Έντυπη Έκδοση

Περί «εθνικής συνεννόησης»

Στη συγκυρία κρίσιμων πολιτικών περιόδων (υπήρξε άραγε ποτέ μη κρίσιμη περίοδος στην Ελλάδα;) πέφτουν αίφνης στη δημόσια συζήτηση ιδέες ή προτάσεις με προφανή σκοπό έναν πρόσκαιρο εντυπωσιασμό. Πρόκειται κυρίως για συναισθηματικής χροιάς αναφορές, όπως εθνική συμφιλίωση, συνεννόηση, προσπάθεια, συναίνεση κ.ά., αποσκοπώντας κατ' αρχήν σε αποφόρτιση του πολιτικού κλίματος.

Εκείνοι που, ανέξοδα βεβαίως, τις καταθέτουν έχουν ήδη κατά νουν την προβολή του ονόματός τους και κατόπιν «ό,τι ήθελε προκύψει». Αυτό δε ισχύει σε κάποιο βαθμό ακόμη και για περιπτώσεις όσων πράγματι αγωνιούν για την πορεία του τόπου και κοπιάζουν αναζητώντας ένα δρόμο που θα μπορούσε να μας βγάλει από το αδιέξοδο της τελευταίας πενταετίας. Το πέρασμα όμως από τη θεωρία στην πράξη, πολιτική εν προκειμένω, συνιστά μια σύνθεση κινήσεων και ενεργειών ως και την ιεράρχησή τους, προϋποθέτοντας δε σφαιρική γνώση των ζητημάτων, ώστε να διαθέτει ρεαλιστική προοπτική η προβαλλόμενη ιδέα.

Παρακολουθώντας τις διακυμάνσεις στο λεγόμενο «δημόσιο διάλογο» των φθινοπωρινών αντιπαραθέσεων και ανεξάρτητα από την ουσία του περιεχομένου, διακρίνει κανείς μια γενική εικόνα σύγχυσης, στο πλαίσιο της οποίας τα ζητήματα εμφανίζονται έτι πολυπλοκότερα. Τούτο προδίδει συμπτώματα μιας κρίσης στρατηγικής εκ μέρους των πολιτικών δυνάμεων τόσο σε κυβερνητικό όσο ακόμη και σε αντιπολιτευτικό επίπεδο. Προφανώς δεν λείπει η γνώση του αντικειμένου που προκαλεί αυτή την κρίση στρατηγικής, διότι η αξιολόγηση και διατύπωση θέσεων προκύπτει κυρίως μέσα από αντιπαραθέσεις που διακινούνται μέσα στο κλίμα επικείμενων εκλογικών αναμετρήσεων και πιθανών ανατροπών των υφιστάμενων συσχετισμών ισχύος σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Στην πορεία των επαναλήψεων «παράτας» του φθινοπώρου, σκηνικό ΔΕΘ, αγιασμοί σχολείων κ.ά., ακούστηκε εκ νέου η παρότρυνση για αντιμετώπιση των προβλημάτων με μια κοινή στάση των πολιτικών δυνάμεων: ο τόπος χρειάζεται «εθνική συνεννόηση», είπαν εκ νέου ορισμένοι χωρίς να εμφανίζουν καν το περίγραμμα αυτής της ιδέας. Πέραν του ότι το κεφαλαιώδες πρόβλημα της χώρας δεν ανήκει μόνο στην πολιτική, καθώς αφορά άμεσα σε οικονομικές, κοινωνικές κ.ά. δυνάμεις, η ιδέα μιας εθνικής συνεννόησης δεν είναι νέα. Εχει προβληθεί συχνά χωρίς όμως τα συνθετικά της στοιχεία. Κι εφόσον η αντιπαλότητα ανάμεσα σε κυβερνώντες και αντιπολίτευση ανέρχεται, τούτο σημαίνει πως μόνο με αναθεώρηση αρχών θα ήταν εφικτή μια προσέγγιση έστω για ανάλυση και χειρισμό των πραγματικών δεδομένων του εξωτερικού χρέους.

Η αντιμετώπιση των εξελίξεων γύρω από το ζήτημα διακανονισμού του εξωτερικού μας χρέους αποτελεί ασφαλώς ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε βεβαίως να επέλθει μια τέτοια εθνική συνεννόηση ανάμεσα σε εδραιωμένες και πολιτικά βιώσιμες δυνάμεις, ώστε να εμφανίζει η χώρα προς τα έξω την εικόνα μιας ισχυρής σύγκλισης σ' ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα. Ακόμη όμως κι αν εμφανισθεί υλοποιήσιμη μια τέτοια πιθανότητα, η επιτυχία του εθνικού αυτού εγχειρήματος προϋποθέτει μια εξίσου σοβαρή και αναλυτικά μεθοδική πρόταση. Την οποία θα έχουν επεξεργασθεί από κοινού αρμόδια όργανα και επιτελεία και η οποία θα τύχαινε κοινής αποδοχής από τις ηγεσίες τους. Στην απίθανη, ως έχουν τα πράγματα, αυτή περίπτωση, οι περιβόητοι δανειστές μας θα αναγκάζονταν πράγματι να αντιμετωπίσουν την κατάσταση εντελώς διαφορετικά, ρεαλιστικά δηλαδή και όχι με εκβιαστικά επιχειρήματα περί άτακτης χρεοκοπίας, καταποντισμού της οικονομίας κ.ο.κ.

Πέραν του κεφαλαιώδους ζητήματος της απομείωσης του δημόσιου χρέους, συνεχίζει να πιέζει διαρκώς και το θέμα των λεγόμενων ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες «λανσάρονται» με το κοσμητικό «μεταρρυθμίσεις». Συνιστά ήδη ευτελισμό της ίδιας της έννοιας, όταν η αλλαγή ιδιοκτήτη και μόνο αναφέρεται σαν μεταρρύθμιση ή επένδυση. Εκείνοι που παρεμβαίνουν συγκυριακά σε τέτοιες διαδικασίες «αξιοποίησης» επιχειρήσεων αναζητούν συνήθως το γνωστό «φιλέτο», συχνά όμως κινούνται και με διάθεση να «κάνουν πλιάτσικο». Ασφαλώς δεν αποτελεί τούτο ελληνική πρωτοτυπία, καθώς τέτοια κριτήρια επεκράτησαν ακόμη και κατά τη διανομή των επιτροπικών χαρτοφυλακίων στις Βρυξέλλες, καθότι ορισμένα επιδόθηκαν ύστερα από το διακανονισμό μιας ιδιωτικοποίησης κερδοφόρου ήδη οργανισμού του δημόσιου τομέα.

Επειδή όμως και το απίθανο πρέπει να εκλαμβάνεται ως εφικτό στην πολιτική, τούτο ενέχει τον κίνδυνο ενός μεθοδευμένου ευνουχισμού των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, καθώς στο πλαίσιο μιας τέτοιας συνεννόησης μπορεί αυτές να ξεδοντιαστούν προκαταβολικά αχρηστεύοντας οι ίδιες το ρόλο τους. Τούτο δε θα καθίστατο αναπόφευκτο, όταν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας εθνικής συνεννόησης η αντιπολίτευση δεν θα διαθέτει, πέραν των επεξεργασμένων της θέσεων, και δικές της εναλλακτικές διαπραγματευτικές προτάσεις. Η κάθε διαπραγμάτευση, ως γνωστόν, δεν σημαίνει επιβολή αλλά συγκερασμό θέσεων, ενίοτε δε και καταναγκαστικούς συμβιβασμούς. Η πλευρά των ισχυρών (δανειστών, τραπεζών κ.ά.) έχει γι' αυτό ως κεντρικό στόχο να φέρει πρώτα στο τραπέζι τις αντίπαλες δυνάμεις επιδιώκοντας σταθερά την αποδυνάμωσή τους, με την ενοχοποίησή τους απέναντι στην κοινωνία.

Στη διάρκεια των τελευταίων επαφών της ελληνικής πλευράς με την τρόικα και άλλους παράγοντες στο εξωτερικό, αναφέρθηκε διακριτικά η πιθανότητα υπογραφής ακόμη ενός μνημονίου, αν η κατάσταση με την εξυπηρέτηση του χρέους εμφανισθεί πάλι αδιέξοδη. Κάτι που συμβαίνει ήδη αλλά παρασιωπάται ένθεν κακείθεν. Εν όψει τέτοιων επιπλοκών και με λίαν πιθανή την εκλογική επικράτηση των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, η πλευρά των δανειστών δείχνει ήδη να αποβλέπει σε μια συμφωνία, μέσα στην οποία θα πρέπει να δεσμευθεί και η αντιπολίτευση. Κι αν τούτο συμβεί τότε θα λειτουργούν συστημικά πλέον και οι αντίπαλες προς την κυβέρνηση δυνάμεις, έστω κι αν έχουν επιβάλει κάποιες από τις θέσεις τους. Μια νέα σύμβαση με τους δανειστές, έστω χωρίς το προσωνύμιο του μνημονίου, θα έχει μεγαλύτερη ισχύ σαν το οιονεί αποτέλεσμα μιας «εθνικής», λεγόμενης «συνεννόησης».

* Δημοσιογράφος, πολιτικός επιστήμονας

Tzortzis.jan@gmail.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα