Έντυπη Έκδοση

Οι κολαούζοι

Σημεία των καιρών. Η αναζήτηση μάντρας, στέγης, ιδεολογικού, οικονομικού, κοινωνικού και αισθητικού καταφύγιου. Η μεγάλη και ποικίλη εκπαιδευτική μου πείρα με έχει εφοδιάσει με περιπτώσεις κυρίως νέων, που βγαίνοντας από το οικογενειακό μαντρί ή και από την ασφάλεια της οικογενειακής εστίας αναζητούν ένα χώρο, ομαδικό, ένα «ανήκειν», ένα απάγκιο, μια ασπίδα, ένα κέλυφος.

Η ψυχανάλυση μας έχει προικίσει με τεκμηριωμένες μελέτες για μια προσπάθεια του ατόμου που έρχεται στον κόσμο, τον ξένο και ερημικό μέσα από το σκοτάδι της μήτρας, να αποπειράται να βρει ένα οικείο, ανάλογο, ασφαλή χώρο για να χωθεί. Εγραφα παλιότερα πόσο με είχε εντυπωσιάσει σε μια συνέντευξή του ο σπουδαίος Ελληνας βιολιστής Λεωνίδας Καβάκος, που είχε ερωτηθεί ποια μουσική ακούει στην καθημερινότητά του και είχε απαντήσει ότι ακούει κάθε είδους μουσική, από Μπαχ έως ροκ, από κάντρι έως σειριακή και από ρεμπέτικα έως ιθαγενή ακούσματα Αφρικής, εκτός από τη μουσική που ο ρυθμός της αναπαράγει τον ρυθμό που ακούει ο μαιευτήρας όταν ακροάται στην ενδομήτρια ζωή του ένα έμβρυο. Και έλεγε πως αυτή την εικόνα του δίνουν νέα παιδιά στα ορθάδικα, που μέσα σ' ένα πλήθος ομοίων και στον ορυμαγδό των μεγαφώνων, μοναχικά μέσα στο χάος, έχουν ακουστικά στ' αυτιά και ακούνε αυτό το γκάπα-γκούπα των δύο τετάρτων.

Ή λοιπόν επιλέγει κανείς τη συμβολική επιστροφή στη μήτρα και στον αυτισμό, ή γίνεται άκριτος οπαδός με μόνο κίνητρο το «ανήκειν» κάπου, το πρόβλημα εν τέλει είναι το ίδιο.

Οι οπαδοί των γηπέδων, των μαζικών συναυλιών, των εντολών της μόδας, των ιδεολογικών ρευμάτων, οι προσήλυτοι των κομματικών μορφωμάτων, των θρησκευτικών σεχτών, των καλλιτεχνικών πρωτοποριών δεν διαφέρουν μεταξύ τους, αν η ένταξή τους στη μάντρα της ιδέας, της μορφής, τη ροπής ή του ειδώλου γίνεται άκριτα, συναισθηματικά και εξ αιτίας της έλλειψης προσωπικού έρματος και λελογισμένης ανάγκης. Ως εκπαιδευτικός έχω ζήσει περιπτώσεις μαθητών μου που ως προέφηβοι και έφηβοι μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια πέρασαν από το αναρχικό κίνημα σε θρησκευτική σέχτα και εν συνεχεία κατέληξαν συστηματικοί χαρτοπαίχτες σε λέσχες, τζογαδόροι και μανιακοί του κλαμπ των ραντιέρηδων.

Η καταφυγή στα ναρκωτικά και στα αναβολικά, είτε για να ξεπεραστεί η ανασφάλεια του πνεύματος είτε η απέχθεια για το σώμα, είναι ένα από τα τραγικά σύνδρομα της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι οδήγησαν εκατομμύρια νέους στον όλεθρο με τη μαζική υστερία εθνικισμού και ρατσισμού που καλλιέργησαν μετά το οικονομικό κραχ του Μεσοπολέμου, την ανεργία και την έκπτωση των ανθρωπιστικών αξιών μετά το μακελειό του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σήμερα όμως θέλω να εντοπίσω το φαινόμενο σε κάποιους κολαούζους που πολώνονται γύρω από τυχάρπαστους, μικροαπατεώνες, πεποιημένα είδωλα, κακοχυμένα ξόανα, τενεκέδες ξεγάνωτους και τους λιβανίζουν, τους γλείφουν, τους περιφέρουν και τους πλασάρουν ως μεσσίες είτε της τέχνης, είτε της επιστήμης, είτε της πολιτικής, είτε του αθλητισμού.

Αυτοί οι κεκράχτες, οι καραμούζες, οι ντελάληδες, τα λαμόγια της πιάτσας απλώνουν στο παζάρι την πραμάτεια τους, που πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Για να εντυπωσιάζουν κυρίως τους ανερμάτιστους και ανέτοιμους από μια κούφια Εκπαίδευση νέους φορούν προσωπίδες εξωτικές, είτε φανταχτερές είτε φοβιστικές και γοητεύουν τα πλήθη με το πρωτόφαντο, το εξωφρενικό, το πρόσφορο στον εύκολο εθισμό.

Αυτοί οι κολαούζοι της όποιας μόδας γίνονται αισθητικά ή ιδεολογικά βαποράκια και μοιράζουν τζούρες μεταμοντερνισμού, κυνισμού, αναρχισμού, καλλιτεχνικού και επιστημονικού αχταρμά.

Είναι αυτός ο εσμός, που ήδη κάνει και στον τόπο μας επικερδή καριέρα, που κατέγραψε στο «Αξιον Εστί» ο Ελύτης με τους σκληρούς στίχους: «Χαχάνοι ορνεοκέφαλοι κοπροκρατούν το μέλλον». Είναι οι ίδιοι που σατίρισε ο Διονύσιος Σολωμός στην «Τρίχα»: «Οι καμπάνες πληρωμένες βάραγαν σαν βουρλισμένες». Και η πληρωμή των κολαούζων δεν είναι πάντα χρηματική. Ζουν και αναπνέουν στη χλιδή των ειδώλων τους, αφού από τα είδωλα, τα μορφώματα πάσης φύσεως κολακεύουν τους κεκράχτες ώστε να συντηρούν, έστω όσο περνάει η μπογιά της μόδας τους, την επιφάνειά τους στο λογείο του τσίρκου των ταχυδακτυλουργών.

Κάποτε ο κολαούζος έδινε αέρα στους δύτες στα σφουγγαράδικα, τώρα ματαίως διοχετεύει αναβολικά στα ταριχευμένα πτώματα της μεταμοντέρνας συγκυρίας.

ΥΓ. Στο προηγούμενο σημείωμά μου ο Δαίμων της κακογραφίας μου ανέφερε «σε μένα» αντί «σε ξένα»!

Φιλόλογος, κριτικός

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Αλφάδι και μυστρί