Έντυπη Έκδοση

Ο μέγας εραστής και άρπαγας: Αρπαλος ο Μακεδών!

Φευ, η πολύκλαυστη αρχαιότητα δεν προσφέρει μόνο παραδείγματα ήθους, γενναιότητας κ.λπ. αλλά και αρνητικά (κι ευτυχώς, αλλιώς δεν θα ήταν άνθρωποι) καταχρήσεων κι αρπαγής δημοσίου χρήματος που πάντα απασχολούν τις κοινωνίες. Ατυχώς για τους νεωτεριστικούς ιούς, έχουμε κι εδώ πρωτεία αδιαμφισβήτητα. Γιατί ο μεγαλύτερος, ο πιο πρωτοπόρος, ο πιο ρηξικέλευθος άρπαγας, καταχραστής, απατεώνας, ήταν ένας Μακεδόνας, που μάλλον δεν αξιώθηκε ένδοξου τάφου.

Ο δυστυχώς παραγνωρισμένος και στην πατρίδα του Αρπαλος, δημιουργικός, ευρηματικός, αεικίνητος, αν και χωλός, είχε τη μοίρα όλων των μεγαλοφυών που υποφέρουν απ' τους βυσσοδομούντες ζηλόφθονους. Ο Αρπαλος ήταν αδελφικός φίλος του Αλέξανδου και τον ακολούθησε στην εκστρατεία. Λόγω της χωλότητας δεν έπαιρνε μέρος στις μάχες κι ο Αλέξανδρος τον έκανε ταμία του, θησαυροφύλακα. Ο μέγας εντιμότατος Αρπαλος, βλέποντας τον χαώδη ανερμάτιστο κόσμο που ήδη δημιουργούσαν οι κατακτήσεις και την κατάρρευση κάθε ηθικού ερείσματος, είπε να βάλει κι αυτός ένα χεράκι στην εξέλιξη. Λίγο πριν απ' τη μάχη της Ισσού (333), σήκωσε όλο το θησαυροφυλάκιο και την κοπάνησε στην Ελλάδα, ήρθε στα Μέγαρα. Ο Αλέξανδρος έμαθε για την κλοπή και τη διαφυγή του καλού του φίλου, αλλά τιμούσε τη φιλία και συγχώρεσε τον μετανιωμένο Αρπαλο. Και τον ξανάβαλε θησαυροφύλακα! Ποιος του φταίει; Ο Αρπαλος εκτίμησε δεόντως την πράξη του φίλου του και βρέθηκε να κολυμπάει σ' όλο το χρυσάφι της Περσικής Αυτοκρατορίας. Αλλά παρά τις ακατάβλητες προσπάθειές του, υπέκυψε πάλι στον πειρασμό. Τι να 'κανε; Οσο ο Αλέξανδρος κι οι Ελληνες πολεμούσαν στην Ινδία, στα μετόπισθεν, στη Βαβυλώνα, ο Αρπαλος ζούσε ζωή χαρισάμενη,όλο κραιπάλες, σκορπώντας χρήματα και χρυσάφι «για την πολυτελή εμφάνιση και τρυφή των εταίρων αυτού». Αλλά ο νουνεχής Αλέξανδρος νίκησε στην Ινδία κι επέστρεφε αγριεμένος για τη δεύτερη παρασπονδία. Τότε ο Αρπαλος άρπαξε 5.000 τάλαντα (ιλιγγιώδες ποσό) και την ξανακοπάνησε. Αγόρασε και κάτι δικό του, μισθοφορικό στρατό 6.000 ανδρών και ναυτικό, σηματοδοτώντας τους πολέμους των επιγόνων που έστειλαν χιλιάδες Ελληνες και ξένους στο χώμα και προαναγγέλλοντας έναν αρκετά διαδεδομένο τύπο Ελληνα των ελληνιστικών χρόνων που απείχε παρασάγγας από εκείνον της κλασικής εποχής, όσο κι αν δεν το συζητάμε. Το αρχαίο ήθος ξεχάστηκε. Και κυρίως ότι τα χρήματα είναι μια εικονική αξία, το νόμισμα ετυμολογείται από το νομίζω -αυτό προς μαρξιστές και φιλελεύθερους οικονομολόγους. Στην προοπτική του εύκολου κέρδους αναρίθμητοι Ελληνες μετοίκησαν στην Ασία για άνετη ζωή και προνόμια (μόνο οι Σπαρτιάτες ήταν απόντες απ' όλα αυτά).

Κυνηγημένος ο Αρπαλος πλέει με τον στόλο του στην Αθήνα, όπου μέσω δωροδοκιών προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους ότι είναι η στιγμή να αντιδράσουν στον Αλέξανδρο. Εμπλέκει όλη την πολύπειρη Αθήνα, φιλομακεδόνες και αντιμακεδόνες, εμπλέκει τον Δημοσθένη - αυτός είναι η αιτία της εξορίας και του θανάτου του Δημοσθένη. Με τον πακτωλό των κλεμμένων χρημάτων προκαλεί στη διχασμένη Αθήνα μέγα σκάνδαλο, τα «Αρπάλεια χρήματα». Οι μισοί υποστηρίζουν να του δώσουν άσυλο, ο Αρπαλος έδινε από χρόνια λεφτά και σιτάρι στην πόλη, οι άλλοι να τον παραδώσουν. Ο Δημοσθένης προτείνει να τον φυλακίσουν, να καταθέσουν τα χρήματα στο ταμείο μέχρι να αποφασίσουν. Τελικά, ο Δημοσθένης οδηγείται σε δίκη για δωροληψία 20 ταλάντων και ενός χρυσού κύλικα. Τις πολύπλοκες Αθηναϊκές περιπέτειες του Αρπαλου, σε μια ιστορική στιγμή που επέτεινε τη σύγχυση των πόλεων στην κυρίως Ελλαδα, διηγείται ο Πλούταρχος στον βίο του Δημοσθένη, που, όταν δεν μίλησε στην εκκλησία, λέγοντας ότι το συνάχι τού έφραζε το στόμα, οι Αθηναίοι τον διακωμώδησαν, όπως άλλωστε και τον Αρπαλο: («...χλευάζοντες ουχ υπό συνάχης έφραζον, αλλ' αργυράγχης»). Το τέλος του αρχηγέτη των καταχραστών ήταν αναμενόμενο. Κατευθύνθηκε με τον στόλο του στο Ταίναρο, μετά στην Κρήτη, όπου δολοφονήθηκε από κάποιον Θίβρωνα, Λακεδαιμόνιο.

Αλλά η αρπακτική δραστηριότητα του Αρπαλου στρεβλώνει την πραγματικότητα. Γιατί όλες τις κλεψιές ο Αρπαλος τις έκανε για να 'χει να ντύνει και να γλεντάει με τις γυναίκες του, επιβεβαιώνοντας πρωθύστερα τον Ωνάση που έλεγε, σε καπιταλιστές και μη, ότι αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες, τα λεφτά δεν θα 'χαν αξία. Ο Αρπαλος φέρνει απ' την Αθήνα στη Βαβυλώνα μια εταίρα, όμορφη εικάζουμε, την Πυθιονίκη, τη λούζει στο χρυσάφι, κάνει μεγαλειώδεις γάμους και τη λικνίζει ακούραστος στη νωχελική χλιδή μιας καθόλου απαιτητικής ευφορίας. Αλλά, δυστυχώς, η Πυθιονίκη πεθαίνει κι ο Αρπαλος δείχνει τότε τον αδαμάντινο χαρακτήρα του. Της χτίζει μνημείο και στη Βαβυλώνα και στην Αθήνα, το μνημείο της Πυθιονίκης Αφροδίτης στην Ιερά Οδό, σκάνδαλο που στόμωσε με χρήματα, τον έκαναν επίτιμο Αθηναίο πολίτη κι αυτός έδωσε 30 τάλαντα σε κάποιον Χαρικλέα να περιποιείται το μνημείο! Αλλά η πεφιλημένη Πυθιονίκη παρέμεινε δύσπιστη κι η δυσπιστία της έγινε σύγχρονο τραγούδι: «Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μ' αγαπάς τρελά μου λες, αχ αυτές βρε οι τρελές σου οι υπερβολές... μα στα ίσια θα σ' το πω σ' αρχαίο μέλλον ζούμε κι οι δυο» (Ρασούλης, Παπάζογλου, Κυπουργός). Και δεν είχε άδικο. Νέος, ωραίος, απατεώνας, θησαυροφύλακας και χήρος, ο Αρπαλος ερωτεύθηκε κι αποκατέστησε άλλη εταίρα, τη Γλυκέρα, συνηθισμένο όνομα για εταίρες, και επέστρεψαν στη Μικρασία, στην Ταρσό. Εκεί ο ένδοξος άνδρας ξανάδειξε χαρακτήρα αφοσιωμένου και μέγα εραστή. Καμία προτομή, άγαλμα ή ποιητικό έργο προς τιμήν του δεν γινόταν δεκτά, αν δεν συνοδευόταν από ανάλογα προς τιμήν της Γλυκέρας. Τέτοιοι γαλαντόμοι εραστές βρικολακιάζουν με το κλέος τους την ευάλωτη ανδρική ψυχή. Η Γλυκέρα ακολούθησε τον Αρπαλο στις περιπέτειές του, μαζί με την κόρη του απ' την Πυθιονίκη, και χάθηκαν τα ίχνη της. Αλλά τουλάχιστον ευτύχησε στον έρωτά της.

Οχι σαν την Αρπαλύκη την Αθηναία, που ερωτεύθηκε έναν Ιφικλή, ο άκαρδος αυτός αγνόησε τον έρωτά της, κι η Αρπαλύκη μαράζωσε και πέθανε. Στη μνήμη της γίνονταν στην Αθήνα ομώνυμοι αγώνες παρθένων, με χορούς και τραγούδια που ίσως έλεγαν: «Κάνε κουράγιο καρδιά μου μη τυχόν και μ' αρρωστήσεις / έχεις πολλά υποφέρει φοβάμαι να μην τσακίσεις». Κι αν δεν το 'λεγαν τότε, το 'λεγαν στο παλιό κέντρο «Στελλάκης», κοντά στο μνημείο της Πυθιονίκης Αφροδίτης, ο Στελλάκης Περπινιάδης και η Σωτηρία Μπέλλου. Αν ζούσε τότε ο Αρπαλος, εκεί θα ξημεροβραδιαζόταν σίγουρα. Πάντως ελέγχονται οι ισχυρισμοί έγκυρων κι εμβριθών ιστορικών των Σκοπίων, που διατείνονται ότι το αληθινό όνομα του Αρπαλου ήταν Αρπαγέφσκι και απ' αυτόν κατάγεται ο πρόεδρός τους Γκρουέφσκι. Αρπαγας ο πρόεδρος είναι, μνημείο για την Πυθιονίκη στην ντίσνεϊλαντ τους έκανε; Τι «Μακεδόνας» είναι τότε;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Δημοσιεύματα/Αρθρα/Σχολιασμοί/Παρεμβάσεις