Έντυπη Έκδοση

Η αριθμητική της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας»

Οκτώ βουλευτές αναγκάστηκε να αντικαταστήσει η κυβέρνηση προκειμένου να ψηφιστεί οριακά η τροποποίηση του ΕΝΦΙΑ

Ως φίλαθλος παιδιόθεν, γνωρίζω ότι στο ποδόσφαιρο ο προπονητής μπορεί να αντικαταστήσει στη διάρκεια του αγώνα μέχρι τρεις παίκτες. Παλαιότερα δεν επιτρεπόταν καμία αλλαγή, και μελλοντικά ίσως επιτραπεί να αντικαθίστανται όλοι οι παίκτες της βασικής ενδεκάδας. Ποδόσφαιρο είναι! Το ίδιο ισχύει και για όλα τα ομαδικά αθλήματα.

Και όλα αυτά συμβαίνουν για να μπορεί μια ομάδα να βελτιώνει την απόδοσή της και το θέαμα που προσφέρει. Ποτέ όμως δεν θα μπορούσα να φαντασθώ ότι κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβαίνει και κατά τις εργασίες της Βουλής, όπου δεν παίζουν ποδόσφαιρο, βόλεϊ ή μπάσκετ, αλλά ψηφίζονται οι νόμοι του κράτους. Μου ήταν, δηλαδή, αδιανόητο ότι μπορεί ένα κόμμα, στη διάρκεια των εργασιών των θερινών τμημάτων της Βουλής, να αντικαταστήσει έναν ή περισσότερους βουλευτές του, που δυσφορούν και εμφανίζονται απρόθυμοι να ψηφίσουν ένα νόμο, με άλλους «πρόθυμους» γι' αυτό.

Οκτώ βουλευτές αναγκάστηκε να αντικαταστήσει η κυβέρνηση προκειμένου να ψηφιστεί οριακά η τροποποίηση του ΕΝΦΙΑ. Τι σημαίνει αυτό; Οτι η κυβέρνηση διαθέτει σε κάθε θερινό τμήμα 51 βουλευτές και πάνω από 100 εφεδρικούς, σε περίπτωση που κινδυνεύει από «αντάρτες» η ψήφιση ενός νόμου.

Προς τι λοιπόν διεξάγεται η κοινοβουλευτική διαδικασία; Ομως, επί της ουσίας, στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται θέμα «δεδηλωμένης» για την κυβέρνηση; Γι' αυτό, πώς δέχθηκε ο προεδρεύων της Βουλής, άσχετα αν το επέτρεπε ο Κανονισμός σε ειδικές και αιτιολογημένες περιπτώσεις, την αντικατάσταση οκτώ βουλευτών για ένα νόμο που επικέντρωνε το πανελλήνιο ενδιαφέρον χωρίς να δημιουργήσει μείζον θέμα; Διότι, έτσι εκφυλίζεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία στον τόπο μας. Και τα στάδια του εκφυλισμού που ακολουθούν είναι γνωστά. Τα Ιουλιανά τα ακολούθησε η δικτατορία και μετά το 1974 ο λαϊκισμός. Η απλή αναλογική στην Ιταλία, που υπηρέτησε κομματικές σκοπιμότητες και όχι τη δημοκρατία, με τη συγκρότηση σε μόνιμη βάση ενός πεντακομματικού συνασπισμού απλά για να αποκλείεται από την κυβέρνηση το ΚΚΙ, δεν οδήγησε στη δημοκρατία αλλά στις κυβερνήσεις Μπερλουσκόνι και στον λαϊκιστή Μπέπε Γκρίλο.

Οπου, δηλαδή, οι θεσμοί αξιοποιήθηκαν για την προώθηση σκοπιμοτήτων και όχι την εμπέδωση της δημοκρατίας, όπου, δηλαδή, τα κόμματα έπαιζαν με τους θεσμούς, οι συνέπειες ήσαν οδυνηρές και μακροχρόνιες. Ιδιαίτερα σήμερα, που η επικείμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας αναθεωρεί κάθε τόσο την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων, αποδεικνύοντας την πλήρη δυσαρμονία της βούλησης του εκλογικού σώματος όπως εκφράστηκε στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, και της Βουλής, η υπονόμευση του πολιτεύματος είναι ήδη ορατή.

Ομως όσα συνέβησαν πριν από την ψήφιση της τροπολογίας για τον ΕΝΦΙΑ είναι χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο αριθμός βουλευτών αντιλαμβάνεται την εκπροσώπηση των συμφερόντων των ψηφοφόρων του στο Κοινοβούλιο.

Ποιο ήταν τα νόημα της γνωστοποίησης, με ηχηρό μάλιστα τρόπο, της πρόθεσής τους να καταψηφίσουν την τροπολογία, όταν ήταν βέβαιο ότι το κόμμα τους θα προέβαινε στην αντικατάστασή τους; Να ικανοποιήσουν το λαϊκό αίσθημα, διασφαλίζοντας παράλληλα την ψήφιση της τροπολογίας με την αντικατάστασή τους; Γιατί οι 21 γαλάζιοι βουλευτές εγκαλούσαν τον σύμβουλο του ΥΠΟΙΚ για τον ΕΝΦΙΑ; Δεν ψήφισαν οι ίδιοι τον περασμένο Δεκέμβριο το νόμο; Μάλιστα ο νόμος 4223/13, του οποίου τα εννέα πρώτα άρθρα αφορούν τον ΕΝΦΙΑ, είναι τόσο απλός στην ερμηνεία του ώστε κάθε παρερμηνεία του, εννέα μήνες μετά την ψήφισή του, μόνον σκοπιμότητες εξυπηρετεί. Το Κοινοβούλιο νομοθετεί και οι βουλευτές του έχουν την ευθύνη για την κοινωνική βαρβαρότητα ενός νόμου και όχι οι σύμβουλοι που τους εισηγούνται.

Τελικά, όμως, όλα αυτά έθεσαν στο απυρόβλητο την ουσία της τροπολογίας για τον ΕΝΦΙΑ, η οποία κατέστησε συνολικά τον ΕΝΦΙΑ δυσμενέστερο του αρχικού νόμου 4223/2013. Διότι ενώ, π.χ., το άρθρο 7 του 4223/2013 προέβλεπε έκπτωση 50% του ΕΝΦΙΑ ή και πλήρη απαλλαγή, με προϋπόθεση το ύψος του οικογενειακού εισοδήματος και το σύνολο του εμβαδού των κτισμάτων, με την ψήφιση της τροπολογίας αποσαφηνίσθηκε ότι τα ποσά του οικογενειακού εισοδήματος αφορούν το τεκμαρτό και όχι το πραγματικό εισόδημα και προσετέθησαν τέτοια περιουσιακά κριτήρια που αποκλείουν την τεράστια πλειοψηφία όσων δικαιούνταν έκπτωση ή απαλλαγή με τις διατάξεις του αρχικού νόμου.

Επιστέγασμα όλων αυτών υπήρξε η δήλωση της κυβερνητικής εκπροσώπου, την οποία εκ των υστέρων ανασκεύασε, που χαρακτήριζε την επένδυση σε ακίνητα «χαμένα λεφτά». Κι έτσι είναι.

Διότι στις σημερινές συνθήκες η ακίνητη περιουσία έχει απαξιωθεί και η οποιαδήποτε αξία της έχει θεωρητικό μόνο χαρακτήρα αφού πρακτικά η ανταλλακτική της αξία έχει μηδενισθεί. Είναι όμως δυνατό να φορολογούνται τα «χαμένα λεφτά»;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Δημοσιεύματα/Αρθρα/Σχολιασμοί/Παρεμβάσεις