Έντυπη Έκδοση

Αμερικανικό όνειρο με σπασμένα δόντια

Η Λίντα Τιράδο είναι μια γυναίκα 32 ετών, που ζει στην Αμερική. «Εκείνη» τη μέρα, το Νοέμβριο του 2013, που μάλλον της «χαμογέλασε» το... Διαδίκτυο, δεν έκανε τίποτε διαφορετικό σε σχέση με όλες τις προηγούμενες.

«Απολάμβανε», δηλαδή, ένα «ψυχαγωγικό» διάλειμμα έπειτα από μια ακόμα εξαντλητική μέρα με δύο κακοπληρωμένες δουλειές, δύο παιδιά, ένα σύζυγο που δούλευε κι εκείνος όλη μέρα, και σπουδές παράλληλα στο κολέγιο, σερφάροντας μάλλον αδιάφορα, μέχρι τη στιγμή που το μάτι της έπεσε πάνω σε ένα σχόλιο που υποστήριζε ότι οι φτωχοί «δεν προσπαθούν αρκετά».

Απάντησε με ένα κατεβατό, περιγράφοντας τη ζωή μιας κακοπληρωμένης ΚΑΙ «Μαίρης Παναγιωταρά», ξεθύμανε και έπεσε να κοιμηθεί.

Η επόμενη μέρα τη βρήκε διάσημη, με μια μάλλον διασημότητα πολύ διαφορετική από αυτή που περιέγραφε κάποτε ο Γουόρχολ. Το κείμενό της, που, ούτε λίγο ούτε πολύ, έλεγε ότι πλέον μπορείς να είσαι «λευκή και έξυπνη» και να ζεις με σπασμένα δόντια (γιατί δεν περισσεύουν ποτέ για τα φτιάξεις), έκανε την Αμερική να παραδεχτεί μια εκδοχή που η συνταγή του «αμερικανικού ονείρου» («αν προσπαθήσεις πολύ, θα πετύχεις») δεν είχε φροντίσει, ή καλύτερα αρνούνταν πεισματικά, τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, να συμπεριλάβει.

Το κείμενό της έκανε το γύρο του Διαδικτύου κι έγινε πρωτοσέλιδο στη «Huffington Post», το δημοσίευσαν το περιοδικό «Forbes» και η εφημερίδα «Nation». Η ίδια έλαβε 10.000 μηνύματα υποστήριξης αλλά και αποδοκιμασίας. Κάποιοι της καταλόγισαν πως δεν είναι φτωχή.

Ανέβασε βιντεάκια στο Youtube, επαναλαμβάνοντας τα ίδια, και αποδεικνύοντας ότι η ιστορία με τα δόντια δεν ήταν καθόλου επιστημονική φαντασία. Μετά το πρώτο σοκ, που προκάλεσε η «περιγραφή» της φτώχειας (στο κείμενό της περιγράφει μια ζωή non stop, πληρώνοντας μετά βίας λογαριασμούς και ευχόμενη να μην συμβεί κάτι «έξτρα», αφού δεν θα υπήρχε περίπτωση ποτέ να καλυφθεί), ακολούθησαν οι διευκρινίσεις της για το ποιος είναι τελικά φτωχός.

«Ναι, εργαζόμουν στα Burger King και έφτανα τα 28.000 δολάρια το χρόνο. Με αυτά τα χρήματα δεν πεινάς. Αλλά μιλάμε για 90 ώρες εργασίας τη βδομάδα» γράφει, προσθέτοντας ότι με λίγες λιγότερες εκείνη και ο σύζυγός τους μόλις και μετά βίας κατάφερναν να επιβιώσουν, να πληρώσουν καθυστερημένα λογαριασμούς και να εύχονται «τίποτα να μην τους τύχει», καθώς το μόνο ποσό που μπορούσαν να αποταμιεύσουν ετησίως δεν ξεπερνούσε τα 360 δολάρια.

«Αισιοδοξία; Οι γονείς της μεσαίας τάξης λένε στα παιδιά τους ότι όλα μπορούν να πάνε καλά. Εγώ τα μαθαίνω να βγάζουν το σκασμό όταν ένας ηλίθιος τους λέει τι πρέπει να κάνουν» γράφει. Ο λόγος της είναι ικανός να σε κάνει να την αντιπαθήσεις, σχολιάζουν οι βιβλιοκριτικοί, αλλά ίσως σε αυτό τελικά να συνίσταται η απρόσμενη επιτυχία της. Πολλά κείμενά της μαζί έγιναν βιβλίο το οποίο θα κυκλοφορήσει στις αρχές Οκτωβρίου με τον τίτλο «Hand to Mouth» («Με το χέρι στο στόμα»). Η ίδια από «τότε» εργάζεται ως δημοσιογράφος. Κατά μία... διαβολική σύμπτωση, έγινε η επαλήθευση του αμερικανικού ονείρου. Απλά στη νέα εποχή, του Διαδικτύου.

(Πηγές: Huffington Post, The Guardian)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
ΗΠΑ
Βιβλίο
Πληροφορική και διαδίκτυο