Έντυπη Έκδοση

«Καλώς μου τα»

Του κρατά σφιχτά το χέρι. Βαδίζουνε κι οι δυο σε δρόμο απάτητο. Εκείνη μέχρι τώρα είχε τον έλεγχο. Ή έστω έτσι νόμιζε. Τώρα; Πώς θα το αφήσει το μικρό της; Κι εκείνο; Πουλάκι τρομαγμένο που στέκεται στο σύρμα κι όλο κοιτάει καταγής μην τύχει και γλιστρήσει. Ασθενικά είν' ακόμα τα φτεράκια του. Δεν έχει περιθώρια για λάθη. Ζυγώνουν στην αιτία του αποχωρισμού τους.

Το μικρό χεράκι ιδρώνει. Πρωί πρωί, μα πώς ιδρώνει! Αναλογίζεται. Πότε περάσαν τόσα χρόνια! Σαν να 'ταν χθες που πρωτοείδε τη φατσούλα του. Κι ύστερα, θυμάται, παιχνίδια, βόλτες, γκρίνιες στον παιδικό σταθμό, κλάματα με τις κυρίες στο σπίτι... η μια πολύ αυστηρή, η άλλη πολύ χύμα... Αχ! κι αυτή η δουλειά! Να μπορούσε να πάρει άδεια! Αλλά για πόσο; Δεν ξέρει. Τίποτα πια δεν ξέρει. Αυτή που όλοι τη θαυμάζουν στο γραφείο, αυτή που τόσα χρόνια φέρνει σε πέρας ό,τι της ζητήσουν, σήμερα τρέμει σύγκορμη. Από συγκίνηση, από αγωνία... Αυτό το «πρότζεκτ» είναι καινούργιο και για να αντεπεξέλθει δεν αρκεί ο αγώνας ο δικός της. Πρέπει να αγωνιστούν πολλοί μαζί. Να θέλουν άραγε όσο κι αυτή; Τα βήματα αβέβαια. Κοιτά τριγύρω. Μαμάδες κρατούν από το χέρι φρεσκοπλυμένα παιδάκια και χαμογελούν μηχανικά. Δεν είναι μόνη. Το διαβάζει στα άλλα βλέμματα που συγκρατούν την αξιοπρέπεια με κόπο μέσα τους. Γυρνά το φιλμ κάμποσα χρόνια πίσω. Είναι αυτή η μικρούλα που σφίγγει το χέρι της μαμάς της. Μπλε σιδερωμένη ποδιά, κορδέλα στα μαλλιά, άσπρος γιακάς, δερμάτινη σάκα γεμάτη με τετράδια και μια ξύλινη συρταρωτή κασετίνα. Θύμησες γλυκές κι αρώματα μεθυστικά μιας άλλης εποχής. «Ντριν ντριιιιιιν!» κόβεται το ταξίδεμα. «Καλώς μου τα!» ακούγεται μια δασκάλα και ανοίγει την αγκαλιά της μοιράζοντας χαμόγελα. Ανάσανε το προαύλιο. «Καλή χρονιά, πρωτάκια μου!».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Μυθιστορήματα
Διηγήματα/Εξιστορήσεις
Ανθρώπινα