Έντυπη Έκδοση

Ημέρα των Μουσείων

Η αρχόντισσα των νομισμάτων

Η αρχαιολόγος Μάντω Οικονομίδου ήταν επί 30 χρόνια διευθύντρια του Νομισματικού Μουσείου. Είναι αυτή που έδωσε αγώνα για να παύσει να είναι εγκλωβισμένο στο Εθνικό Αρχαιολογικό και να στεγαστεί, αυτόνομο, στο Ιλίου Μέλαθρον, στο κέντρο της Αθήνας

Τοσίτσα 1. Ενας δρόμος, ένα μουσείο, μια ολόκληρη ζωή για την Μάντω Οικονομίδου, την αρχαιολόγο που μοσχοβολάει ευγένεια και αρχοντιά. Στην Τοσίτσα γεννήθηκε (1929), σε μια μονοκατοικία με ολάνθιστο κήπο. Και στην Τοσίτσα πέρασε τα καλύτερα χρόνια της. Από το 1953, που ανέβηκε για πρώτη φορά τη μαρμάρινη σκάλα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, για να υπηρετήσει την τότε Νομισματική Συλλογή, ώς το 1994, που την παρέδωσε αυτοτελές Μουσείο.

Σ' αυτό το Μουσείο, το Νομισματικό, που είναι το ωραιότερο της Αθήνας, και στη Μάντω Οικονομίδου, που αγωνίστηκε για να το στεγάσει στο αρχοντικό του Σλίμαν, στο Ιλίου Μέλαθρον (Πανεπιστημίου 12), αξίζει κανείς να αφιερώσει την Ημέρα των Μουσείων, που γιορτάζεται μεθαύριο σε όλο τον κόσμο.

Αφορμή για τη συνάντησή μας στο σπίτι της στην οδό Χέυδεν (έργο Πικιώνη) είναι το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο με τις αναμνήσεις της από την «Τοσίτσα 1» (εκδ. Ευθύνη), μια εποχή ηρωική. Τότε που όλοι οι αρχαιολόγοι δεν ήταν πάνω από 50 και οι συνθήκες που εργάζονταν θυμίζουν φιλμ νουάρ.

«Ηταν ένα παγωμένο, χειμωνιάτικο και βροχερό πρωινό του Φλεβάρη, το 1953, όταν ανέβηκα για πρώτη φορά την εσωτερική μαρμάρινη σκάλα, που ένωνε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με την τότε Νομισματική Συλλογή», γράφει. Περιγράφει ένα σιωπηλό, θλιβερό και σκονισμένο περιβάλλον, που ταίριαζε με την ψυχική της διάθεση. Είχε μόλις χάσει τη μητέρα της. Ο χώρος τεράστιος, με πέντε παράθυρα, που τα σκέπαζαν σκουρόχρωμες σκονισμένες κουρτίνες. Βιβλία, γύψινα εκμαγεία και παλιές ξύλινες βιβλιοθήκες.

Η μεσόκοπη διευθύντρια της συλλογής γρήγορα της έδειξε τη δυσμένειά της μόλις αποφάσισε, με προτροπή του τότε γεν. διευθυντή Αρχαιοτήτων Γιάννη Παπαδημητρίου, να διεκδικήσει θέση επιμελήτριας.

«Ηταν ο δεύτερος διαγωνισμός στον οποίο μπορούσαν να λάβουν μέρος γυναίκες. Είχε προηγηθεί, στη δεκαετία του '30, ένα δυσάρεστο γεγονός. Είχε επιτεθεί ένας βοσκός σε μία αρχαιολόγο (σ.σ. εννοεί ερωτικά) στην περιοχή των Δελφών. Τότε αποφάσισαν ο Μαρινάτος και ο Ορλάνδος να μην μπαίνουν γυναίκες στον κλάδο. Οταν όμως μεταπολεμικά έγινε βουλευτής και υπουργός η Λίνα Τσαλδάρη, δεν ήταν δυνατόν να παραμένουν οι γυναίκες εκτός αρχαιολογικής υπηρεσίας».

Το πρώτο γραφείο της ήταν μια τάβλα, που στηριζόταν σε δύο κασόνια με σκλήθρες, από εκείνα που είχαν μεταφέρει τα νομίσματα από την Τράπεζα της Ελλάδος. Σκληρά χρόνια, δύσκολα. Κι όμως δεν θέλει να πει κακό λόγο για την πρώτη της διευθύντρια. «Ηταν εκείνη που έσωσε τις πολύτιμες συλλογές μας στον πόλεμο από τους Γερμανούς. Τις έκρυψε στα υπόγεια της Εθνικής Τραπέζης».

Αυτός ο πόλεμος μεταξύ αρχαιολόγων συντηρείται μέχρι σήμερα. Γιατί;

«Είναι ένα είδος ευγενούς άμιλλας και ανταγωνισμού. Γιατί είναι πολύ γοητευτικό να ανακαλύπτεις κάτι που έζησε πάρα πολλά χρόνια πριν από σένα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλεγε: "Αν είχα στην κυβέρνηση έναν αρχαιολόγο, θα μου την έριχνε κάθε εβδομάδα"».

Μια άλλη, όμως, σημαντική προσωπικότητα, ο Γιάννης Μηλιάδης, διευθυντής της Ακρόπολης, της ανέθεσε τον καθαρισμό των νομισμάτων που είχαν βρεθεί στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης. «Ετοίμαζε την επανέκθεση του Μουσείου Ακρόπολης. Ομως με την επιβολή της δικτατορίας, τον Απρίλιο του 1967, απολύθηκαν πολλοί αρχαιολόγοι και ανάμεσα τους επιστημονικοί βοηθοί του Νομισματικού Μουσείου. Ο Μηλιάδης ανέστειλε τις προγραμματισμένες δημοσιεύσεις των ευρημάτων της Ακρόπολης και η έκθεση του Νομισματικού έγινε χωρίς εγκαίνια».

Η ίδια έφυγε το 1969 με υποτροφία Φούλμπραϊτ για Νέα Υόρκη, Βοστώνη και Ουάσινγκτον.

Αν μαθαίνατε πως έπεσε μια βόμβα στην Αθήνα και χανόταν η Συλλογή Νομισμάτων, τι θα θρηνούσατε περισσότερο;

«Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις κάτι, γιατί δεν είναι ένα το μοναδικό. Εχουμε πολλά μοναδικά στα 500.000 νομίσματα που παρέδωσα φεύγοντας. Είχα την τύχη να πιάσω στα χέρια μου ένα εξαιρετικό νόμισμα, μοναδικό ώς τώρα, τον υπατικό σόλιδο του Ιουστινιανού Α' (δωρεά Καντά). Πρέπει να σας πω ότι το Νομισματικό Μουσείο ξεκίνησε από δωρεές. Μετά την απελευθέρωση, οι αδελφοί Ζωσιμά χάρησαν στο κράτος 20.000 αρχαία ελληνικά νομίσματα και μετάλλια. Αλλά με τη δωρεά του Ιωάννη Δημητρίου, με τις πλήρεις σειρές πτολεμαϊκών και ρωμαϊκών νομισμάτων που περιλαμβάνει, ερχόμαστε πρώτοι στον κόσμο μετά την Αίγυπτο. Το μεγαλύτερο απόκτημα του μουσείου στο β' μισό του 20ού αιώνα είναι η συλλογή Γρηγ. Εμπεδοκλή (1956) με 11.000 αρχαία ελληνικά νομίσματα από τις ελληνικές αποικίες στην Κάτω Ιταλία, την Αίγυπτο, τη Συρία. Η συλλογή Εμπεδοκλή είναι πραγματικό κόσμημα».

Γιατί διεκδικήσατε με τόσο πείσμα το Ιλίου Μέλαθρον για τη στέγαση του Μουσείου; Ποια σχέση έχουν τα νομίσματα με τον Σλίμαν;

«Ο Σλίμαν είχε συλλογή νομισμάτων, που τη χάρισε στο ελληνικό κράτος. Τις νομισματοθήκες του τις είχε σχεδιάσει ο Τσίλερ. Πιστεύω ότι τα μικρά αυτά αντικείμενα εναρμονίζονται με τον εσωτερικό διάκοσμο, τις καταπληκτικές τοιχογραφίες του κτιρίου. Το πάλεψα 20 ολόκληρα χρόνια. Εδωσα την ψυχή μου σ' αυτό τον αγώνα γιατί φοβόμουνα ότι το Νομισματικό θα μείνει για πάντα εγκλωβισμένο στα σκοτεινά δώματα ενός μεγάλου μουσείου, όπως είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό. Οταν το 1976 έστειλα το πρώτο έγγραφο, δεν φανταζόμουνα ότι ο αγώνας θα διαρκούσε τόσα χρόνια και ότι θα αντιμετωπίζαμε τόσα προβλήματα για την ανακαίνιση του κτιρίου, που το είχε αφήσει ερείπιο ο Αρειος Πάγος. Στάθηκαν στο πλάι μου ο Κωνσταντίνος Αλαβάνος, ο τότε γεν. γραμματέας του ΥΠΠΟ, και ο διάδοχός του Γιώργος Θωμάς. Η ίδια η Μελίνα Μερκούρη, ως υπουργός Πολιτισμού, ήθελε να το κρατήσει για σπίτι του λαού. Στα εγκαίνια όμως της πρώτης μεγάλης έκθεσης του Νομισματικού, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, με τίτλο "Ο πρώτος αιώνας του Νομισματικού Μουσείου (1829-1922)", εξέφρασε τη χαρά της που το Ιλίου Μέλαθρον θα στέγαζε ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία στο είδος του. Δυστυχώς, η αρρώστια τής στέρησε τη χαρά των εγκαινίων».

Αλλά και η Μάντω Οικονομίδου παρέστη στα εγκαίνια ως προσκεκλημένη και όχι ως οικοδέσποινα. Είχε πλέον αφήσει τα ηνία σε δύο άξιους διαδόχους της, στην Ηώ Τσούρτη και τον Γιάννη Τουράτσογλου.

«Αποχώρησα το 1994 από το Νομισματικό, αφήνοντας σ' αυτό ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Υστερα από 5 χρόνια εγκαινιάστηκε η επανέκθεση στο Ιλίου Μέλαθρον».

Ηταν ένα ηλιόλουστο ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι τότε που κατηφόρισε για τελευταία φορά την Τοσίτσα ως δημόσιος υπάλληλος και διευθύντρια για 30 χρόνια του Νομισματικού Μουσείου. «Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πως κύλησαν τόσα χρόνια...» *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσεία και Αρχαιολογικοί χώροι