Έντυπη Έκδοση

Μνήμες Αυγούστου

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ σηκώθηκε από την ξαπλώστρα εμπρός στο κύμα, διέσχισε το δρόμο και μπήκε στο μπαρ για να ζητήσει ένα ποτήρι πάγο. Πέρναγε εκείνη την ώρα ο γύφτος-τσιγγάνος-ρομά (η επιλογή δική σας), με το αγροτικό πίτα στα καρπούζια («όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω»), την είδε, πάρκαρε βιαστικά και μπαίνοντας πίσω της στο μαγαζί, ζήτησε ένα ποτήρι νερό:

«Σκάω, σκάω», είπε αναστενάζοντας, με το μάτι του λιγωμένο να μην ξέρει πού να σταθεί, στο τάνγκα ή στο αβυσσαλέο ντεκολτέ. Μ' έπιασαν τα γέλια, «πήγαινε στη θάλασσα, κούκλα μου, θα σου φέρω εγώ τον πάγο», της είπα, «γιατί θα μας μείνει εδώ ο τύπος και δεν θα βγάλει μεροκάματο». Σιγά μην έφυγε. Κατσικώθηκε σε μια ξαπλώστρα πιο πέρα κι έμεινε να την τρώει με τα μάτια του.

«Πόσο είπες ότι πήρες τα κοπάνια;», με ρώτησε ο Δημήτρης. «Δώδεκα ευρώ», του απάντησα. «Σάλωσες; Σε κλέψανε. Το πολύ πέντε ευρώ και για τα δύο έπρεπε να πληρώσεις». Τον κοίταξα απορημένος. Είχα αγοράσει δύο ολόφρεσκα τονάκια που ζύγιζαν κοντά δυόμισι κιλά σε τιμή που ως Αθηναίος βρήκα εξαιρετική. Προφανώς τα πλήρωσα ως Αθηναίος και όχι ως ντόπιος Πηλιορίτης. Μου την είπαν όμως και για τις κολοκύθες. «Τέσσερα ευρώ για τρεις κολοκυθίτσες; Εχεις σαλώσει εντελώς», ήταν η ετυμηγορία της Θανασώς. Μάλλον αμφότεροι ξέρουν κάτι παραπάνω. Οσο για το «σάλωσες», εκ του «σαλός» («σελ» το φως, άρα «φωτισμένος»), ο «ιερός τρελός»· εμείς απλά στην πόλη λέμε «σάλεψες».

Πήγα στο κτήμα του πιο στενού μου φίλου προς τα μέσα Αυγούστου. Η μηλιά του έβραζε από καρπό, είπα «ωραία, θα φτιάξουμε γλυκό, να ωριμάσουν όμως πρώτα». Πήγα ξανά στα τέλη του μήνα· δεν υπήρχε ούτε δείγμα από μήλο, του τα είχαν μαζέψει, όπως πριν από χρόνια του είχαν μαζέψει όλο το αμπέλι, μια μέρα πριν κάνει τον τρύγο. Την επομένη έκοψα δύο-τρία σύκα από μια συκιά που τα κλαδιά της κρέμονταν στο δρόμο. «Μαζί τη φυτέψαμε;», με ρώτησε ο ιδιοκτήτης που παραφύλαγε από την άλλη μεριά του συρματοπλέγματος. «Ο,τι είναι στο δρόμο ανήκει στο διαβάτη», του απάντησα, συγκρατώντας τη διάθεσή μου να τον στείλω στον διάβολο.

«Ηπια δέκα βότκες με πορτοκάλι κι έχω από το πρωί φοβερό πονοκέφαλο», μου είπε ο χασάπης στη Μηλίνα, προσθέτοντας αμέσως: «Μάλλον το πορτοκάλι ήταν χαλασμένο». Ο Κώστας (ο χασάπης) πέρσι είχε προσθέσει πορτοκάλι στο λάδι του (γύρευε πώς το έκαναν στο ελαιοτριβείο) και μας είχε κάνει όλους ν' αναστενάξουμε. Ο ίδιος επίσης πετάχτηκε από το μαγαζί του με το χέρι του να στάζει αίμα («Θα μας σκοτώσεις παιδί μου»), αφού, ενώ έκοβε κρέας, πέρασε η άλλη με το ανύπαρκτο μπικίνι, σεινάμενη- κουνάμενη.

ΧΙΛΙΕΣ εικόνες κι άλλες χίλιες, αφού οι μέρες του Αυγούστου μετράνε κάθε μια για εκατό. Τα παραπάνω από τα λίγα που κατέγραψα σ' αυτόν τον ευλογημένο μήνα που ήρθε, πέρασε, για να μας δώσει το επόμενο ραντεβού του, ενώ θα διασχίζουμε ώς τότε τα χιόνια, άσπρα της φύσης και μαύρα της καθημερινότητάς μας. Αϊ σιχτίρ πια...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
ΑΝ-ΕΞΟΔΟΣ