατεύει το εύκολο πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης. Εκεί έχει υπεροπλία, η έκβαση της μάχης θα είναι νικηφόρα. Οξύνει λοιπόν στο έπακρο την αβυσσαλέα κοινωνική αντίθεσή της με εκείνην, την ακαλλιέργητη και από πολύ χαμηλά στρώματα βγαλμένη, με πολλή προστυχιά στην ανατροφή της και με ανυπόφορη ασχήμια στο περιβάλλον.

Οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στο κοινωνικά συμπαγές, υπεροπτικό εμείς (Ιων / Πηνελόπη) και σε εκείνην τη θεραπαινίδα της υποκριτικής που ήταν φύσις κατωτέρα, που έπαιξε όλα τα ρόλα, και τα παιδικά και τα τραγικά και τα πιο ξετσίπωτα.

Αλλά τα πράγματα συμβαίνουν μέσα στην ιστορία και όχι σε κόσμους υπερκόσμιους. Η ερωτική Δέλτα, αυτή η γυναίκα των αρχών του 20ού αιώνα, είναι πρόσωπο ιστορικό - το ερωτικό αδιέξοδό της είναι ιστορικό αδιέξοδο. Ζει στην κόψη του ξυραφιού, ακροβατεί αλλά και σπαράσσεται διχασμένη ανάμεσα στα παλαιά ήθη και στη νεωτερικότητα, αναζητώντας, στα τυφλά, μια νέα ταυτότητα. Δίχως αρωγό την ιστορική πείρα, αγωνίζεται, μόνη και αδικαίωτη, να διαχειριστεί αυτήν την αθέμιτη ατομική εξέγερση.

Αντί να πραγματοποιήσει τον έρωτα και να πραγματωθεί εντός του, κατακρεουργεί την επιθυμία της, δίχως να αντικρίσει ποτέ καταπρόσωπο τον άγγελο της ηδονής στα βασιλικά πάνσεπτα δώματα.

Εχτισα έναν τάφο μέσα μου, θα γράψει, όταν, ηττημένη κατά κράτος, επιστρέφει στα σπιτίσια καθήκοντά της. Εχει επιλέξει διά βίου την οδύνη, το πένθος ως ένδυμα ψυχής, τα φαιά ως κάλυμμα του σώματος.

Από το πρώτο εσωτερικό σκίρτημα στο αντίκρισμα του Ιωνα, στην αυγή του 20ού αιώνα, έως τη στιγμή που θα τολμήσει να μεταβολίσει τα απαγορευμένα συναισθήματα στον γραπτό λόγο, θα περάσουν κάποια χρόνια. Οσα δεν διατύπωσε προφορικά, τα ελευθερώνει τώρα, αποτυπώνοντας τη δραματική ψυχή της σε εκατοντάδες σελίδες βασανιστικής ενδοσκόπησης.

Εσπασα τις σφραγίδες που τόσα χρόνια βούλωναν τους φακέλλους, σημειώνει, το 1925, η Δέλτα, και ξαναβούτηξα στη λάβρα του καϋμού.

Δεν υπάρχει ανάλογο αφηγηματικό διάβημα στη βραχύχρονη διαδρομή εγχώριου έντυπου γυναικείου λόγου. Η Δέλτα δεν έχει πίσω της κληρονομιές στην παραγωγή γραφής από ελληνίδες ομότεχνές της, δεν πατάει σε καμία «ιστορική συνέχεια» παραδεδομένης ευγλωττίας. Πρόκειται για ένα εγχείρημα δίχως προηγούμενο, όπου το εγώ προβάλλει για πρώτη φορά καταιγιστικά και εκτατικά στα ελληνικά γράμματα. Μια γυναίκα λοιπόν καταθέτει την εν θερμώ εμπειρία, τοποθετεί το ερωτικό συναίσθημα στο ανατομικό τραπέζι. Από τα εν οίκω στα εν δήμω.

Ασφαλώς στον μονόλογό της δεν κάνει λογοτεχνία. Ούτε και έχει την πρόθεση να κατασκευάσει ένα νεωτερικό αφήγημα . Είναι ο εξεγερμένος εαυτός της που σπάει το καλούπι μιας κανονιστικής καλλιέπειας του καιρού της.

Ισως μέσα από το λογοτεχνικό κλίμα της Ευρώπης, από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '20, έχουν φτάσει έως εκείνην κάποιες άλλες γυναικείες φωνές - είτε εκφράζονται από άνδρες είτε -σπανιότερα - από γυναίκες συγγραφείς. Λόγου χάριν η φωνή της Βιρτζίνια Γουλφ -ο μονόλογος της κυρίας Ντάλαγουεϊ- αλλά και ο μονόλογος της Μόλι Μπλουμ από τον Οδυσσέα του Τζόις. Οπως και να 'ναι, έστω έμμεσα, οι προλαλήσαντες καθιστούν και το δικό της εγχείρημα εφικτό.

Ερώτημα: Η ανατομία του ερωτικού συναισθήματος αποσκοπεί σε «θεραπεία μέσω της γραφής»; Δεν τεκμηριώνεται κάτι τέτοιο. Ομως, οι ιδέες περί υποσυνειδήτου κυκλοφορούν στον αέρα - η ψυχανάλυση είναι μέθοδος δόκιμη στους ευρωπαϊκούς, και μάλιστα γερμανόφωνους, ιατρικούς κύκλους, όπου καταφεύγει η Δέλτα όταν, ήδη από τις αρχές του αιώνα, διαταραγμένη, περνάει στα χέρια θεραπευτών της ψυχής. Στη Βέρνη, το 1906,ο docteur Dubois. Στη Βιέννη, το 1908, ο docteur Friedmann.

Αργότερα, το 1911, στη Φρανκφούρτη ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης θα της προτείνει να δει έναν καλό ψυχολόγο, γνωρίζοντας το αίτιο της εδραιωμένης πλέον μελαγχολίας. Εκείνη θα αρνηθεί. Και το όνομα αυτού: Σίγκμουντ Φρόιντ.

Το δεύτερο μέρος αντιστοιχεί στην τετραετία 1917 -1920, στα χρόνια της εξορίας του Ιωνα Δραγούμη στη Σκόπελο, δεύτερης εξορίας μετά την Κορσική. Τα δύο τετράδια τα παρέδωσε η Δέλτα το 1929 στην κόρη της, με ιδιαίτερη διαθήκη, με την ορμήνια να τα δημοσιεύσει χωρίς φόβο και χωρίς περιορισμούς, προσθέτοντας μάλιστα: Είναι η δυνατή και τελευταία μου θέληση. Κρατώντας σταθερά τον ρόλο του σχολιαστή κληροδοτεί με αυτόν τον τρόπο τον τελευταίο απόηχο των λόγων εκείνου.

Σήμερα, 80 χρόνια μετά την υποθήκη, με την παρούσα έκδοση έχουμε ακόμη μία δυνατότητα πρόσβασης στην αθέατη πλευρά της πολιτικής προσωπικότητας του Ιωνα Δραγούμη, πρόσβασης συνοδευμένης αυτήν τη φορά από τα σχόλια εκείνης.

Ως πολιτικός εξόριστος, ο Ιων Δραγούμης βρίσκεται πλέον σε διάσταση τόσο με τα οράματά του και τους συνανθρώπους του όσο και με το ίδιο του το σαρκίο. Στην προηγούμενη περίοδο , το 1915, πριν από την εξορία, γύρευε σε πρώτο στάδιο να γίνει μονάχα άνθρωπος διατυπώνοντας την εμπειρία μιας ψυχοστασίας.

Εφτασα σ' ένα σημείο αδιαφορίας για την αντίληψη που είχα μέσα μου από μικρός για την εθνική μας παράδοση [...] Πολλές φορές μακριά από την πατρίδα μένω αδιάφορος ολότελα για κάθε παράδοση και για κάθε πατρίδα και γίνομαι μονάχα άνθρωπος και μου αρέσει αυτή η ψυχοστασία.

Στον έσχατο αυτόν αναγκαστικό σταθμό, ο ζωτικός του χώρος παύει να εκτείνεται στα απέραντα βάθη μιας Ανατολικής Αυτοκρατορίας και περιχαρακώνεται, τώρα πια, στο κάδρο ενός μικρού ελληνικού νησιού. Αυτό είναι το ερημητήριο του, ο κόσμος του, ο ελληνισμός του και οι Ελληνες. Απεικονίζει στο σημειωματάριό του σκηνές ποιμενικές, αγροτικές, όψεις νησιωτικού βίου, φιλοτεχνώντας τη ζωοφόρο της καθημερινότητάς του.

Ο άνθρωπος που το 1916 αυτοπροσδιορίζεται δηλώνοντας είμαι πια αυτεξούσιος και αυτόνομος και νομάς και άπατρις, τώρα, ξεχασμένος από συγγενείς και φίλους, στο επόμενο αυτό στάδιο, σαν το φίδι που αλλάζει πουκάμισο, νιώθει να μεταβάλλεται σιγά σιγά, από άνθρωπος σε έναν απλό βιολογικό οργανισμό - ένα οποιοδήποτε έμβιο ον.

Αυτή δεν είναι άλλωστε η μέγιστη ποινή της εξορίας; Η απώλεια της ιστορικής συνείδησης του ατόμου, της ταυτότητας του πολίτη, και μαζί η κατάργηση του μέλλοντος; Κι ενώ η Δέλτα διαπιστώνει ότι οι υψιπετείς επιδιώξεις δεν επαληθεύτηκαν, Ο Ιων πέρασε τα σαράντα και δεν έγινε Ναπολέων, ο ίδιος, νιώθοντας κοντά του τον θάνατο, παρατηρεί τον εαυτό του:

Ιούνιος 1919. Καμιά φορά κοιτάζω τα μέλη μου και μου φαίνεται περίεργο να έχω και εγώ σώμα. Μου φαίνεται πως είμαι πνεύμα ή ψυχή και είναι περιττό βάρος το σώμα που μου ανήκει. Μου ανήκει ένα πόδι, δύο πόδια, χέρια, κορμός κ.τ.λ., και έχω και πρόσωπο με μαλλιά, μύτη, στόμα, έκφραση, μάτια, αυτιά. Τι τα θέλω όλα αυτά; Ανήκω και εγώ στον κόσμο των ανθρώπων. Παράξενο.

Ο Δραγούμης, από την πρώτη δεκαετία του νεοελληνικού 20ού αιώνα, τοποθετήθηκε στον αντίποδα του σοσιαλιστικού διεθνισμού. Διατυπώνοντας τις απόψεις του για ένα ιδεώδες ελληνοκεντρικό μοντέλο, ορίζοντας ως μοχλό της Ιστορίας το έθνος και ομοίως, προτάσσοντας την ένωση της φυλής αντί της κοινωνίας, καθιερώθηκε ως ο εκφραστής και θεωρητικός του εθνικισμού.

Η ιστορικός Ρένα Σταυρίδη - Πατρικίου στην ωραία της μελέτη Οι φόβοι ενός αιώνα, όπου και του αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο, διαπιστώνει ότι τον Ιωνα Δραγούμη οι σύγχρονοί του τον γνώρισαν πρώτιστα μέσα από τα κείμενα που είχε δημοσιεύσει ο ίδιος ενόσω ζούσε. Εκεί λοιπόν, συνεχίζει η Πατρικίου, ο συγγραφέας παραλείπει να μνημονεύσει δύο πράγματα.

Πρώτον: τις ευρωπαϊκές πηγές της έμπνευσης του. Ενώ επίσημα αντιμάχεται τον πολιτισμό της Εσπερίας δεν ομολογεί ότι τα εργαλεία της σκέψης του, η παιδεία του, είναι δυτικής κοπής. Λόγου χάριν δεν αναφέρει ότι ο θεωρητικός του οπλισμός πολλά οφείλει στο έργο του Maurice Barres.

Δεύτερον: αποσιωπά τις αντιφατικές σκέψεις του περί ελληνικού πολιτισμού, περί αυτάρκειας και μοναδικότητας της φυλής.

Τέλος, η συγγραφέας του βιβλίου Οι φόβοι ενός αιώνα επισημαίνει ότι όσα ο διανοητής εξαγγέλλει στα πολιτικά και λογοτεχνικά του κείμενα βρίσκονται, ενίοτε, σε πλήρη αντίθεση με εκείνα που διατυπώνει στα ιδιωτικού χαρακτήρα Φύλλα Ημερολογίου, όπως, για παράδειγμα, το ακόλουθο παράθεμα του 1914:

Ας μη βιάζω τον εαυτό μου [...]να προσπαθεί με συλλογισμούς να πειστεί και να πείσει και τους άλλους πως υπάρχει ελληνική culture που αξίζει δυο παράδες. Γιατί να βιάζω τον εαυτό μου να φαίνεται αλλιώτικος ή να γίνεται αλλιώτικος απ' ό,τι φυσικά είναι; Μ' αρέσει το Βερολίνο και η γερμανική culture.

Γιατί να το κρύβω;

Κάθε εποχή επιχειρεί τις δικές της ιστορικές αναγνώσεις του παρελθόντος, διατυπώνει δικές της ερμηνείες, προβάλλει ορισμένες ιστορικές φυσιογνωμίες, αναδεικνύει, επιλεκτικά, μία μόνον πτυχή της προσωπικότητας τους ή μία μόνον περίοδο της ζωής τους. Κοινοποιεί ένα τμήμα των γραφτών τους αφήνοντας τα υπόλοιπα στην αφάνεια. Ο Ιων Δραγούμης -μαγνητική μα και στο έπακρο αντιφατική προσωπικότητα- δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα μιας ιδεολογικής χρήσης της Ιστορίας - για να θυμόμαστε και τον όρο που διατύπωσε πρώτος ο Φίλιππος Ηλιού.

Η στερεοτυπική εικόνα τού κατεξοχήν θεωρητικού τού εθνικισμού που καθιερώθηκε ενόσω ζούσε, καθώς επισφραγίστηκε από τον μαρτυρικό του θάνατο, έδωσε μια μονοδιάστατη ερμηνεία της ιστορικής μορφής του, ερμηνεία που καμωμένη ερήμην τού πραγματολογικού υλικού εξυπηρετούσε ιδεολογικά τα αιτήματα μιας ορισμένης εποχής. Σήμερα άλλαξε άρδην το επιστημονικό τοπίο - τουλάχιστον για τους καθ' ύλην αρμοδίους, τους επαγγελματίες ιστορικούς. Χάρη στη δημοσιοποίηση των Αρχείων που ολοκληρώνεται στις μέρες μας, είμαστε στην προνομιακή θέση να διαθέτουμε πολλαπλάσιες πληροφορίες και γνώσεις σε σύγκριση με το παρελθόν. Ασφαλώς τα αρχειακά αυτά τεκμήρια παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση από την (εν πολλοίς πλασματική) και μονοσήμαντη εικόνα του «θεωρητικού τού εθνικισμού» ή -αν μιλάμε για τη Δέλτα- της «συγγραφέως παιδικών βιβλίων».

Εχουν πλέον δημιουργηθεί οι αναγνωστικές προϋποθέσεις για την υποδοχή της μαρτυρίας σε πρώτο πρόσωπο. Κινήματα του 20ού αιώνα, όπως η ψυχανάλυση, οι φεμινιστικές σπουδές, αλλά και η διεύρυνση του επιστημονικού ορίζοντα της Ιστορίας και των ερευνητικών αντικειμένων της, μας τροφοδοτούν με ολοένα λεπτότερα όργανα ακριβείας και καθιερώνουν τα συγκεκριμένα κείμενα ως άξια μελέτης.

Ιων Στεφάνου Δραγούμης, Πηνελόπη Στεφάνου Δέλτα. Δύο Αρχεία.

Δύο οικογένειες, δύο πολιτικές παρατάξεις, δύο τραγικοί θάνατοι. Δύο οραματικές φυσιογνωμίες, μία ιστορική εποχή.

Διατυπώθηκαν ενστάσεις σχετικά με τη δημοσίευση μαρτυριών ιδιωτικού χαρακτήρα. Πρόκειται, αλήθεια, για ασεβή τυμβωρυχία ή ασύστολη αδιακρισία; Τίποτε από τα δύο. Αντιθέτως, το εκδοτικό εγχείρημα της ανάταξης αδημοσίευτων αρχείων είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο. Γιατί όταν τα έως χθες εγκατεσπαρμένα χειρόγραφα, οι λανθάνουσες πηγές, έρχονται να προστεθούν στο ήδη τυπωμένο, δημοσιευμένο υλικό, μάς επιτρέπουν μια πανοραμική εποπτεία . Για την επιστήμη της Ιστορίας το εξαγόμενο αυτού του παντρέματος ισούται με κάτι παραπάνω από το απλό άθροισμα των σελίδων τους: θα παρέπεμπα, στο σημείο αυτό, στην ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων. Ας φανταστούμε λοιπόν να πραγματοποιείται, όπως και με τα μνημεία στη διαχρονία τους, μια αντίστοιχη ενοποίηση των κειμενικών τόπων, δηλαδή μια συγκέντρωση του συνόλου των αρχειακών γραπτών τεκμηρίων. Το τελικό σύνολο θα μας δώσει τη δυνατότητα μιας σφαιρικής ιστορικής θεώρησης, μιας νέας προσέγγισης και μιας συνθετικής ερμηνείας: που δεν έχει ασφαλώς να κάνει ούτε με αγοραία συνθήματα ούτε με παράθυρα ούτε με τον παντελώς ανιστόρητο διαγωνισμό καλλιστείων των «Εκατό Μεγάλων Ελλήνων».

*Η Ιωάννα Πετροπούλου είναι ιστορικός, ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου