Έντυπη Έκδοση

Ενα δάσος όλο ελιές

ΤΟ ΒΟΥΝΟ στάζει πια την υγρή του μελαγχολία. Στ' αριστερά μου τα φώτα γύρω από τον Παγασητικό λαμπυρίζουν. Οι προβολείς του αυτοκινήτου χαράζουν τις ευθείες τους στην άσφαλτο, πότε πότε φωτίζουν μια αλεπού που σπεύδει να κρυφτεί. Σκέφτομαι έναν φίλο που τράκαρε με αγριογούρουνο.

Ενα ακόμα καλοκαίρι έσβησε με τις πρώτες βροχές και αποχαιρέτησα για μια ακόμα φορά τα τοπία της καρδιάς μου, στο Πήλιο. Κάποτε με έθελγε η Μάνη, η μαύρη ξεραΐλα της, οι πύργοι που υψώνονται, επιδεικνύοντας έναν στιβαρό ανδρισμό. Τώρα πια αντιθέτως, ήμερος με τα χρόνια στην πλάτη μου, αναζητώ την ηδύτητα του τοπίου.

Σκέφτομαι το στίχο του Καρασούλου, όπως τον τραγούδησε η Γαλάνη: «Βλέπεις το Πήλιο, ένα δάσος όλο ελιές». Ο Παρασκευάς ήρθε στα δικά μας μέρη, στους Αφέτες, όπου πράγματι το Πήλιο είναι ένα δάσος όλο ελιές.

Παλιά εδώ, στο νότο του βουνού, οι ελιές δεν ήταν για λάδι αλλά βρώσιμες. Με τα καΐκια από τη Μηλίνα τις μετέφεραν στον Βόλο κι από εκεί οπουδήποτε. Τώρα πια γέμισε ο τόπος ελαιοτριβεία που θέλουν ν' ανταγωνιστούν τη Μάνη ή την Κρήτη, έλα Παναγία μου.

Φτάνω στη στροφή ανάμεσα στο Μετόχι και στην Αργαλαστή και σκέφτομαι πως το ανάθεμα στον Βάρναλη έγινε εδώ. Στοίβαξαν τις πέτρες σε λόφο, όπως είχαν κάνει και με τον Βενιζέλο στην Αθήνα.

Και ενώ προσπαθώ να είμαι προσεκτικός οδηγώντας, το μυαλό μου ξεφεύγει σε μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Σεφέρη στον Λαύκο. Διατηρώ άλλη στο σπίτι μου, μια πρώτη εκτύπωση φωτογραφίας του ποιητή με τη Μαρώ ενώ κάθονται δίπλα στο τζάκι, στην πρεσβεία στο Λονδίνο. Είναι μεγάλη και κορνιζαρισμένη. Με ρωτούσαν: «Ο παππούς και η γιαγιά;», «Ναι», απαντούσα γελώντας μέσα μου. Ο μοναδικός που γνώριζε ήταν ο ξυλουργός Στάθης Καλοβεδούρης. Σ' ένα χωριό στου διαβόλου τη μάνα, ένας ξυλουργός αναγνώρισε τον Σεφέρη. Βαστάει πολιτισμό ο τόπος.

Στο πυροφάνι, όπου τα χταπόδια μεταμφιέζονται σε πέτρες προσμένοντας τα ψάρια, στο δρυμό με το αλυσοπρίονο στο χέρι, στα μποστάνια με τη ζεστή ντομάτα, αποχαιρέτησα φέτος το καλοκαίρι. Και σε γιορταστικά τραπέζια με φίλους καρδιάς.

Οι φίλοι, αχ, με την τσιμπίδα στο χέρι ν' αναποδογυρίζουν στο κάρβουνο τη σαρδέλα, αλλά κι εγώ ν' ανάβω τον ξυλόφουρνο για τα γεμιστά και το γκιούλμπασι. Με το ξανθό κρασί ή με το κόκκινο, με το μεζέ και το τσίπουρο, οι φίλοι, αχ οι φίλοι.

Οταν όλα θα τελειώσουν, όταν οι χυμοί μας θα στερέψουν, αυτοί θα μείνουν, οι φίλοι, με το μεζέ και το κρασί και την ευλογία του ήλιου. Μέχρι τότε όμως ας μας ευλογεί μια αγάπη που είναι ίδιος ο ήλιος.

ΟΔΗΓΩ κρατώντας στεναχώρια για το καλοκαίρι που έφυγε, για ό,τι δεν έζησα, γι' αυτό που θα 'θελα να ζήσω. Ξέρω πως επιστρέφοντας με συντροφιά το χιόνι θα 'χω χαρά. Αν μη τι άλλο αυτή είναι η πίστη κι η απαντοχή μου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
ΑΝ-ΕΞΟΔΟΣ