Έντυπη Έκδοση

«Δεν είναι οδός προς την εξουσία η συγγραφή μυθιστορημάτων»

Συλλογή με δοκίμια, άρθρα και επιλεγμένες συνεντεύξεις του Φίλιπ Ροθ κυκλοφορούν σε έναν τόμο, «Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους»

Ο Φίλιπ Ροθ, το 'χουμε εμπεδώσει πια, «τέλειωσε» με τη λογοτεχνία. «Κάθε βιβλίο», έλεγε ο ίδιος παλιότερα, «είναι μια διαδρομή εκρήξεων που ανοίγει το δρόμο για το επόμενο». Σήμερα, όμως, ο πιο πολυβραβευμένος σύγχρονος Αμερικανός συγγραφέας δεν είναι διατεθειμένος να ανατινάζει «πόντο πόντο το έδαφος μέσα σ' ένα τούνελ» μέχρι να βρει το δρόμο για ένα καινούργιο έργο, ούτε να πασχίζει για να εμφυσήσει ζωή σε νέους μυθιστορηματικούς ήρωες.

Οσο ήταν ενεργός ακόμη, ομολογημένη φιλοδοξία του ήταν να συναρπάζει τους αναγνώστες και μάλιστα με διαφορετικό τρόπο από εκείνον των ομοτέχνων του. Επίσης συναρπαστικός, ωστόσο, είναι και ο τόμος «Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους» που θα κυκλοφορήσει μέσα στο φθινόπωρο (μετ. Κ. Σχινά, εκδ. Πόλις), με επιλεγμένες συνεντεύξεις, δοκίμια και άρθρα του Ροθ από την πρώτη εικοσιπενταετία της συγγραφικής του πορείας.

Στην παραπάνω συλλογή βρίσκονται συνομιλίες του με επιφανείς συνεργάτες έγκυρων λογοτεχνικών επιθεωρήσεων και η βεντάλια των θεμάτων που θίγονται τόσο σ' αυτές όσο και στα δικά του δοκίμια είναι πλατιά. Ο Φίλιπ Ροθ μιλά μεταξύ άλλων για τα παιδικά του χρόνια στο Νιούαρκ, για τα διηγήματα της συλλογής «Αντίο Κολόμπους» που του χάρισαν το National Book Award στα 27 του, για το πολύκροτο «Σύνδρομο του Πορτνόι» που προκάλεσε την μήνιν των ομοθρήσκων του όπως και για το διασημότερο alter ego του, τον Νέιθαν Ζούκερμαν. Κι ακόμα, ανασκευάζει τις παρερμηνείες που δέχτηκαν τα γραπτά του, αναφέρεται εκτενώς στην εβραϊκή καταγωγή του, εκφράζει τις απόψεις του για το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, στηλιτεύει το έλειμμα κουλτούρας στις ΗΠΑ, κι αποτιμά το έργο άλλων συγγραφέων όπως ο Κάφκα, ο Σολ Μπέλοου, ο Μίλαν Κούντερα ή ο Νόρμαν Μέιλερ. Ιδού μερικά αποσπάσματα, σαν πρόγευση.

Σνομπάροντας το Χάρβαρντ και το λογοτεχνικό κατεστημένο

«Εζησα σε μια μικροαστική εβραϊκή γειτονιά του Νιούαρκ ώς τα 17 μου και έφυγα για ένα μικρό πανεπιστήμιο της αγροτικής Πενσιλβάνια που είχε ιδρυθεί, στα μέσα του 19ου αιώνα, από Βαπτιστές και ακόμη απαιτούσε από τους φοιτητές του να εκκλησιάζονται εβδομαδιαίως στο παρεκκλήσι. Ουδεμία σχέση με το πνεύμα της Νέας Υόρκης ή της γειτονιάς μου στο Νιούαρκ. Ηθελα ν' ανακαλύψω πώς ήταν η "άλλη" Αμερική. Η Αμερική σε εισαγωγικά, γιατί για μένα ήταν τότε μονάχα μια ιδέα, όπως και για τον Κάφκα. Ανάμεσα στα 16 και τα 17, βρισκόμουν κάτω από την έντονη επίδραση του Τόμας Γουλφ και της λυρικής του αίσθησης για την καθημερινή αμερικανική ζωή· με επηρέαζε ακόμη η λαϊκιστική ρητορική που είχε γεννηθεί από την Υφεση και την οποία η πατριωτική φλόγα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχε μεταμορφώσει στον δημοφιλή εθνικό μύθο περί "αχανούς χώρας" και «πλούσιας ποικιλομορφίας" του λαού. Είχα διαβάσει Σίνκλερ Λούις, Σέργουντ Αντερσον, Μαρκ Τουέιν: κανένας από τους τρεις δεν ήταν εκείνος που θα μ' έσπρωχνε να συναντήσω την Αμερική στη Νέα Υόρκη ή έστω στο Χάρβαρντ. Θα μπορούσα να πάρω πολύ καλή μόρφωση στο Χάρβαρντ, αλλά βαθιά μέσα μου δεν ήταν αυτό που αναζητούσα. (...)

Εκανα ένα χρόνο μεταπτυχιακά στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, μετά πήγα στην Ουάσιγκτον όπου υπηρέτησα τη θητεία μου. Το 1956 επέστρεψα στο Σικάγο και δίδαξα στο εκεί πανεπιστήμιο για δύο χρόνια. Αρχισα να γράφω τα διηγήματα που αποτέλεσαν το "Αντίο Κολόμπους" κι όταν ο εκδότης μου έκανε δεκτό το βιβλίο το καλοκαίρι του '58, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου στο πανεπιστήμιο και μετακόμισα στο Μανχάταν, ανταλλάσσοντας τη ζωή ενός νέου καθηγητή με αυτήν ενός νέου συγγραφέα. Επί έξι περίπου μήνες έζησα στο Lower East Side σε απόλυτη δυστυχία: δεν μου άρεσε το λογοτεχνικό κατεστημένο, δεν με ενδιέφερε ο κόσμος των εκδόσεων, δεν κατάφερνα να μυηθώ στο τρέχον τελετουργικό που καθόριζε τις σεξουαλικές αψιμαχίες περί τα τέλη της δεκαετίας του '50 και, καθώς δεν ασχολιόμουν ούτε με το εμπόριο ούτε με τη βιομηχανία ούτε με τα οικονομικά, άρχισα να μη βλέπω το λόγο να παρατείνω τη διαμονή μου εκεί. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έζησα στη Ρώμη, το Λονδίνο, την Αϊβα και το Πρίνστον. Οταν επέστρεψα στη Νέα Υόρκη το 1963, ήταν για να ξεφύγω από ένα γάμο και στη συνέχεια να ψυχαναλυθώ. Οταν τέλειωσε η ανάλυση και η δεκαετία του '60, έφυγα για την εξοχή όπου και έζησα έκτοτε (...)».

**

Η εμπειρία της ψυχανάλυσης

«Αν δεν είχα ψυχαναλυθεί, δεν θα είχα γράψει το "Σύνδρομο Πορτνόι" όπως το έγραψα, τη "Ζωή μου ως άντρα" όπως την έγραψα, ούτε το "Βυζί" θα έμοιαζε μ' αυτό που είναι. Ούτε εγώ θα έμοιαζα με τον εαυτό μου. Η εμπειρία της ψυχανάλυσης ήταν πιθανότατα πιο χρήσιμη στη συγγραφική και όχι στη νευρωτική μου πλευρά, μολονότι ενδέχεται να υπάρχει μια ψευδής διάκριση εδώ. Είναι μια εμπειρία που μοιράστηκα με δεκάδες χιλιάδες μπερδεμένους ανθρώπους -και οτιδήποτε τόσο δυνατό συνδέει τον συγγραφέα με τη γενιά του, με την κοινωνική του τάξη, με το παρόν του, είναι εξαιρετικά σημαντικό γι' αυτόν, με την προϋπόθεση ότι στη συνέχεια θα καταφέρει να αποσπαστεί από αυτήν την εμπειρία και να την εξετάσει αντικειμενικά, κάτω από το μικροσκόπιο της φαντασίας, στη συγγραφική κλινική».

Για τα εβραϊκά στερεότυπα

«Μεγάλωσα έχοντας συνείδηση του εβραϊσμού μου. Εζησα σε μια εβραϊκή, κατά κύριο λόγο, γειτονιά, και φοίτησα σε δημόσια σχολεία όπου περίπου το 90% των μαθητών και των δασκάλων ήταν Εβραίοι. Το να ζει ένα Αμερικανάκι των πόλεων σε έναν εθνοτικό και πολιτισμικό θύλακα όπως αυτός δεν ήταν ασυνήθιστο στη γενιά μου (...). Οταν πια ήμουν έτοιμος για το πανεπιστήμιο δεν ήταν ν' απορεί κανείς που έκανα τη δεδομένη επιλογή: ποτέ δεν είχα γνωρίσει από πρώτο χέρι κανέναν από τους αποκαλούμενους Αμερικανούς που λεγόταν επίσης ότι ζούσαν στη χώρα μας.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, από γεννησιμιού μου με περιτριγύριζε ένας ορισμός του Εβραίου τόσο βαρύς συναισθηματικά και ιστορικά, ώστε ήταν αδύνατον να μη με επηρεάσει, όσο κι αν ήταν διαμετρικά αντίθετος από την εμπειρία μου. Ηταν ο ορισμός του Εβραίου ως πάσχοντος, του Εβραίου ως στόχου διακωμώδησης, απέχθειας, εμπαιγμού, περιφρόνησης, λοιδορίας, ως θύματος κάθε αποτρόπαιας μορφής διωγμού και βαρβαρότητας, συμπεριλαμβανομένου και του φόνου (...). Η διαφορά ανάμεσα στην τραγική διάσταση της εβραϊκής ζωής στην Ευρώπη και την πραγματικότητα της καθημερινής μας ζωής ως Εβραίων στο Νιού Τζέρζι ήταν κάτι που με μπέρδευε και έπρεπε μόνος μου να το επιλύσω -και όντως πάνω σ' αυτήν την ασυμφωνία των δυο διαμετρικά αντίθετων εβραϊκών εμπειριών βρήκα πεδίο πρόσφορο για τα πρώτα μου διηγήματα και αργότερα για το "Σύνδρομο Πορτρόι"».

(Από συνέντευξη του Ροθ στον Γάλλο φιλόσοφο Αλέν Φινκελκρό, που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1981 στον «Νουβέλ Ομπσερβατέρ»).

Η δύναμη του συγγραφέα

«Η συγγραφή μυθιστορημάτων δεν είναι η οδός προς την ισχύ και την εξουσία. Δεν πιστεύω ότι στην κοινωνία μου τα μυθιστορήματα επιφέρουν σοβαρές αλλαγές στη ζωή του οποιουδήποτε πέρα από τη ζωή μιας χούφτας ανθρώπων, των συγγραφέων, των οποίων το έργο ασφαλώς επηρεάζεται σοβαρά από τα μυθιστορήματα άλλων ομοτέχνων τους. Δεν βλέπω να συμβαίνει κάτι τέτοιο στον κοινό αναγνώστη, ούτε και θα το προσδοκούσα. (...) Στην καλύτερη περίπτωση, οι συγγραφείς αλλάζουν τον τρόπο που διαβάζουν οι αναγνώστες. Αυτή η προσδοκία μου φαίνεται η μόνη ρεαλιστική. Επίσης μου φαίνεται αρκετή. Η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι μια βαθιά και μοναχική απόλαυση, μια συναρπαστική και μυστηριώδης ανθρώπινη δραστηριότητα που δεν απαιτεί μεγαλύτερη ηθική ή πολιτική νομιμοποίηση απ' ό,τι το σεξ (...). Σίγουρα η λογοτεχνία μου προκάλεσε κάποιο σκάνδαλο, οι άνθρωποι όμως σκανδαλίζονται συνεχώς -για τους περισσότερους είναι τρόπος ζωής. Τίποτε δεν σημαίνει αυτό. Αν με ρωτούσατε αν θέλω να αλλάξει η λογοτεχνία μου κάτι στην κουλτούρα, η απάντηση θα ήταν και πάλι όχι».

(Από συνέντευξη στην πανεπιστημιακό και συγγραφέα Ερμιόνη Λι, για το «Paris review», 1984)

Η λογοκρισία τού τίποτα

«Το μυθιστόρημα στην Αμερική έχει ακυρωθεί πλήρως ως σοβαρός τρόπος γνώσης του κόσμου, τόσο στο πλαίσιο της μικρής πολιτισμικής ελίτ της χώρας όσο και ανάμεσα στις δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς για τους οποίους η τηλεόραση είναι η μόνη πηγή γνώσης για οτιδήποτε. Η ζωηρή συζήτηση για ταινίες δεκάτης κατηγορίας από πρώτης τάξεως ανθρώπους έχει εκτοπίσει σχεδόν την ανταλλαγή απόψεων για το βιβλίο (...). Τα λαϊκά μέσα επικοινωνίας έχουν σφετεριστεί τη διευρευνητική λειτουργία της λογοτεχνίας -την έχουν σφετεριστεί και την έχουν ευτελίσει (...). Η απειλή για μια εκπολιτισμένη Αμερική δεν είναι το να λογοκριθεί αυτό ή το άλλο βιβλίο σε κάποια παράτυπη υπηρεσία κάπου στη χώρα, δεν είναι η προσπάθεια της κυβέρνησης να αποσιωπήσει ή να διαστρεβλώσει αυτή ή την άλλη πληροφορία. Είναι η υπεραφθονία της πληροφορίας, τα ραγδαία αναπτυσσόμενα κυκλώματα πληροφορίας -είναι η λογοκρισία τού τίποτα.

(Από συνέντευξη στους Α. Milbauer και D. Watson για το βιβλίο τους « Διαβάζοντας Φίλιπ Ροθ», 1975)

Βιβλιοθήκης εγκώμιον

«Οταν μεγάλωνα στο Νιούαρκ τη δεκαετία του '40, θεωρούσαμε ότι τα βιβλία της δημοτικής βιβλιοθήκης ανήκαν στο κοινό. Μια και στο σπίτι μου δεν υπήρχαν πολλά βιβλία, και οι γονείς μου δεν διέθεταν χρήματα ώστε να μπορώ να αγοράζω, ήταν υπέροχο να γνωρίζω ότι μόνο χάρη στην ιδιότητά μου ως δημότη είχα πρόσβαση σε όποιο βιβλίο ήθελα από εκείνο το μεγαλόπρεπο, αυστηρό κτήριο στην οδό Γουάσιγκτον, ή από το παράρτημα της βιβλιοθήκης στη γειτονιά μου, δυο βήματα από το σπίτι μου. (...) Το να διαπιστώνει ξαφνικά ένας δεκάχρονος ότι είναι σε θέση να προσανατολιστεί ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες τόμους ώστε να βρει εκείνον ακριβώς που θέλει, δεν δίνει δα και τόσο μικρή ικανοποίηση. Και μη νομίζετε ότι δεν μετρούσε να κουβαλάς την κάρτα της βιβλιοθήκης στην τσέπη σου, να πληρώνεις τη συνδρομή, να κάθεσαι σ' ένα άγνωστο μέρος, όπου δεν μπορούσαν να σε φτάσουν οι γονείς ή το σχολείο και να διαβάζεις ό,τι είχες διαλέξει, μέσα στην ανωνυμία και τη γαλήνη, και, τελικά, να κουβαλάς από την άλλη άκρη της πόλης στο σπίτι, ακόμη και στο κρεβάτι σου τη νύχτα ένα βιβλίο με μια ολοδική του σειρά κατιόντων, ένα οικογενειακό δέντρο από αναγνώστες του Νιούαρκ, στο οποίο είχε τώρα προστεθεί και το δικό σου όνομα.

Τη δεκαετία του '40, όταν η πόλη κατοικούνταν κυρίως από λευκούς, ακαταμάχητο γεγονός της ζωής μας ήταν ότι τα βιβλία μας "ανήκαν" και ότι η δημοτική βιβλιοθήκη είχε πολλά να μας διδάξει για τους κανόνες της πολιτισμένης ζωής και να μας προσφέρει πολλές πολιτισμένες απολαύσεις. Είναι παράξενο (για να το θέσω ευγενικά) ότι τώρα που το Νιούαρκ έχει γίνει μια πόλη που κατοικείται κυρίως από μαύρους, το Δημοτικό Συμβούλιο (για οικονομικούς λόγους, μας είπαν) κατέληξε σε μιαν απόφαση που δηλώνει πως τα βιβλία δεν ανήκουν τελικά στο κοινό και πως όσα παρέχει μια βιβλιοθήκη στους νέους δεν είναι πλέον απαραίτητα για την εκπαίδευσή τους. Σε μια πόλη που βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας δεκάδων κοινωνικών προβλημάτων, ελάχιστα πράγματα είναι πιο απαραίτητα για την εξέλιξη και την πνευματική υγεία των σκεπτόμενων και φιλόδοξων νέων απ' ό,τι η πρόσβαση στα βιβλία...».

(Από κείμενο του Ροθ για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της γενέτειράς του, στους New York Times τον Μάρτιο του 1969. Στην ίδια βιβλιοθήκη έμελλε να γιορτάσει ο ίδιος πανηγυρικά τα 80ά του γενέθλια, τον Μάρτιο του 2013)

Αυτοβιογραφία ή μυθοπλασία;

«Αν τα βιβλία μου είναι τόσο πειστικά ώστε να δημιουργήσουν στους αναγνώστες την απόλυτη πεποίθηση ότι τους δίνω καυτή, αμεταποίητη ζωή, όπως την έχω βιώσει, τότε υποθέτω πως αυτός δεν είναι ο χειρότερος σταυρός που υποχρεώνεται να κουβαλήσει ένας μυθιστοριογράφος. Καλύτερα από το να μη με πιστεύουν καθόλου. (...) Αν αυτοί οι ευφυείς αναγνώστες το μόνο που μπορούν να δουν στη δουλειά μου είναι η βιογραφία μου, τότε είναι απλώς αδιαπέραστοι από τη λογοτεχνία -αδιαπέραστοι από τη μίμηση, την εγγαστριμυθία, την ειρωνεία, ανίκανοι να αντληφθούν τις χιλιάδες παρατηρήσεις για την ανθρώπινη ζωή πάνω στις οποίες οικοδομείται ένα βιβλίο, μουδιασμένοι μπροστά σε όλα τα λεπτά τεχνάσματα μέσω των οποίων τα μυθιστορήματα δημιουργούν μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας ακόμη πιο πραγματική από τη δική μας».

(Από συνέντευξη με τον Αγγλο ποιητή, κριτικό και βιογράφο Ιαν Χάμιλτον για τους «Sunday Times» του Λονδίνου, 1984)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μυθιστορήματα
Βιβλίο
Συγγραφείς/Συγγράμματα