Έντυπη Έκδοση

Ποιος απειλεί την «Ευρώπη»;

Σε συνέντευξη που έδωσε την Κυριακή στο τηλεοπτικό δίκτυο CNBC από το Τσερνόμπιο της Ιταλίας, όπου συμμετείχε στο Φόρουμ του Ιδρύματος Αμπροζέτι, ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι «η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα δεν αποτελεί απειλή για την Ευρώπη, είναι μια πρόκληση για να αλλάξει πολιτική και να προσπαθήσει να βρει κοινές βιώσιμες λύσεις στα κοινά μας προβλήματα.

Η κοινή ευρωπαϊκή κρίση απαιτεί κοινές ευρωπαϊκές λύσεις». Αξιοσημείωτη από πολλές απόψεις δήλωση, που χρειάζεται όμως κάποια αποκωδικοποίηση.

Ας ξεκινήσουμε από το εξής: όταν λέγεται ότι το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ «δεν αποτελεί απειλή για την Ευρώπη», τι σημαίνει ακριβώς η λέξη «Ευρώπη»; Προφανώς όχι την Ευρώπη με τη γεωγραφική έννοια του όρου, που περιλαμβάνει από τη Νορβηγία και τη Ρωσία μέχρι τα Βαλκάνια, μια σειρά από χώρες που δεν αποτελούν μέρος της Ε.Ε. Δεν αναφέρεται επίσης στην Ευρώπη με την ιστορική και πολιτισμική έννοια, διότι είναι προφανές ότι τόσο η Ελλάδα όσο και ειδικότερα το πολιτικό ρεύμα που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, η ριζοσπαστική Αριστερά, αποτελούν αναπόσπαστο, συστατικό κομμάτι της. Με αυτήν συγκεκριμένα την έννοια όχι μόνο δεν μπορεί να αποτελεί «απειλή» μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά αντίθετα ευκαιρία πραγμάτωσης αυτού για το οποίο μιλούσε ο ηγέτης των Ιακωβίνων Σεν-Ζιστ όταν έλεγε τον Μάρτιο του 1794 ότι «η ευτυχία είναι μια νέα ιδέα στην Ευρώπη».

Οπως όμως το σύνολο της δήλωσης καθιστά σαφές, ο όρος «Ευρώπη» σημαίνει εδώ κάτι ολότελα διαφορετικό, για να μην πούμε ευθέως αντιθετικό με τις προηγούμενες έννοιες. Δηλαδή ένα συγκεκριμένο θεσμικό οικοδόμημα που λέγεται «Ευρωπαϊκή Ενωση», που όχι μόνο δεν προωθεί την ενοποίηση της Γηραιάς Ηπείρου και την υλοποίηση των ιδεών των δημοκρατικών Επαναστάσεων που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της, αλλά αντίθετα την ακύρωση κάθε έννοιας δημοκρατίας, τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την εντεινόμενη πόλωση, ακόμη και την επανεμφάνιση πολέμων (από τη Γιουγκοσλαβία ώς την Ουκρανία) στο εσωτερικό της.

Ενα οικοδόμημα που κατά πάγια τακτική αντλεί νομιμοποίηση εμφανιζόμενο ως ενσάρκωση της «Ευρώπης», που σημαίνει ότι όποιος το αντιμάχεται αποτελεί εξ ορισμού «απειλή» για την Ευρώπη. Ενα οικοδόμημα που ασφαλώς γνωρίζει σήμερα μια χωρίς προηγούμενο κρίση, οικονομική και πολιτική, αλλά την οποία, όπως και οι επιβάτες ενός πλοίου, όλοι δεν αντιμετωπίζουν από την ίδια θέση, τόσο ταξικά όσο εθνικά. Παντού βεβαίως το βάρος πέφτει στον κόσμο της εργασίας, αλλά παρ' όλ' αυτά είναι προτιμότερο να είναι κανείς μισθωτός, ακόμη και άνεργος, στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου παρά σ' αυτές της νότιας και ανατολικής περιφέρειας, όπως μαρτυρούν με αδιάψευστο τρόπο και οι ογκούμενες μεταναστευτικές ροές των τελευταίων ετών.

Αυτό το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει μια συγκεκριμένη υλική βάση και εδράζεται σε μια σειρά ολόενα και αυστηρότερων θεσμικών μηχανισμών και λειτουργιών που δεν απορρέουν απλώς από ένα συγκυριακό συσχετισμό δύναμης (όπως υπονοεί ο όρος «μερκελισμός»), αλλά από κάτι πολύ δομικότερο, δηλαδή από τις ίδιες τις ευρωπαϊκές συνθήκες, από το Μάαστριχτ και τη Λισαβόνα ώς το πιο πρόσφατο Σύμφωνο Σταθερότητας. Αυτές είναι που ορίζουν την όλη αρχιτεκτονική της Ε.Ε., το ρόλο της Κομισιόν και της ΕΚΤ, τους στόχους της σιδερένιας δημοσιονομικής πειθαρχίας, τους μηχανισμούς προληπτικής επιτήρησης των εθνικών προϋπολογισμών και το καθεστώς εσαεί κηδεμονίας των υπερχρεωμένων χωρών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στον υπαρκτό κόσμο που ζούμε, όσο πιο «ευρωπαϊκή», δηλαδή ευρωενωσιακή, είναι μια λύση τόσο πιο νεοφιλελεύθερη, αντιδημοκρατική και πολωτική αποδεικνύεται στην πράξη, με κορυφαίο παράδειγμα τα Μνημόνια που υφίστανται οι «χαμένοι» της ευρωπεριφέρειας.

Αυτό το πλέγμα «θωρακίζει» το πιο σκληρό και άκαμπτο σήμερα διεθνώς νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Το προστατεύει από κάθε είδους λαϊκή πίεση, και είναι κατά δεδηλωμένο τρόπο σχεδιασμένο ώστε να συνθλίψει την οποιαδήποτε κυβέρνηση επιχειρήσει να το παραβεί. Ως γνωστόν, για να αλλάξει ακόμη και ένα κόμμα σε αυτές τις καταστατικές Συνθήκες απαιτείται η ομοφωνία όλων των κρατών-μελών, επί της ουσίας η σύμφωνη γνώμη των ισχυροτέρων και ειδικότερα του ντε φάκτο ηγεμόνα, δηλαδή του Βερολίνου. Ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους τα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς αντιτάχθηκαν σε αυτές τις συνθήκες και ηγήθηκαν εκστρατειών για την καταψήφισή τους τις ελάχιστες φορές που αποτολμήθηκε να τεθούν στην κρίση του εκλογικού σώματος (βλέπε π.χ. την τύχη του σχεδίου «ευρωσυντάγματος» σε Γαλλία και Ολλανδία το 2005).

Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να δηλώνεται ότι μια αριστερή κυβέρνηση δεν αποτελεί «απειλή» γι' αυτό το οικοδόμημα; Πώς μπορεί να λέγεται ότι αυτό το πλαίσιο επιτρέπει την ανάζητηση «κοινών λύσεων σε κοινά προβλήματα» ωσάν να ήταν ισότιμα, μοιραζόμενα κοινές στοχεύσεις και συμφέροντα, τα ενδιαφερόμενα μέλη; Οσο δεν έχουν απαντηθεί επί της ουσίας αυτά τα ερωτήματα, η ίδια η προοπτική της αντιμνημονιακής ανατροπής και της αριστερής κυβέρνησης θα χάνει διαρκώς σε αξιοπιστία και θα αδυνατεί να συγκροτηθεί σε πλειοψηφικό ρεύμα.

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα