Έντυπη Έκδοση

ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΕΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κομισιόν στο πνεύμα του success story

Ο κατάλογος με τα ευχολόγια για την ελληνική οικονομία εμπλουτίστηκε χθες από την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα και τις βιομηχανικές επιδόσεις στα κράτη-μέλη της Ενωσης το 2014.

Στην έκθεση που φέρει τον τίτλο «Επανεκβιομηχάνιση της Ευρώπης», η Ελλάδα κατατάσσεται στην τρίτη από τις τέσσερις ομάδες, όπου με βάση την παραγωγικότητα της εργασίας, τις εξαγωγές και την καινοτομία παρουσιάζεται «μέτρια αλλά βελτιούμενη ανταγωνιστικότητα», μαζί με τις Εσθονία, Λιθουανία, Ισπανία, Λετονία, Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία και Σλοβακία.

Παρά την αισιοδοξία που θέλει να μεταδώσει η έκθεση, οι ελληνικές επιδόσεις παραμένουν αδύναμες. Σε σχέση με το 2007, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα εργασίας υποχώρησε, παραμένοντας πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και το ίδιο συμβαίνει στις επενδύσεις σε εξοπλισμό ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά και την ποιότητα της υποδομής που τείνει προς την «υπανάπτυκτη», ενώ και οι εξαγωγές στο ΑΕΠ απέχουν αρκετά από τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Στην πρώτη ομάδα («ισχυρή και βελτιούμενη ανταγωνιστικότητα») εμφανίζονται μόλις τέσσερις χώρες, οι Γερμανία, Ολλανδία, Δανία και Ιρλανδία.

Συμπερασματικά, για να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο ως εξαγωγική βιομηχανία η Ε.Ε. χρειάζονται «επιπρόσθετες επενδύσεις», «ισχυρότερη ζήτηση και εξαγωγές» αλλά και αξιοποίηση του μομέντουμ που παρέχει η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Το τελευταίο απευθύνεται κυρίως προς τις τράπεζες, καθώς η έκθεση θεωρεί εφικτή τη διάθεση ιδιωτικών πιστώσεων 225 δισ. ευρώ προς την ευρωπαϊκή βιομηχανία το 2014-16 με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις για ανάπτυξη, ώστε να πραγματοποιηθούν επενδύσεις, χωρίς τις οποίες «η βιομηχανική αναγέννηση στην Ευρώπη θα είναι δύσκολη».

Στο κάδρο των ηγετικών φιλοδοξιών της Ευρώπης, η Ελλάδα μπαίνει με το ρόλο που επιβάλλει η τρόικα των δανειστών. Στο ειδικό κεφάλαιο που αφορά τη χώρα, οι συντάκτες αναγνωρίζουν κατ' αρχάς πως «η παρατεταμένη ύφεση έπληξε σοβαρά την ελληνική οικονομία» και καταγράφουν ως δεδομένο το προς απόδειξην.

«Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι το 2014 η Ελλάδα επιστρέφει στην ανάπτυξη» μιας και «οι δείκτες εμπιστοσύνης εξακολουθούν να βελτιώνονται και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα».

Στο πνεύμα του success story, «είναι σημαντική η πλήρης εφαρμογή» του προγράμματος προσαρμογής για να παγιωθεί η αναμενόμενη ανάκαμψη το 2015. Σ' αυτό συνηγορούν «η σημαντική βελτίωση του τουρισμού», «η καταβολή καθυστερούμενων οφειλών του Δημοσίου» και «η σημαντική απορρόφηση κονδυλίων μέσω μεγάλων κατασκευαστικών έργων χρηματοδοτούμενων από την Ε.Ε.», που «επέδρασαν θετικά στις επενδύσεις», αναφέροντας ως παράδειγμα τα έργα που ξεκίνησαν σε τέσσερις αυτοκινητοδρόμους.

Πολλά «θα»

Ενδιαφέροντα συμπεράσματα, όταν μέσα στο 2014 δημιουργήθηκαν περί τα 4 δισ. ευρώ χρέη του Δημοσίου προς ιδιώτες, και οι εργολάβοι, επικαλούμενοι την οικονομική κρίση, ζητούν να αποζημιωθούν από τις εισπράξεις διοδίων σε ανολοκλήρωτους δρόμους (βλ. σχετικό ρεπορτάζ «Ε», 28/8/2014). Εξίσου ενδεικτικές οι αναφορές στη δρομολόγηση της «ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ», στη δημοσιοποίηση χρονοδιαγράμματος «για να διευκολυνθεί η μετάβαση σε πιο ώριμο και ανταγωνιστικό μοντέλο αγοράς φυσικού αερίου» (σ.σ. λογαριάζοντας χωρίς τη Ρωσία) και η καταγραφή ως «επείγοντος» του ζητήματος διαχείρισης των αποβλήτων.

Τα παραπάνω δένουν κατά κάποιον τρόπο με αυτό που σε άλλο σημείο βλέπει η έκθεση ως εμπόδιο της ανταγωνιστικότητας, τη διαφθορά, η οποία στον ιδιωτικό τομέα είναι μεγαλύτερη, μεταξύ άλλων, στις τράπεζες και τον κατασκευαστικό τομέα. Επ' αυτού αλλά και στα περισσότερα άλλα, η έκθεση αναφέρει λεπτομερώς νομοθετικές πρωτοβουλίες που «θα» βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα.

Το μέτρο των προσδοκιών γίνεται κατανοητό στα μέτρα στήριξης της απασχόλησης και στη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος, που «αναμένεται να οδηγήσουν σε πτώση της ανεργίας» στο... 26% το 2014 και στο 24% του χρόνου. Τουλάχιστον, ξεπεράσαμε την Ευρώπη στο χρόνο που απαιτείται για τη σύσταση επιχείρησης. Τι κρίμα, όμως, που «το 2013 μόνο το 22% των ελληνικών ΜΜΕ έλαβαν τη χρηματοδότηση που ζήτησαν (Ε.Ε.: 65%)», καθώς ο ανακεφαλαιοποιημένος τραπεζικός τομέας είναι «απρόθυμος να χρηματοδοτήσει ΜΜΕ». Ο μεσαίωνας συνεχίζεται.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Με λέξεις-κλειδιά
Οικονομικές έρευνες και μελέτες
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Κομισιόν
Ευρωπαϊκή Ένωση