Έντυπη Έκδοση

Οι ψυχές των τσιγάρων

ΠΡΙΝ από πέντε μέρες (και κάτι ώρες) κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο -το πρώτο μου το είχα βουτήξει από το πακέτο του πατέρα μου σε ηλικία δεκάξι χρόνων. Τριάντα έξι χρόνια και τουλάχιστον μισό εκατομμύριο τσιγάρα αργότερα, αποφάσισα να το κόψω. Μαχαίρι, μια κι έξω.

Αυτή τη στιγμή μασουλάω καλαμάκια, μηρυκάζω τσίχλες και μπεγλερίζω κομπολόγια, αλλά τουλάχιστον δεν παριστάνω τον υγραντήρα εσωτερικού χώρου βυζαίνοντας ένα από αυτά τα γελοιωδέστατα υποκατάστατα, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα με τους υδρατμούς. Και βέβαια, ούτε καταφέρομαι εναντίον του τσιγάρου, ούτε ελεεινολογώ τους καπνιστές, όπως κάποιοι φανατικοί προσήλυτοι, γενίτσαροι, που ξαφνικά βλέπουν το φως το αληθινό και φτύνουν εκεί που έτρωγαν, όπως ο Απόστολος Παύλος, που από απηνής διώκτης έγινε ενθουσιώδης υπέρμαχος των Χριστιανών. Το τσιγάρο βλάπτει την υγεία και την τσέπη - η αντικαπνιστική υστερία βλάπτει την ψυχή.

Αυτή τη στιγμή, δεν είναι ότι όλα μου τα κύτταρα θρηνούν από την έλλειψη της νικοτίνης, που με τόση απονιά ξαφνικά σταμάτησα να τα ποτίζω, δεν είναι τόσο η σωματική εξάρτηση που με ταλανίζει, όσο η ψυχολογική. Το τσιγάρο υπήρξε πιστός μου φίλος, σύντροφος και συνοδοιπόρος σε κάθε περίσταση της ζωής μου. Ηταν προέκταση του χεριού μου, ευχάριστο βάρος στην τσέπη μου, αποκούμπι μου, εφαλτήριό μου, αναψυχή και παρηγοριά μου, μέτρο του χρόνου και του τόπου μου, μέσο κοινωνικοποίησης, ακόμα και ιερό, τελετουργικό αντικείμενο: στο τσιγάρο που καπνίζω, ορκίζονταν οι παλιοί, καθώς το γαλαζωπό θυμίαμα αναδυόταν από το τασάκι. Το είχα συνηθίσει τόσο πολύ, που δεν καταλάβαινα πώς, απ' τη μια στιγμή στην άλλη, βρισκόμουν με ένα αναμμένο τσιγάρο στο χέρι.

Τώρα που το έκοψα, τώρα που δεν είναι πια δεδομένο για μένα, το προσέχω παντού. Οχι μόνο στα χέρια και στα στόματα των καπνιστών, αλλά το ξαναβρίσκω στην Τέχνη: αίφνης ανακαλώ όλα τα ποιήματα, τις ταινίες, τους πίνακες, τα τραγούδια και τα μυθιστορήματα, όπου καίνε, και θα καίνε για πάντα, κάποια τσιγάρα.

Στις προτάσεις, τους στίχους, τις εικόνες και τις στροφές του Καββαδία, του Πετρόπουλου, του Αναγνωστάκη, του Καρούζου, του Βαν Γκογκ, του Σαρτρ, του Μαρκ Τουέιν, του Καμί, του Κοκτό, του Λοτρέκ, του Μανέ, του Μαγκρίτ, του Ακη Πάνου, του Βασιλειάδη, του Αλκαίου, της Κατερίνας Γώγου, του Πικάσο. Σιγαρέτα εξαϋλωμένα, αποκαθαρμένα, μεταρσιωμένα, αθάνατα, μυσταγωγικά, μυθικά. Αυτά θα φουμάρω πλέον, τις ιδανικές μορφές, τις ψυχές όλων των τσιγάρων που κάπνισε το σώμα μου, εδώ και τριάντα έξι χρόνια.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Σημείο συνάντησης με τον Παύλο Μεθενίτη