Έντυπη Έκδοση

Χρέος: η ανεύρετη συναίνεση

Στις 29 Αυγούστου 1950, ο τότε καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ) Κόνραντ Αντενάουερ στέλνει υπόμνημα στην Ανώτατη Συμμαχική Επιτροπή, που είχε τον τελευταίο λόγο στα τεκταινόμενα του νεοσύστατου κράτους.

Στρατηγικός στόχος του καγκελάριου ήταν η όσο το δυνατόν πληρέστερη και ταχύτερη αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας της ΟΔΓ, κάτι που σήμαινε πρώτ' απ' όλα την άρση της πλήρους αποστρατιωτικοποίησης που της είχε επιβληθεί από τους νικητές του Β' Παγκοσμίου Πόλεμου, και είχε κατοχυρωθεί στο Σύνταγμά της. Οι Σύμμαχοι, ειδικότερα οι Γάλλοι και οι Βρετανοί, προέβαλλαν αντιστάσεις παρά την πίεση που δημιουργούσε η όξυνση του Ψυχρού Πολέμου. Ο πόλεμος της Κορέας, που είχε ξεσπάσει από τον Ιούνη εκείνης της χρονιάς, επέτρεψε όμως να αρθούν οι όποιες αντιρρήσεις υπήρχαν ακόμη: σε περίπτωση γενικότερης ανάφλεξης ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, η Γερμανία θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

ΟΑντενάουερ κατάλαβε αμέσως τα οφέλη που μπορούσε να προσκομίσει από τη δραματική τροπή των γεγονότων. Στο προαναφερθέν υπόμνημα ζητούσε τη συμμετοχή της Γερμανίας σε μια ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη υπό ΝΑΤΟϊκή αιγίδα, κάτι που θα επέτρεπε τον επανεξοπλισμό της, χωρίς αυτό να σημαίνει τη συγκρότηση ενός κλασικού εθνικού στρατού. Τόνιζε επίσης ότι τα ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας ήταν εξίσου σημαντικά με τα εξωτερικά. Τον ανησυχούσε ιδιαίτερα η δυναμική δραστηριότητα της νεολαίας του Κ.Κ. Γερμανίας FDJ κατά του επανεξοπλισμού, που δημιουργούσε ευρύτερα μέτωπα με δυνάμεις των σοσιαλδημοκρατών αλλά και μέρους των χριστιανικών οργανώσεων. Η FDJ δεν θα αργήσει να τεθεί εκτός νόμου και οι ειρηνιστικές διαδηλώσεις θα αντιμετωπιστούν με εξαιρετικά κατασταλτικό τρόπο. Ο δρόμος είχε ανοίξει για την πλήρη απαγόρευση του Κ.Κ. Γερμανίας, που θα επικυρωθεί από το συνταγματικό δικαστήριο της Καρλσρούης το 1956. Εν τω μεταξύ είχε ναυαγήσει, λόγω της άρνησης της Γαλλίας, η απόπειρα δημιουργίας «ευρωστρατού» υπό ΝΑΤΟϊκή διοίκηση και το ζήτημα του επανεξοπλισμού της ΟΔΓ είχε λυθεί με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, το 1955, και την επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας την επόμενη χρονιά.

Υπήρχε όμως ένα εμπόδιο ολκής στο δρόμο για την αποκατάστασή της ως «κανονικού» κράτους. Και αυτό ήταν το ζήτημα του χρέους, που καθιστούσε αδύνατη τη σύναψη ομαλών εμπορικών σχέσεων και την πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η εκκρεμότητα αφορούσε τόσο τη μεταπολεμική βοήθεια που είχε λάβει η ΟΔΓ από τους Συμμάχους, κυρίως από τις ΗΠΑ, όσο και τα προπολεμικά χρέη που είχε συνάψει η Δημοκρατία της Βαϊμάρης για να αντιμετωπίσει τις υπέρογκες αποζημιώσεις που όριζε η Συνθήκη των Βερσαλιών. Αυτά τα χρέη είχε αρνηθεί να αποπληρώσει το ναζιστικό καθεστώς, προσδίδοντας στη Γερμανία το στίγμα του «μπαταχτσή» στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Στις 6 Μαρτίου 1951, σε νέο του υπόμνημα προς την Ανώτατη Συμμαχική Διοίκηση, ο Αντενάουερ προτείνει να αναγνωρίσει η ΟΔΓ την κρατική συνέχεια με το Γ' Ράιχ ως προς αυτό το ζήτημα αλλά, ως αντάλλαγμα, να αναγνωριστεί από τους Συμμάχους ότι η αποπληρωμή των χρεών πρέπει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική πραγματικότητα της χώρας και τις ανάγκες της ανασυγκρότησής της.

Πάνω σ' αυτή τη βάση θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις που θα καταλήξουν στις Συμφωνίες του Λονδίνου του 1953. Ακολουθώντας καθαρά πολιτικά κίνητρα, οι Σύμμαχοι θα διαγράψουν το 55% του συνολικού χρέους της Γερμανίας (στην πραγματικότητα πολύ παραπάνω, αν το προπολεμικό χρέος σε μάρκα-χρυσό είχε υπολογιστεί στη βάση μιας πιο ρεαλιστικής ισοτιμίας) και κυρίως θα δεχθούν η αποπληρωμή του υπολοίπου να εξαρτάται από τα πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, έτσι ώστε να μη συμπιέζεται η εσωτερική ζήτηση και να επηρεάζεται αρνητικά η αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Αποδεχόμενοι ελλείμματα στις συναλλαγές με τη Γερμανία, οι Σύμμαχοι συναινούσαν σιωπηρά και σε ένα υποτιμημένο μάρκο ως βασικό μοχλό διευκόλυνσης των εξαγωγών, ενώ ταυτόχρονα αίρονταν και οι περισσότεροι περιορισμοί που αφορούσαν την ανάπτυξη «στρατηγικών» βιομηχανικών κλάδων και δίνονταν διευκολύνσεις για μια πολιτική υποκατάστασης των εισαγωγών. Οι βάσεις του γερμανικού μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος» είχαν τεθεί.

Είναι λοιπόν προφανές ότι οι Συμφωνίες του Λονδίνου ήταν κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της μεταπολεμικής (Δυτικής) Γερμανίας και ότι η γενναιοδωρία των δανειστών υπαγορευόταν από τις ειδικές γεωπολιτικές συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου που καθιστούσαν ζωτικής σημασίας την ένταξη μιας ανασυγκροτημένης ΟΔΓ στο ΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο. Σήμερα αντίθετα, η ηγεμονική εντός Ευρώπης Γερμανία έχει κάθε συμφέρον να επιθυμεί την πάση θυσία διατήρηση της ισχύουσας αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ και της Ε.Ε., στην οποία οφείλει τα τεράστια πλεονάσματα που αποτελούν τη βάση της ισχύος της. Η μετατροπή της ευρωπεριφέρειας σε «αποικία χρέους» αποτελεί δομικό αποτέλεσμα αυτής του «κλειδωμένου» από τις ευρωπαϊκές συνθήκες μοντέλου και όχι κάποια συγκυριακή πολιτική επιλογή της Μέρκελ ή όποιου άλλου ηγέτη. Οσοι νομίζουν ότι οι Συμφωνίες του Λονδίνου ως πρότυπο συναινετικής διευθέτησης του χρέους με θετικούς για τον οφειλέτη όρους μπορούν σήμερα να επαναληφθούν, απλώς καλλιεργούν αυταπάτες, τις οποίες μπορεί να πληρώσει αύριο πολύ ακριβά ο ελληνικός λαός.

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα