Έντυπη Έκδοση

Φάρμακο φρικτότερο από την ασθένεια

Στην πρόσφατη συνάντηση στο Μιλάνο, οι 28 υπουργοί Οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης αιφνιδιάστηκαν όταν ο Πορτογάλος αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Βίκτορ Κονστάνσιο ανέφερε με έμφαση ότι κατά την κρίσιμη 7ετία 2007-2014, οι επενδύσεις και ο σχηματισμός κεφαλαίου στην Ευρώπη συρρικνώθηκαν κατά 20%.

Σε αντίθεση με αυτή τη διαπίστωση, οι συνδαιτυμόνες ήσαν πεισμένοι ότι στην Ευρώπη όλα βαίνουν καλώς, αφού η γηραιά ήπειρος εξασφαλίζει πλεονάσματα στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών μέχρι 3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και η Γερμανία μέχρι 7,5% του δικού της. Οσον αφορά τα 20 εκατομμύρια ανέργων της Ευρωζώνης, αυτό φυσικά θεωρείται ένα «θλιβερό κοινωνικό πρόβλημα», που όμως δεν εγγράφεται στο παθητικό του ευρωπαϊκού οικονομικού απολογισμού της τελευταίας 7ετίας.

Οι άνεργοι θεωρούνται υπεύθυνοι για την ανεργία τους, αφού την επιλέγουν οι ίδιοι, είτε επειδή αρκούνται στα γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας είτε επειδή δεν επιμορφώνονται επαρκώς, ώστε να προσαρμόζονται στις ανανεούμενες ανάγκες της οικονομίας. Αλλωστε, οι 28 παραμένουν πεισμένοι ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν πάντα οι «χαμένοι», όπως βέβαια και οι «κερδισμένοι». Ωστόσο, πόσο «κερδισμένη» μπορεί ακόμη να θεωρείται μια οικονομική περιοχή, στην οποία ο αριθμός των «χαμένων» επεκτείνεται με αλματώδεις ρυθμούς και αυτό σε αντίθεση με άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, στις οποίες η ανεργία έχει τεθεί υπό έλεγχο και συρρικνώνεται; Και για πόσο ακόμη καιρό η ανεργία θα θεωρείται αλαζονικά «κοινωνικό πρόβλημα» και όχι σοβαρό οικονομικό, αφού, όπως διδάσκουν οι αρχές της οικονομικής επιστήμης, η ανεργία αποτελεί δείκτη παθογένειας και σοβαρής υπολειτουργίας του οικονομικού συστήματος;

Αυτό που δεν εθίγη διόλου στη συνάντηση των 28 και παραμένει «επτασφράγιστο μυστήριο» είναι το πού οφείλεται η δραματική πτώση επενδύσεων και σχηματισμού κεφαλαίου την τελευταία 7ετία στην Ευρώπη. Ο Φινλανδός επίτροπος Γιούρκι Κατάινεν την απέδωσε στη διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού υποδείγματος και εσύστησε φορτικά επίσπευση των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», δηλαδή την ταχύτερη απελευθέρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας από τις κοινωνικές «επιβαρύνσεις», που μέχρι σήμερα υποτίθεται ότι αποτρέπουν τις επενδύσεις. Επιγραμματικά, ο ίδιος εδήλωσε: «Πρέπει να πάρεις το φάρμακο που συστήνει ο γιατρός για να δεις τα αποτελέσματα». Ωστόσο, στην Ιρλανδία, «πρωτοποριακή» χώρα στην εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων συνταγών, οι επενδύσεις έχουν μειωθεί κατά 60%.

Θα πρέπει κάποιος να προέρχεται από άλλο πλανήτη για να προτείνει ως «νέο φάρμακο» κατά της ανεργίας αυτό ακριβώς που δεν παύει να δοκιμάζεται στην πράξη κατά την τελευταία 7ετία, με οικτρά κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα. Οι διαβόητες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» δεν είναι τίποτε άλλο από περικοπές δημόσιων δαπανών, με υποθετικό στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και ταυτόχρονα περικοπές εργασιακού κόστους, με αιτιολογία τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητος. Ωστόσο, κατά την τελευταία 7ετία, ο ρυθμός των δημόσιων δαπανών στις 28 χώρες της Ε.Ε. μειώθηκε κατά 73% και συνεπώς η «συνταγή» εφαρμόσθηκε και το «φάρμακο» ελήφθη. Πλην όμως, το αποτέλεσμα αποδείχθηκε ήδη στην πράξη -και όχι μόνο στη θεωρία- αντίθετο του αναμενομένου: η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν επισπεύσθηκε, αλλά απομακρύνθηκε όσο ποτέ άλλοτε, οι επενδύσεις δεν αυξήθηκαν, αλλά μειώθηκαν, η ανεργία εκτινάχθηκε σε μη διαχειρίσιμα πλέον ύψη.

Η σημερινή κάθοδος της Ευρώπης στην κόλαση δεν οφείλεται στην καθυστέρηση των «μεταρρυθμίσεων», αλλά στην επίσπευσή τους και μάλιστα σε περίοδο διεθνούς κρίσης, που ξεκίνησε από το 2007-2008. Η εξήγηση είναι απλή και στοιχειώδης για όποιον κατοικεί αυτόν τον πλανήτη. Οι δραστικές περικοπές δημόσιων δαπανών σε συνδυασμό με φοροεπιδρομές και ραγδαία περιστολή εισοδημάτων επιφέρουν στην ουσία αποδυνάμωση της ζήτησης στις ευρωπαϊκές αγορές, με αυτονόητη συνέπεια ότι οι επενδύσεις δεν προσέρχονται, αλλά αποσύρονται από συρρικνούμενες αγορές.

Τελική συνέπεια της πορείας που ξεκίνησε από το 2007 με τη σταθεροποίηση της Μέρκελ στην καγκελαρία είναι σήμερα ο αποπληθωρισμός (Deflation), που αποτελεί τον «ύψιστο κίνδυνο» ακόμη και για το άμεσο μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οταν οι τιμές κινούνται σε μηδενικά και αρνητικά επίπεδα, τότε παραλύει και η πιο στοιχειώδης οικονομική διαδικασία. Προ του κινδύνου, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι διοχετεύει άφθονο και φθηνό χρήμα στην οικονομία και όχι μόνον στις τράπεζες. Ωστόσο, η νομισματική λύση δεν αρκεί για προφυλάξει την ευρωπαϊκή οικονομία από τον κατήφορο στον οποίο εξωθείται υπό γερμανική καθοδήγηση. Χρειάζεται ακόμη το φθηνό χρήμα να εισαχθεί πράγματι στην οικονομία και αυτό δεν είναι διόλου εξασφαλισμένο από ιδιώτες επενδυτές στις σημερινές συνθήκες αύξουσας αναιμίας των ευρωπαϊκών αγορών. Δεν αρκεί να υπάρχει χρήμα, θα πρέπει ακόμη αυτό να εισάγεται στην οικονομία. Αφθονο και φθηνό χρήμα σε συνθήκες επενδυτικής αδράνειας δημιουργεί «παγίδα ρευστότητος», στην οποία η Ιαπωνία αυτοπαγιδεύθηκε για δύο δεκαετίες.

Μοναδική εναπομένουσα οδός είναι η αύξηση και όχι μείωση των δημόσιων δαπανών, ιδίως επενδύσεων σε υποδομές, με στήριξη από την ΕΚΤ, ώστε να τονωθεί η συνολική ζήτηση, να ξυπνήσουν οι αγορές και να προσελκυσθούν έτσι ιδιωτικές επενδύσεις, που επί του παρόντος προτιμούν να διατηρούν την επιφυλακτικότητα και τη ρευστότητά τους, παρά να τη διακινδυνεύουν σε αγορές χωρίς ορατότητα. Εν όσω η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας παραμένει κατώτερη του 1%, πώς είναι δυνατόν να αναμένονται σοβαρές ιδιωτικές επενδύσεις και πόσο αξιόπιστοι είναι οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες, όταν ισχυρίζονται πως θέτουν την καταπολέμηση της ανεργίας, ιδίως των νέων, στην κορυφή των προτεραιοτήτων τους; Εάν τουλάχιστον ομολογούσαν ότι αδιαφορούν γι' αυτήν και ότι δεν έχουν την παραμικρή συνείδηση των κοινωνικών συνεπειών της θα ήσαν οπωσδήποτε πειστικότεροι.

vergo@gmail.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα