Έντυπη Έκδοση

Ο αγιασμός

«Ειδοποιήθηκα να παραστώ στην έναρξη του σχολικού έτους. «Ηγωνίσθη υπέρ βωμών και εστιών, υπέρ πατρίδος, ενάντια στις επιβουλές των εχθρών του έθνους» έλεγαν για μένα οι γυμνασιάρχες στους συγκεντρωμένους στον προαύλιο χώρο μαθητές τους. Περιφερόμενος «ήρωας» απ' τα χείλη του οποίου ανέμεναν τις συνηθισμένες κορόνες, κατηχητικούς λόγους.

Επισκέφθηκα τρία -μπορεί και τέσσερα- σχολεία την ημέρα εκείνη. Σαστισμένος καθ' ότι νεαρός και άμαθος σ' αυτά, τριαντάρης μόλις αξιωματικός, τραυματισθείς στο βουνό κατά τις τελευταίες εμφύλιες μάχες. Σαν όνειρο είχε περάσει μιαν ολόκληρη δεκαετία, στη διάρκειά της ανδρώθηκα, με εμπειρίες και βιώματα εξωφρενικά. Εναν αδελφό χαμένο απ' την κατοχική πείνα, πατέρα ακρωτηριασμένο στο αλβανικό μέτωπο και μια μάνα, σκιά του αλλοτινού εαυτού της, ζαρωμένη απ' την κακουχία, πρόωρα γερασμένη.

»Εισήχθην στη Σχολή Ευελπίδων από μια ανάγκη βιοπορισμού, για να ξεφύγω απ' τη μοίρα της φτώχειας. Υπηρέτησα υποχρεωτικά στις τάξεις του εθνικού στρατού και έλαβα μέρος στη θηριωδία που συντελέστηκε στα οροπέδια της Μακεδονίας. Αντίκρισα τη φρίκη στα μαυρισμένα κουφάρια, τα σκουληκιασμένα πτώματα, τα ερειπωμένα χωριά. Ποια τρέλα μας είχε κυριεύσει όλους; Ενθεν κακείθεν.

Είχε σουρουπώσει για τα καλά. Ησύχαζαν τα στοιχειά της φύσης και κοντά τους κι εμείς. Ωσπου πήρε να δυναμώνει ένα βουητό. Ξύπνησα -λαγοκοιμόμουν ούτως ή άλλως- κι αφουγκράστηκα, προσπαθώντας να καταλάβω τι ήταν αυτό που έφτανε ώς τ' αυτιά μου. Ενα τραγούδι, κλέφτικο, αποδοσμένο από φωνές στιβαρές, λεβέντικες, ακουγόταν όμως σαν μοιρολόγι, καλόπιασμα στον χάρο. Εκείνοι οι άνδρες που το αντιλαλούσαν, που μπορεί να ήσαν φίλοι, αδέρφια, συγγενείς, δικοί στην κανονική ζωή, την επομένη θα γίνονταν στάχτη απ' τις αμερικανικές ναπάλμ. Εκείνους τους αντάρτες τούς κλαίω πάντα. Ηρωας δεν είμαι, είμαι στρατιώτης. Και ως τέτοιος έκανα απλώς τη δουλειά μου σ' έναν πόλεμο που αποκαλώ αδελφοκτόνο. Μου ζητήσατε να πω δυο κουβέντες για τους συμμορίτες, τέτοιους δεν απάντησα, παιδιά σαν κι εμένα είχα αντιπάλους, συντοπίτες, γειτόνους, δυο οργανωμένοι στρατοί που μάχονταν με λύσσα και πάθος.

"Δεν δύναμαι να μιλήσω για νικητές και ηττημένους. Πατρίδα μου ορίζω τα γράμματα και τους ανθρώπους", είπα απευθυνόμενος σε μαθητές και δασκάλους. Την επομένη μου είχαν κιόλας "κολλήσει" τα παρατσούκλια "κόκκινος" και "τρελάρας", περιττό να αναφέρω πως δόθηκε ρητή εντολή στους σχολάρχες του νομού να πάψουν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί μου».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Εξιστορήσεις