Έντυπη Έκδοση

Βαλίτσες

Ο Αντρέας πέταγε από χαρά σαν έκλεισε πίσω του την πόρτα του δικηγόρου. Ο αδελφός της μάνας του τού άφησε κληρονομιά τη μονοκατοικία στη Δάφνη. Θα πλήρωνε βέβαια τσουχτερό χαράτσι για το κληροδότημα, όμως αυτός και η οικογένειά του θα έβαζαν επιτέλους το κεφάλι κάτω από το δικό τους κεραμίδι. Εμπορος ήταν ο θείος.

 Το κατάστημα «Λευκών Ειδών» τού είχε εξασφαλίσει άνετη ζωή, όχι όμως και ευτυχισμένη ζήση. Παιδιά, σκυλιά δεν είχε, αλλά πολύ θα το ήθελε. Ωστόσο, «να στρώσει πρώτα η δουλειά», έλεγε στα νιάτα του, «και για νοικοκυρέματα έχουμε καιρό». Το χρόνο του θείου για παντρολογήματα καταβρόχθισαν αργότερα οι επεκτάσεις του μαγαζιού. Εκείνο όμως που έβαλε τελεία και παύλα στο ζήτημα ήταν το σοβαρό πρόβλημα καρδιάς που, γύρω στα σαράντα πέντε του, διέγνωσε ο γιατρός. «Μην πάρω κι άλλους στο λαιμό μου» αποφάσισε. Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι όλα του τα χρόνια ο θείος. Χωρίς μεγάλες χαρές, χωρίς μεγάλες λύπες η ζωή του. Ηταν ευχαριστημένος; Ούτε ο Αντρέας ήξερε, που τον έπιανε στις κουβέντες τα χειμωνιάτικα βράδια. Ο νέος άντρας διάβηκε το κατώφλι της αναπάντεχης περιουσίας του. Περιεργάστηκε το χώρο με άλλα μάτια τώρα και στύλωσε τέλος τη ματιά στην πόρτα του μοναδικού δωματίου που δεν είχε μπει ποτέ. Πάντα πίστευε πως ήταν αποθήκη. Την άνοιξε. Οι μεντεσέδες έτριξαν απόκοσμα. Βαλίτσες, βαλίτσες, βαλίτσες! Παντού! Δερμάτινες, υφασμάτινες, χρωματιστές, πτι καρό. Μόνο βαλίτσες. Οχι παραπεταμένες. Η καθεμιά σε θέση ξεχωριστή και περίοπτη. Σάστισε ο Αντρέας... Τι τις ήθελε ο θείος τόσες βαλίτσες; Δεν ήταν είδος που εμπορευόταν. «Μα βέβαια...» του 'ρθε αναλαμπή. Ο θείος δεν είχε ταξιδέψει ποτέ. Θα είχε όμως, φαίνεται, σκοπό από τα νιάτα του ταξίδια πολλά να κάνει και στοίβαζε, ώς τότε, εκεί τα όνειρά του.

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΤΣΟΡΩΝΗ-ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Ανθρώπινα
Διηγήματα/Εξιστορήσεις