Έντυπη Έκδοση

ΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΚΑΝ ΤΑ ΠΕΡΙ «ΧΑΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ»

Το αλάθητο του Αλέξη

Από το 2012 και από το Τέξας έως το Βατικανό, ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρνει να δηλώνει «παρών» στη διεθνή και την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή

Στο Βατικανό, των διαχρονικά ισχυρών διπλωματικών παραδόσεων και διασυνδέσεων με ευρωπαϊκά και διεθνή κέντρα λήψης αποφάσεων, ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται πως βρήκε την ιδανική απάντηση στην κυβερνητική κινδυνολογία και το φόβο πολλών Ελλήνων στην περίπτωση αριστερής διακυβέρνησης.

Κίνηση ματ στο Βατικανό Κίνηση ματ στο Βατικανό Διότι η συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο εμπεριέχει, εκτός από συμβολισμούς, ξεκάθαρα πολιτικά μηνύματα στον ελληνικό χώρο, αντικρούοντας πλήρως, χωρίς ο ΣΥΡΙΖΑ να χρειαστεί να κάνει άλλη κίνηση, όσα περί χάους και bank run διαμηνύονται από την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό στην περίπτωση που η Αριστερά αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Το καθησυχαστικό μήνυμα δε, που στέλνεται από το Βατικανό στο εσωτερικό, είναι το δεύτερο του τελευταίου χρονικού διαστήματος, καθώς ακολουθεί μόλις λίγες εβδομάδες μετά την επίσης πλούσιων πολιτικών συμβολισμών συμμετοχή στο Κόμο, στο Φόρουμ του Αμπροσέτι, όπου ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κάθισε στο ίδιο στρογγυλό τραπέζι μαζί με τον Μάριο Ντράγκι και άλλους Ευρωπαίους πρωτοκλασάτους παράγοντες.

Και εξηγεί τις συχνές αναφορές που ο Αλέξης Τσίπρας έκανε στη Θεσσαλονίκη για το γεγονός ότι ο Μάριο Ντράγκι και κανείς άλλος Ευρωπαίος παράγων δεν πανικοβλήθηκε ακούγοντας τη βασική θέση του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το Μνημόνιο στην Ελλάδα θα πρέπει να τερματιστεί. Θέλοντας, προφανώς, να καθησυχάσει το εκλογικό σώμα και να αποτρέψει επανάληψη των φοβικών συνδρόμων που καθόρισαν το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου 2012.

Στο Βατικανό, ο Αλέξης Τσίπρας στο πρόσωπο του δημοφιλούς Πάπα βρήκε επίσης έναν ισχυρό υπερασπιστή των φιλολαϊκών μέτρων που εξήγγειλε από τη Θεσσαλονίκη και της αναγκαιότητας άμεσης εφαρμογής τους για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Την ώρα μάλιστα που ο πρωθυπουργός και το υπουργείο Οικονομικών επιχειρούν συστηματικά να αποδυναμώσουν τις εξαγγελίες Τσίπρα χαρακτηρίζοντας τα μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ μη εφικτά. Πάπας Φραγκίσκος και Αλέξης Τσίπρας εστίασαν από κοινού στην αντιμετώπιση της φτώχειας και την οικοδόμηση πιο δίκαιων κοινωνιών που θα είναι σύμφωνες με τις ανάγκες των ανθρώπων, με μια δήλωση του Πάπα «είναι αδιανόητο να σώζονται οι τράπεζες και όχι οι άνθρωποι» να εντυπωσιάζει με τις ομοιότητες που παρουσιάζει με τη ρητορική ΣΥΡΙΖΑ.

Ως εκ τούτου, λοιπόν, το τετ α τετ του Βατικανού αποκτά εξόχως πολιτικό ενδιαφέρον για την αξιωματική αντιπολίτευση, καθώς ο Ποντίφικας και ενδιαφέρον έδειξε για την Ελλάδα ρωτώντας τον Αλέξη Τσίπρα για την κατάσταση στην Ελλάδα έπειτα από τέσσερα χρόνια εφαρμογής Μνημονίου και εμμέσως έδωσε την ευχή του στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ για την πρόθεσή του να δώσει επείγοντα χαρακτήρα από τη θέση του πρωθυπουργού στην ανακούφιση του κοινωνικού τμήματος που υφίσταται πιο έντονα τις συνέπειες της λιτότητας. Καταρρίπτοντας, παράλληλα, στερεότυπα και τρομοκρατικά σενάρια χάους από την έλευση της Αριστεράς στα πράγματα.

Από το 2012 και από το Τέξας έως το Βατικανό, ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρνει να δηλώνει «παρών» στη διεθνή και την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, βρισκόμενος διά του προέδρου του σε ανοιχτή διαβούλευση με ισχυρά πολιτικά και οικονομικά κέντρα. Ενισχύοντας, παράλληλα, την πεποίθηση ότι ο διεθνής περίγυρος προεξοφλεί ήδη την ανάδειξη της Αριστεράς στην κυβέρνηση και μάλιστα σύντομα, καθώς όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι το αργότερο έως τον Απρίλιο το πιο πιθανό είναι να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές λόγω αδυναμίας συγκέντρωσης της απαραίτητης πλειοψηφίας για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Δικαιολογημένα, λοιπόν, στον ΣΥΡΙΖΑ αναφέρονται σε πολύ ισχυρά πολιτικά μηνύματα που εξάγονται από τη Ρώμη και προφανώς ο Αλέξης Τσίπρας με τις επαφές στο Βατικανό δεν επιχειρεί κάποια στροφή, αλλά επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με κέντρα που επηρεάζουν την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα και την Ε.Ε. ως συνομιλητής τους και όπως θα όφειλε ένας μελλοντικός πρωθυπουργός.

Την ίδια ώρα που στην Ευρώπη καταγράφονται ρωγμές στο οικοδόμημα από την εφαρμογή του γερμανικού δόγματος και ο Αντώνης Σαμαράς σπεύδει στην Ανγκελα Μέρκελ βλέποντας -όπως λένε στον ΣΥΡΙΖΑ- ότι πολλοί στον ευρωπαϊκό χώρο προσβλέπουν ήδη σε μια νίκη της ελληνικής Αριστεράς προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως ισχυρό επιχείρημα για την ανάγκη συνολικής αλλαγής πλεύσης στην Ε.Ε., πέραν της ασφυκτικής λιτότητας που έχει επιβάλει η Γερμανίδα καγκελάριος.

Καχυποψία

Ανοίγει, όμως, ταυτόχρονα και μια εσωκομματική συζήτηση έπειτα από τη θερινή περίοδο σύμπνοιας, καθώς τα ταξίδια του προέδρου στη Ρώμη σε συνδυασμό μ' αυτά των Γιάννη Δραγασάκη και Γιώργου Σταθάκη στο Βερολίνο, όπου συναντήθηκαν με τον Γερμανό υφυπουργό Εργασίας, αντιμετωπίζονται με καταφανή καχυποψία από τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερή Πλατφόρμα που αιφνιδιάστηκαν και δεν είδαν θετικά αυτές τις πρωτοβουλίες. Είναι πολλές οι απορίες όσον αφορά τη σκοπιμότητα του ταξιδιού στο Βατικανό, καθώς ο συγκεκριμένος Πάπας δεν έχει μόνον ανθρωπιστικές ανησυχίες αλλά και ένα περίεργο φιλοχουντικό παρελθόν με την αργεντίνικη δικτατορία του '70. Επιπλέον εκφράζονται εύλογα ερωτήματα για την άκρα μυστικότητα που κρατήθηκε στο ραντεβού των δύο οικονομικών στελεχών με τον κ. Ασμουσεν χωρίς να έχει προηγηθεί καμία εσωκομματική ενημέρωση. Αυτά τα ερωτήματα τέθηκαν στην Πολιτική Γραμματεία της Πέμπτης απόντος του Αλέξη Τσίπρα που βρισκόταν στη Ρώμη και πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα επανέλθουν και θα εκφραστούν δημοσίως.

ΣΥΡΙΖΑ ΒΑΣΙΚΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΝΤΟΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ, ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ «ΚΟΥΡΕΜΑ» ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Δημόσιες επενδύσεις, εγχώρια παραγωγή, τόνωση της κατανάλωσης

Είναι κοινός τόπος και μόνο η κυβέρνηση δείχνει να το αγνοεί πως δεν είναι το κόστος εργασίας που πλήττει την ανταγωνιστικότητα, αντιθέτως η αύξηση των μισθών θα ενίσχυε τον τζίρο των επιχειρήσεων

Το πρόγραμμα για τη στήριξη της κοινωνίας και την επανεκκίνηση της οικονομίας που εμφάνισε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πρόγραμμα ρήξης με το παρελθόν των τελευταίων 5 ετών σκληρής εισοδηματικής και δημοσιονομικής λιτότητας. Αντίθετα με την πολιτική των μνημονίων, που δεν κατόρθωσε να βγάλει την οικονομία από την ύφεση, την πρωτοφανή ανεργία και φτώχεια, αλλά έθεσε ως πρώτο στόχο τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, αφήνοντας το χρέος να μεγαλώσει, η κύρια επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ είναι να ξεφύγει η χώρα από την παγίδα του χρέους και να αναπτυχθεί χωρίς να διαλυθεί η κοινωνική ισορροπία και συνοχή, που ήδη δοκιμάζεται πέραν λογικών αντοχών.

Η στρατηγική διαφορά του προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ είναι πως επιδιώκει να βασίσει την οικονομική ανάκαμψη στην ίδια την κοινωνία, δηλαδή σε ίδιες δυνάμεις, αποφεύγοντας να δώσει προτεραιότητα στις ξένες άμεσες επενδύσεις και τις εξαγωγές, όπως είναι η προτεραιότητα κυβέρνησης και τρόικας. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία που έχει για ιδεολογικούς λόγους σαν αριστερό κόμμα, όσο στο ότι λαμβάνει υπόψη του και προσαρμόζεται στη δομή της ελληνικής οικονομίας, που στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, την εγχώρια κατανάλωση και τους μισθούς. Γι' αυτό και επιδιώκει με κάθε δυνατό τρόπο να τονώσει την ενεργό ζήτηση, δημιουργώντας απασχόληση, μειώνοντας τα φορολογικά βάρη, ρυθμίζοντας χρέη και ενισχύοντας τη ρευστότητα για τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών επενδύσεων που σήμερα έχουν παγώσει.

Δεν είναι λύση οι εξαγωγές

Για τον ΣΥΡΙΖΑ η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να προσβλέπει μελλοντικά σε ισχυρή αύξηση της εξωτερικής ζήτησης (βλ. μικρό ειδικό βάρος ελληνικών εξαγωγών και παγκόσμια τάση στασιμότητας) ούτε να προσδοκά πρωτογενή κι εξωτερικά πλεονάσματα της τάξης του 4% του ΑΕΠ, όπως ουτοπικά εκτιμά η τρόικα με το Μνημόνιο. Η όποια ανάπτυξη αναγκαστικά θα πρέπει να προέλθει από την αύξηση των εγχώριων επενδύσεων και της ζήτησης συνολικά, στην οποία καταλυτικό ρόλο θα πρέπει να διαδραματίσει το κράτος, αποδεσμεύοντας πόρους με τη διαπραγμάτευση μείωσης του χρέους του.

Από την άποψη αυτή και δεδομένης της αποτυχίας των πολιτικών λιτότητας να χτίσουν πάνω στα απομεινάρια όσων παραγωγικών δομών κατέστρεψαν, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα ορθό στρατηγικό προσανατολισμό προς μία ανάπτυξη βασισμένη στην κοινωνία (απασχόληση, κατανάλωση) και με ελάφρυνση χρέους εντός Ευρωζώνης.

* Στα θετικά στοιχεία του προγράμματος περιλαμβάνεται η πρόταση για αύξηση των δημόσιων δαπανών. Δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μακροχρόνια ύφεση, η πολιτική της αύξησης των δημόσιων δαπανών κρίνεται απαραίτητη από πολύ μεγάλη μερίδα οικονομολόγων της σύγχρονης οικονομικής σκέψης. Η αύξηση των δημόσιων δαπανών θα κατευθυνθεί για την ενίσχυση των ασθενέστερων οικονομικά ομάδων του πληθυσμού (ανθρωπιστική κρίση, δημιουργία 300.000 θέσεων εργασίας).

Από κοινωνικής και ανθρωπιστικής πλευράς είναι απαραίτητο, και θα έπρεπε όλοι να συμφωνούν. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ήδη εφαρμόζονται προγράμματα. Σωστό, αλλά είναι ανεπαρκέστατα. Από οικονομικής πλευράς, επίσης, είναι σωστό, καθώς οι ασθενέστερες τάξεις εκτός από μεγάλη ανάγκη έχουν και μεγάλη οριακή ροπή κατανάλωσης, συνεπώς η οικονομική ενίσχυση επιστρέφει στην πραγματική οικονομία.

* Το πρόγραμμα επίσης ορθά στοχεύει στην αύξηση των δημόσιων επενδύσεων κατά 4 δισ., αφού σε περιόδους ύφεσης είναι απαραίτητες οι δημόσιες επενδύσεις και τα μεγάλα έργα. Επιδιώκει να διαπραγματευτεί με τους Ευρωπαίους εταίρους να εξαιρεθούν οι δημόσιες επενδύσεις από τον υπολογισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος, πράγμα που η κυβέρνηση κακώς χλεύασε.

* Επίσης, το πρόγραμμα εισηγείται αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751,40 ευρώ.

Βεβαίως, ο κατώτατος μισθός των 751,40 ευρώ ουσιαστικά αντιστοιχεί σε 876,62 ευρώ, διότι περιλαμβάνονται τα Δώρα, αν δεν έχουν καταργηθεί έως τότε, λόγω απαίτησης τρόικας. Κι ενώ γενικά σε περιόδους ύφεσης η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία, στην ελληνική περίπτωση έχει επανειλημμένα επισημανθεί πως το κόστος εργασίας είναι μικρό τμήμα του συνολικού κόστους παραγωγής και δεν είναι αυτό που πλήττει την ανταγωνιστικότητα, ενώ αντιθέτως τυχόν αύξηση των μισθών θα ενίσχυε τον τζίρο των επιχειρήσεων (σημειωτέον πως διεθνώς παρατηρείται τελευταία τάση για αύξηση των κατώτατων μισθών). Τέλος, μολονότι η νομοθέτησή του δεν σημαίνει και αυτόματη υιοθέτησή του από την αγορά, το μέτρο κρίνεται θετικά ως μέσο τόνωσης της ζήτησης.

* Το πρόγραμμα προβλέπει χορήγηση επιδόματος ανεργίας σε 300.000 άτομα.

Πράγματι, υπάρχει πρόβλημα με το γεγονός ότι πολύ μικρό ποσοστό των ανέργων λαμβάνει επίδομα ανεργίας. Πρέπει να επεκταθεί. Το μέτρο είναι σωστό, όμως το πρόγραμμα θα έπρεπε να περιέχει και άλλες προτάσεις για τους ανέργους.

* Ακόμη η «σεισάχθεια» των 2 δισ. για τα ιδιωτικά χρέη είναι καλοδεχούμενη, αλλά περιορισμένου βεληνεκούς, αν σκεφθούμε πως τα «κόκκινα δάνεια» για στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά των ΜμΕ, όπου στοχεύει το πρόγραμμα, εκτιμώνται σε 51 δισ. περίπου (3,9%). Εκτός κι αν περιλαμβάνει κάποιο πρόσθετο κόστος διαγραφής από πλευράς τραπεζών που δεν λέγεται.

* Από την άλλη, το πρόγραμμα δεν ξεκαθαρίζει επαρκώς τη φορολογική πολιτική.

Η επικαιρότητα των δυσβάσταχτων φορολογικών υποχρεώσεων θα έπρεπε να είναι το πεδίο υπεροχής του προγράμματος με προσδιορισμένα μέτρα και συντελεστές. Η αντικατάσταση του ΕΝΦΙΑ από το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας ενέχει αρκετές αβεβαιότητες ως προς την απόδοσή του.

Το ίδιο συμβαίνει με την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών (3 δισ.) αλλά και με τη φοροδιαφυγή, παρά το γεγονός ότι τα 3 δισ. από την πάταξη αυτής και του λαθρεμπορίου καυσίμων δεν είναι πολλά, αλλά δύσκολα στην εκτέλεσή τους. Γιατί απαιτείται συγκροτημένος μηχανισμός και στελέχη ικανά κι αδιάφθορα για την επάνδρωσή του, όπως, γενικότερα, η εφαρμογή ενός προγράμματος σύγκρουσης με οργανωμένα συμφέροντα, τη διαφθορά και τη διαπλοκή απαιτεί αξιόλογο στελεχικό δυναμικό.

Κυρίως, όμως, απαιτείται πολιτική βούληση και οργανωμένη κοινωνική πίεση από τα κάτω. Ανοιχτό παραμένει το ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία.

Ερωτήματα

* Εκτός όμως από την ασάφεια όσον αφορά τη χρηματοδότηση του προγράμματος, δεν παρέχονται -ίσως σκόπιμα- επαρκείς εξηγήσεις σχετικά με το κεντρικό ζήτημα της ρύθμισης του χρέους. Τι ποσοστό θα επιδιωχθεί να διαγραφεί και, σε περίπτωση άρνησης της Ε.Ε., τι όπλα θα χρησιμοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για να αποσπάσει κάποιο «κούρεμα»; Ή θα περιοριστεί σε κάποιας μορφής επιμήκυνση με μείωση επιτοκίου, όπως επιδιώκει η σημερινή κυβέρνηση; Το κόστος προγράμματος των 11,4 δισ. υπολογίστηκε με τους τόκους ως έχουν σήμερα (8 δισ.) ή με τους τόκους «παγωμένους»;

Οταν το πρόγραμμα μιλά για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, αναφέρεται στο πρωτογενές ή στο συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο; Κι αν αναφέρεται στο πρωτογενές, περιλαμβάνει την εξαίρεση των δημόσιων επενδύσεων ή όχι;

Πρόκειται για ερωτήματα που το πρόγραμμα στην παρούσα μορφή του δεν διασαφηνίζει και μάλλον χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση κι εμβάθυνση στα προβλήματα αυτά, για να μπορέσει να γίνει πιο πειστικό σε ό,τι αφορά όχι τόσο το συνολικό κόστος του (μπορεί όντως να ξεπερνά τα 11,4 δισ., αλλά δεν βρίσκεται εκεί η ουσία) όσο τις πηγές χρηματοδότησής του. Γιατί ένα σημαντικό μειονέκτημα του προγράμματος είναι το χρονικό κενό μεταξύ δαπανών κι εσόδων. Η αύξηση δαπανών είναι άμεσα εκτελεστή (με αμφίβολη χρονικά την έκβαση σχετικά με τη μείωση της εξυπηρέτησης του χρέους), ενώ τα φορολογικά έσοδα θα αναζητηθούν αναγκαστικά σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου.

Τέλος, υπάρχει κι ένα άλλο έλλειμμα στο πρόγραμμα, το οποίο όμως μπορεί να καταλήξει μελλοντικά υπέρ του. Πολύ απλά το πρόγραμμα έχει ένα στατικό, λογιστικό χαρακτήρα που το αδικεί. Γιατί στερείται των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών επιπτώσεων του ίδιου του προγράμματος και της ανάπτυξης που θα προκαλέσει στην απόδοση των εσόδων του ασφαλιστικού συστήματος και των δημόσιων εσόδων συνολικά.

Αν προχωρήσει στο συνυπολογισμό των δευτερογενών επιπτώσεων που έτσι θα έχει, μέσω της δυναμικής της ανάπτυξης στους τομείς αυτούς (κατά το πρότυπο του Levy Institute), ένα σημαντικό μέρος της χρηματοδοτικής αβεβαιότητας ή και κενού του θα εκλείψει και θα κερδίσει σε συνεκτικότητα και αναγκαία πειθώ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
ΣΥΡΙΖΑ