Έντυπη Έκδοση

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΣΤΑΤ Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΦΚ ΣΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ

Πάγωσαν πέρσι 700.000 νοικοκυριά

Η «επιτυχία» του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης ανάγκασε 700.000 νοικοκυριά να σταματήσουν να χρησιμοποιούν την κεντρική θέρμανση του σπιτιού τους. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικά καθώς αποδεικνύουν ότι κυβέρνηση και τρόικα ανάγκασαν τους Ελληνες και το 2013 να «παγώσουν», έστω και αν το μέτρο όχι μόνο δεν έφερε τα αναμενόμενα έσοδα, αλλά δημιούργησε «τρύπα» 300 εκατ. ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό.

Το μέτρο της αύξησης του ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης αποδεικνύεται απόλυτα αποτυχημένο και από το γεγονός ότι η μέση μηνιαία ποσότητα υγρών καυσίμων και φυσικού αερίου που καταναλώνεται στην κύρια κατοικία μειώθηκε κατά 46,1% και 3,2% αντίστοιχα. Αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν δραματικά τα κρατικά έσοδα, αλλά κυρίως χιλιάδες νοικοκυριά είτε να παγώσουν χωρίς θέρμανση είτε να αναζητήσουν φτηνότερες λύσεις.

Για παράδειγμα η μέση μηνιαία ποσότητα στερεών καυσίμων (καυσόξυλα, πέλλετ, πυρήνας κ.λπ.) αυξήθηκε κατά 20,7%. Αντίστοιχα η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 1,2%, ενώ αυτή του υγραερίου αυξήθηκε κατά 0,3%.

Η κυβέρνηση σε συνεργασία με την τρόικα λοιπόν ανάγκασαν τους Ελληνες να κόψουν το πετρέλαιο και αυτό πλέον το επιβεβαιώνει και η ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα από την έρευνα οικογενειακού προϋπολογισμού, προκύπτει ότι το 2013 από το σύνολο των 4.178.116 νοικοκυριών κεντρική θέρμανση στο σπίτι τους είχαν τα 1.592.835 νοικοκυριά, μειωμένα δηλαδή κατά 31,3% από τα 2.317.127, νοικοκυριά που είχαν κεντρική θέρμανση στο σπίτι τους το 2012.

Και πώς να γίνει διαφορετικά άλλωστε όταν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το 21% του πληθυσμού ζει στα όρια της φτώχειας δαπανώντας λιγότερα από 5.253,77 ευρώ, ενώ το 2012 το ποσοστό ήταν 21,2% με ετήσια δαπάνη λιγότερο από 5.524,20 ευρώ.

Ακόμα όμως και τα νοικοκυριά που δεν ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, αναγκάστηκαν να μειώσουν τη μέση μηνιαία δαπάνη τους κατά 7,8% ή 127,71 ευρώ, με αυτή να διαμορφώνεται στα 1.509,39 ευρώ. Οι μεγαλύτερες «οικονομίες» έγιναν στη δαπάνη για υγρά καύσιμα (-17,56 ευρώ), στις εξόδους σε ταβέρνες και εστιατόρια (-14,82 ευρώ), τις μετακινήσεις με μεταφορικά μέσα (-9,74 ευρώ), αλλά και στο κόστος διατροφής.

Τα χρήματα που εξοικονόμησαν από τις συγκεκριμένες περικοπές, τα ξόδεψαν σε φάρμακα (5,11 ευρώ) και στα καφενεία (3,68 ευρώ).

Η κοινωνική κρίση που προκάλεσαν τα μνημόνια, άλλαξε προς το χειρότερο τον τρόπο ζωής των Ελλήνων, καθώς 31,3% δεν χρησιμοποιούν κεντρική θέρμανση, ο αριθμός των αυτοκινήτων μειώθηκε έστω και οριακά σε σχέση με πέρσι (0,1%), μειώθηκε ο αριθμός των νοικοκυριών που έχουν στην κατοχή τους εξοχική κατοικία κατά 1,5%, ενώ το 1,8% δεν διαθέτει σταθερό τηλέφωνο.

Ξοδεύουμε κάθε χρόνο 6.672 ευρώ λιγότερα

Απώλεια 6.672 ευρώ έχει υποστεί η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών στην Ελλάδα την περίοδο 2009-2013, σύμφωνα με την έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το 2013 της ΕΛΣΤΑΤ. Συγκεκριμένα, συγκρίνοντας τα αποτελέσματα της ΕΟΠ 2013 με αυτά των προηγούμενων ερευνών, σε σταθερές τιμές 2013, παρατηρούμε μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών από 2.203,55 ευρώ το 2009 σε 1.509,39 ευρώ το 2013, η οποία αντιστοιχεί σε μείωση κατά 31,5%. Η αντίστοιχη μείωση σε τρέχουσες τιμές ανέρχεται σε 26,9%.

Μεταξύ 2009 και 2013, η μεγαλύτερη μείωση τόσο σε τρέχουσες όσο και σε σταθερές τιμές 2013 εμφανίζεται στα είδη ένδυσης και υπόδησης (-46,3% και -48,4% αντίστοιχα). Η μικρότερη μείωση καταγράφεται στα οινοπνευματώδη ποτά και καπνό (-8,5%), σε τρέχουσες τιμές, ενώ σε σταθερές τιμές 2013 καταγράφεται στην εκπαίδευση (-16,6%).

Αναλυτικότερα, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών, για το 2013, ανήλθε στα 1.509,39 ευρώ, καταγράφοντας μείωση κατά 7,8% ή 128 ευρώ, σε σύγκριση με το 2012. Σε πραγματικούς όρους, η μέση μηνιαία δαπάνη μειώθηκε κατά 6,2% ή 100 ευρώ, λόγω της επίδρασης από τον πληθωρισμό.

Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής (20,4%) και ακολουθούν η στέγαση (13,7%) και οι μεταφορές (12,5%), ενώ οι υπηρεσίες της εκπαίδευσης αποτελούν το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (3,4%).

Βασικές διαπιστώσεις

Μεταξύ του 2012 και του 2013 παρατηρείται μεταβολή του καταναλωτικού προτύπου (τρέχουσες τιμές) και, ειδικότερα, μετατόπιση των δαπανών από δαπάνες που αφορούν στις μεταφορές, στα διαρκή αγαθά, στη στέγαση, στα ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια, στα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες, στην εκπαίδευση, στις επικοινωνίες προς τις δαπάνες που αφορούν, κυρίως, στην υγεία, στα αλκοολούχα ποτά και καπνό και στη διατροφή ως ποσοστό επί του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (2012), καταγράφεται μεγαλύτερη μείωση δαπανών, σε τρέχουσες τιμές, για διαρκή αγαθά (-11,6%), εκπαίδευση (-11,3%), μεταφορές (-9,9%), διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (-9,5%), ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια (-,3%), επικοινωνίες (-9,2%), στέγαση (-8,8%), ένδυση-υπόδηση (-8,3%). Μικρότερες μειώσεις παρατηρούνται στις δαπάνες στα είδη διατροφής (-6,5%), αναψυχή και πολιτισμό (-5,6%), υγεία (-0,3%), ενώ μικρή αύξηση καταγράφηκε για οινοπνευματώδη ποτά και καπνό (0,1%).

Οσον αφορά στις διαφορές στην ποσοστιαία συμμετοχή της κάθε ομάδας στο σύνολο των δαπανών σε τρέχουσες τιμές, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στην υγεία, κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η μεγαλύτερη μείωση καταγράφεται στις μεταφορές, περίπου κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Σε σταθερές τιμές 2013, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στις δαπάνες για αναψυχή και πολιτισμό κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η μεγαλύτερη μείωση καταγράφεται στη στέγαση, περίπου κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Ανισότητα

* Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,7 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (5,9 για το 2012).

* Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 32,3% των δαπανών των νοικοκυριών της χώρας, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 13,5%.

* Η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται στο 32,8% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 33,6% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα μη φτωχά το 18,8%. Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωμένοι, ανασφάλιστοι κ.λπ.), η δαπάνη τους για την υγεία ανέρχεται στο 9,0% του μέσου προϋπολογισμού τους, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη των μη φτωχών ανέρχεται στο 7,0%.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Καύσιμα/Ενέργεια
Εφορία και φορολογική πολιτική
Πετρέλαιο θέρμανσης
Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ)